Έχω υποστηρίξει την βυζαντινή καταγωγή του Ιωάννη Καποδίστρια, και έχω γράψει , με βάση την έρευνά μου, ότι το όνομα της Οικογένειας, μπορεί να ήταν είτε
"Νικηταίοι" είτε "Νικηφορόπουλοι," οι οποίο ακολούθησαν τον νόθο Μιχαήλ Άγγελο στην Άρτα.
Και οι δυο οικογένειες εμφανίζονται στα έγγραφα της Μακεδονικής Δυναστείας επί του Κωνσταντίνου του Η΄.
Υπάρχουν ένας Πρωτοβεστιάριος Νικηφόρος και δυο Νικηταίοι. Ο ένας πέθανε ως Δούκας της Αντιόχειας και ο
άλλος, διορίστηκε διοικητής της Πισιδίας.
Η Γνώμη μου ήταν, και είναι, πιο κοντά στο «Νικήτας», λόγω της ιταλικής μετάφρασης σε «Vittori», και λόγω του ονόματος Βίκτωρ-Βιάρος.
Όταν πρωτοεμφανίστηκε το λήμμα «Βυζαντινές Αριστοκρατικές Οικογένειες» στην Βικιπαιδεία υπήρχαν οι Νικηταίοι.
Μετά, παρέμβηκε η δαμόκλειος σπάθη και εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκαν και από τα αγγλικά και τα γερμανικά.
Υπάρχει και μια « Εταιρεία Μελετών Βυζαντινής γενεαλογίας», που δεν νομίζω ότι ενδιαφέρεται και πολύ.
Σπυρίδων Χατζάρας
ΥΓ. Διαπιστώνω ότι κάποιοι ρουφιάνοι της Στοάς στο διαδίκτυο λανσάρουν το όνομα Βιττόρι –Καποδίστρια.
Αυτοί είναι 1000% πράκτορες.
Κυριακή 15 Απριλίου 2018
Πέμπτη 12 Απριλίου 2018
Ο Ψευταράκος μπακαλόγατος Ξάνθος ,τα Αυτοκρατορικά ψέματα της Στοάς του Λονδίνου, και η Φιλογενικη Κάσσα
Γράφει ο Σπύρος Χατζάρας
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις
31 Μαρτίου/12 Απριλίου 1820, στην αγία Πετρούπολη, υπέγραψε το ακόλουθο απέριττο πρωτόκολλο , με το οποίο αναγνωρίστηκε ως Γενικός Έφορος της «Ελληνικής Εταιρίας», το οποίο σώζεται στον κατάλογο χειρογράφων της «Φιλικής Εταιρίας», με τον αριθμό 642.
«Κατά την άπαξ εγκριθείσα γνώμη, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετά ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Έφορον Γενικόν της Ελληνικής Εταιρίας τον εκλαμπρότατον Πρίγκιπα κύριον Αλέξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύει και επιστατεί εν πάσιν, όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρία. Εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών. Εν Πετρουπόλι τη 12 Απριλίου 1820. Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάννης Μάνος, Εμμανουήλ Ξάνθος».
Επομένως, όπως προκύπτει από τις υπογραφές , οι παρόντες , ήσαν τουλάχιστον τρεις. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμανουήλ Ξάνθος .
Το έγγραφο, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1859, από τον Ιωάννη Φιλήμονα , ως το «ντοκουμέντο» ανάθεσης δήθεν της αρχηγίας της Εταιρίας των Φιλικών. Όμως πρόκειται για καθαρή λαθροχειρία.
Ο Υψηλάντης ανέλαβε Γενικός Έφορος της «Φιλομούσου και Φιλανθρώπου Γραικικής Εμπορικής Εταιρίας», που ήταν «το ταμείο της Επανάστασης» και της οποίας το καταστατικό μετέφερε στον Υψηλάντη ο Ξάνθος. Ο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, το 1964 έγραφε, ότι μετά από συνεννόηση του Υψηλάντη, με τα μέλη της Εταιρίας στη Μόσχα, «ετέθη σε λειτουργία η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», δια της οποίας ηλπίζετο να συγκεντρωθούν πολλά εκατομμύρια για την Εθνικήν Κάσσαν», την οποία ο Υψηλάντης σε επιστολή του τον Ιούλιο του 1820, ονόμαζε «φιλογενική Κάσσαν», γράφοντας: «Εντιμότατοι και ευγενέστατοι κύριοι Επίτροποι της εν Μόσχα Φιλογενικής Κάσσας».
Από το «πρακτικό ανάθεσης» , προκύπτουν αυτομάτως μια σειρά από σοβαρά ερωτήματα. 1)Γιατί αναφερόταν η Ελληνική Εταιρία και γιατί πουθενά δεν αναφερόταν η «Φιλική Εταιρεία»; 2) Ποιος ήταν ο Ιωάννης Μάνος, που «εισέβαλε» με την υπογραφή του στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης; 3) Ποια ήσαν «τα μέλη», που συσκέφθηκαν, και μετά από έρευνα, αναγνώρισαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως Γενικό Έφορο της Ελληνικής Εταιρίας; 4) Που και πότε έγινε η σύσκεψη των μελών; Και τέλος τι ακριβώς σημαίνει, η φράση,«εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών»;
Ο ένας από τους τρεις, που υπέγραψαν το πρωτόκολλο, ο Ξάνθος, περιέγραψε στα ψευδή απομνημονεύματά μια διαδικασία ανάθεσης της αρχηγίας στον Υψηλάντη, λέγοντας ότι, απελπισμένος από την άρνηση του Καποδίστρια, «έστρεψε τον στοχασμό του στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πήγε εις επίσκεψιν του». Αφού , παρέθετε έναν « θεατρικό» διάλογο, με τον Πρίγκιπα που, «τον υπεδέχθη ευμενώς », ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν χαραγμένος στην μνήμη του, και τον θυμόταν στα 1845, είκοσι πέντε χρόνια μετά, έγραφε με δραματικό τόνο: « Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δός μοι, Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε», και μόνον κατόπιν της χειραψίας, ομολόγησε στον Υψηλάντη, ότι η επίσκεψη του στην Αγία Πετρούπολη έγινε «για άλλην σοβαρότερη αιτία», την οποία θα του την εξηγούσε, την επόμενη μέρα. «ο Πρίγκιψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρι της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεως του ( την οποία ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδελφούς του παρ’ οις και ευρίσκεται) , ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής , έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία δια να υπογράφηται Α.Ρ, και ούτως εκατορθώθη δι’αυτού ο σκοπός της Εταιρίας».
Σύμφωνα με την «κατάθεση» του ψευδομάρτυρα Ξάνθου η διαδικασία, ανάθεσης της αρχηγίας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κράτησε δύο μέρες.
Η πρώτη επαφή έγινε την Κυριακή 11 Απριλίου/ 30 Μαρτίου 1820, όταν πήγε και «χτύπησε την πόρτα» του Υψηλάντη, και η «μύηση» άρχισε και ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου. Η περιγραφή του όμως, είναι πολύ παράξενη. Θυμόταν με λεπτομέρειες τον πρώτο διάλογο που είχε με τον Υψηλάντη αλλά είχε ξεχάσει την παρουσία του Ιωάννη Μάνου, και δεν θυμόταν αν μεσολάβησε κάποιος για να τον δεχθεί ο Υψηλάντης, και κυρίως παρέκαμψε με το σχήμα «απελπίστηκε- στράφηκε», τρεις ολόκληρους μήνες, από τις αρχές Ιανουαρίου, που ισχυρίστηκε ψευδώς ότι συνάντησε τον Καποδίστρια ως τις 11 Απριλίου.
Ο Ξάνθος , αναφερόταν, σε «έγγραφο ομολογία περί της πίστεως και αφοσιώσεως», την οποία έστειλε στους «εν Μόσχα συναδελφούς», ωστόσο, οι «εν Μόσχα», παρέδωσαν το έγγραφο αυτό αργότερα, στα αρχεία του ελληνικού κράτους, και το ίδιο το κείμενο τον διαψεύδει, αφού είναι ένα λιτό, «επαγγελματικό» κείμενο ανάθεσης και αποδοχής, μία «απόδειξη», χωρίς όρκους, και το οποίο είναι αρκούντως αμφίσημο.
Η τύχη του πρωτοκόλλου περιγραφόταν κάπως διαφορετικά δύο χρόνια πριν τα απομνημονεύματα, στο υπόμνημά που υπέβαλε προς την Εθνική Συνέλευση , στις 15 Δεκεμβρίου 1843. «Ούτος, (ο Υψηλάντης), αποδεχθής μετά προθυμίας και ενθουσιασμού, ητοιμάσθη εις την εκπλήρωσιν του σκοπού, αφού πρότερον υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο, το οποίο παρακατέθεσα εις τους κυρίους Νικόλαο Πατσιμάδη και Αντώνιο Κομιζόπουλο».
Το έστειλε η το «παρακατέθεσε»; Μέσα σε δύο χρόνια τα λέει διαφορετικά , και ήταν «ύποσχετικόν έγγραφο»(1843), ή «ένορκος βεβαίωση»(1845).
Μπορεί βέβαια και να μη θυμόταν. Θυμόταν όμως, τις «ατάκες», του θεατρικού διαλόγου.
Οι αντιφάσεις των ψευδών «καταθέσεων» του Ξάνθου, είναι κραυγαλέες.
Το 1843 έγραφε ότι ο Υψηλάντης «υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο», αλλά το «πρακτικό ανάθεσης» που βρίσκεται στα αρχεία του ελληνικού Κράτους, δεν είναι «υποσχετικό έγγραφο», κατά κανένα τρόπο.
Η «παραλλαγή», του 1845 , «και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν», δεν στηρίζεται πουθενά. Η ορκωμοσία, που αναφέρει ο Ξάνθος, για την είσοδο του Υψηλάντη, στην «εταιρία των Φιλικών», δεν έγινε, παρουσία του, και άλλωστε ο Ξάνθος δεν είχε να μας παρουσιάσει το «αφιερωτικό γράμμα» του αρχηγού, αλλά και ούτε ποτέ κατατέθηκε ένα τέτοιο έγγραφο, αργότερα, από άλλον, στα Αρχεία του κράτους όπως έγινε με το «πρακτικό» του Γενικού Εφόρου.
Τα γεγονότα , περί την «μύηση» του Υψηλάντη στην «Εταιρία» και την ανάληψη της αρχηγίας του Αγώνα, τα περιέγραψε διαφορετικά στην αυτοβιογραφία της η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ , όπως τα άκουσε από τον ίδιο .
«Τον χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρίας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με τους Έλληνες του Μωρία και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά. Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της, ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες, η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β. Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά- σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι. Με λίγα λόγια λοιπόν, εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον, του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσον ενδόξου όσον και επικινδύνου εγχειρήματος. Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και τον εβεβαίωσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης. Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφθεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επιδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού φίλο του και του επανέλαβε αυτό που είχε πει πολλές φορές τους συμπατριώτες του, ότι ακόμα και αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον Τσάρο Αλέξανδρο να κηρυχθεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υπόθεσης η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με το μέρος της Ελλάδας».****
Η περιγραφή της Λούλου Τύρχαϊμ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Ξάνθου. Η διαδικασίας «μύησης», και παράλληλα η διαπραγμάτευση κράτησε αρκετές εβδομάδες , σύμφωνα με όσα της έλεγε ο Υψηλάντης, ενώ ο Ξάνθος υποστηρίζει, ότι όλα έγιναν σε δύο μέρες.
Για την εξέλιξη της μύησης του Υψηλάντη, όπως έγραφε η Τύρχαϊμ ενημερωνόταν ο Καποδίστριας που ήταν, «πληροφορημένος για όλα», ενώ «στο τέλος της διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η μύηση, έδειξαν στον Υψηλάντη τους καταλόγους» με τα ονόματα των μυημένων.
«Τα επίσημα πρόσωπα» της Εταιρίας, υποστήριζε η Τύρχαϊμ, μίλησαν στον Υψηλάντη, για την ανάπτυξη του κινήματος στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, και του έλεγαν ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά, και σιγά-σιγά
ο Υψηλάντης, «είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι». Ο Ξάνθος αντίθετα, θυμόταν ότι όλα έγιναν με ενθουσιασμό και σχεδόν ακαριαία: «Την επιούσαν, ο Ξάνθος, επήγεν εις αυτόν, του εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών»(!!).
****Λούλου Τυρχάϊμ. Lulu Thürheim. Mein Leben. Erinnerungen aus Österreichs grosser Welt. 1788-1819.(μετάφραση από τα γερμανικά του Καθηγητή Π.Κ.Ενεπεκίδη). Περισσότερα στο Βιβλίο μου
«η Επανάσταση των Φιλογενών»
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις
31 Μαρτίου/12 Απριλίου 1820, στην αγία Πετρούπολη, υπέγραψε το ακόλουθο απέριττο πρωτόκολλο , με το οποίο αναγνωρίστηκε ως Γενικός Έφορος της «Ελληνικής Εταιρίας», το οποίο σώζεται στον κατάλογο χειρογράφων της «Φιλικής Εταιρίας», με τον αριθμό 642.
«Κατά την άπαξ εγκριθείσα γνώμη, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετά ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Έφορον Γενικόν της Ελληνικής Εταιρίας τον εκλαμπρότατον Πρίγκιπα κύριον Αλέξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύει και επιστατεί εν πάσιν, όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρία. Εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών. Εν Πετρουπόλι τη 12 Απριλίου 1820. Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάννης Μάνος, Εμμανουήλ Ξάνθος».
Επομένως, όπως προκύπτει από τις υπογραφές , οι παρόντες , ήσαν τουλάχιστον τρεις. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμανουήλ Ξάνθος .
Το έγγραφο, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1859, από τον Ιωάννη Φιλήμονα , ως το «ντοκουμέντο» ανάθεσης δήθεν της αρχηγίας της Εταιρίας των Φιλικών. Όμως πρόκειται για καθαρή λαθροχειρία.
Ο Υψηλάντης ανέλαβε Γενικός Έφορος της «Φιλομούσου και Φιλανθρώπου Γραικικής Εμπορικής Εταιρίας», που ήταν «το ταμείο της Επανάστασης» και της οποίας το καταστατικό μετέφερε στον Υψηλάντη ο Ξάνθος. Ο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, το 1964 έγραφε, ότι μετά από συνεννόηση του Υψηλάντη, με τα μέλη της Εταιρίας στη Μόσχα, «ετέθη σε λειτουργία η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», δια της οποίας ηλπίζετο να συγκεντρωθούν πολλά εκατομμύρια για την Εθνικήν Κάσσαν», την οποία ο Υψηλάντης σε επιστολή του τον Ιούλιο του 1820, ονόμαζε «φιλογενική Κάσσαν», γράφοντας: «Εντιμότατοι και ευγενέστατοι κύριοι Επίτροποι της εν Μόσχα Φιλογενικής Κάσσας».
Από το «πρακτικό ανάθεσης» , προκύπτουν αυτομάτως μια σειρά από σοβαρά ερωτήματα. 1)Γιατί αναφερόταν η Ελληνική Εταιρία και γιατί πουθενά δεν αναφερόταν η «Φιλική Εταιρεία»; 2) Ποιος ήταν ο Ιωάννης Μάνος, που «εισέβαλε» με την υπογραφή του στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης; 3) Ποια ήσαν «τα μέλη», που συσκέφθηκαν, και μετά από έρευνα, αναγνώρισαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως Γενικό Έφορο της Ελληνικής Εταιρίας; 4) Που και πότε έγινε η σύσκεψη των μελών; Και τέλος τι ακριβώς σημαίνει, η φράση,«εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών»;
Ο ένας από τους τρεις, που υπέγραψαν το πρωτόκολλο, ο Ξάνθος, περιέγραψε στα ψευδή απομνημονεύματά μια διαδικασία ανάθεσης της αρχηγίας στον Υψηλάντη, λέγοντας ότι, απελπισμένος από την άρνηση του Καποδίστρια, «έστρεψε τον στοχασμό του στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πήγε εις επίσκεψιν του». Αφού , παρέθετε έναν « θεατρικό» διάλογο, με τον Πρίγκιπα που, «τον υπεδέχθη ευμενώς », ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν χαραγμένος στην μνήμη του, και τον θυμόταν στα 1845, είκοσι πέντε χρόνια μετά, έγραφε με δραματικό τόνο: « Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δός μοι, Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε», και μόνον κατόπιν της χειραψίας, ομολόγησε στον Υψηλάντη, ότι η επίσκεψη του στην Αγία Πετρούπολη έγινε «για άλλην σοβαρότερη αιτία», την οποία θα του την εξηγούσε, την επόμενη μέρα. «ο Πρίγκιψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρι της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεως του ( την οποία ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδελφούς του παρ’ οις και ευρίσκεται) , ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής , έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία δια να υπογράφηται Α.Ρ, και ούτως εκατορθώθη δι’αυτού ο σκοπός της Εταιρίας».
Σύμφωνα με την «κατάθεση» του ψευδομάρτυρα Ξάνθου η διαδικασία, ανάθεσης της αρχηγίας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κράτησε δύο μέρες.
Η πρώτη επαφή έγινε την Κυριακή 11 Απριλίου/ 30 Μαρτίου 1820, όταν πήγε και «χτύπησε την πόρτα» του Υψηλάντη, και η «μύηση» άρχισε και ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου. Η περιγραφή του όμως, είναι πολύ παράξενη. Θυμόταν με λεπτομέρειες τον πρώτο διάλογο που είχε με τον Υψηλάντη αλλά είχε ξεχάσει την παρουσία του Ιωάννη Μάνου, και δεν θυμόταν αν μεσολάβησε κάποιος για να τον δεχθεί ο Υψηλάντης, και κυρίως παρέκαμψε με το σχήμα «απελπίστηκε- στράφηκε», τρεις ολόκληρους μήνες, από τις αρχές Ιανουαρίου, που ισχυρίστηκε ψευδώς ότι συνάντησε τον Καποδίστρια ως τις 11 Απριλίου.
Ο Ξάνθος , αναφερόταν, σε «έγγραφο ομολογία περί της πίστεως και αφοσιώσεως», την οποία έστειλε στους «εν Μόσχα συναδελφούς», ωστόσο, οι «εν Μόσχα», παρέδωσαν το έγγραφο αυτό αργότερα, στα αρχεία του ελληνικού κράτους, και το ίδιο το κείμενο τον διαψεύδει, αφού είναι ένα λιτό, «επαγγελματικό» κείμενο ανάθεσης και αποδοχής, μία «απόδειξη», χωρίς όρκους, και το οποίο είναι αρκούντως αμφίσημο.
Η τύχη του πρωτοκόλλου περιγραφόταν κάπως διαφορετικά δύο χρόνια πριν τα απομνημονεύματα, στο υπόμνημά που υπέβαλε προς την Εθνική Συνέλευση , στις 15 Δεκεμβρίου 1843. «Ούτος, (ο Υψηλάντης), αποδεχθής μετά προθυμίας και ενθουσιασμού, ητοιμάσθη εις την εκπλήρωσιν του σκοπού, αφού πρότερον υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο, το οποίο παρακατέθεσα εις τους κυρίους Νικόλαο Πατσιμάδη και Αντώνιο Κομιζόπουλο».
Το έστειλε η το «παρακατέθεσε»; Μέσα σε δύο χρόνια τα λέει διαφορετικά , και ήταν «ύποσχετικόν έγγραφο»(1843), ή «ένορκος βεβαίωση»(1845).
Μπορεί βέβαια και να μη θυμόταν. Θυμόταν όμως, τις «ατάκες», του θεατρικού διαλόγου.
Οι αντιφάσεις των ψευδών «καταθέσεων» του Ξάνθου, είναι κραυγαλέες.
Το 1843 έγραφε ότι ο Υψηλάντης «υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο», αλλά το «πρακτικό ανάθεσης» που βρίσκεται στα αρχεία του ελληνικού Κράτους, δεν είναι «υποσχετικό έγγραφο», κατά κανένα τρόπο.
Η «παραλλαγή», του 1845 , «και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν», δεν στηρίζεται πουθενά. Η ορκωμοσία, που αναφέρει ο Ξάνθος, για την είσοδο του Υψηλάντη, στην «εταιρία των Φιλικών», δεν έγινε, παρουσία του, και άλλωστε ο Ξάνθος δεν είχε να μας παρουσιάσει το «αφιερωτικό γράμμα» του αρχηγού, αλλά και ούτε ποτέ κατατέθηκε ένα τέτοιο έγγραφο, αργότερα, από άλλον, στα Αρχεία του κράτους όπως έγινε με το «πρακτικό» του Γενικού Εφόρου.
Τα γεγονότα , περί την «μύηση» του Υψηλάντη στην «Εταιρία» και την ανάληψη της αρχηγίας του Αγώνα, τα περιέγραψε διαφορετικά στην αυτοβιογραφία της η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ , όπως τα άκουσε από τον ίδιο .
«Τον χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρίας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με τους Έλληνες του Μωρία και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά. Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της, ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες, η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β. Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά- σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι. Με λίγα λόγια λοιπόν, εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον, του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσον ενδόξου όσον και επικινδύνου εγχειρήματος. Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και τον εβεβαίωσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης. Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφθεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επιδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού φίλο του και του επανέλαβε αυτό που είχε πει πολλές φορές τους συμπατριώτες του, ότι ακόμα και αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον Τσάρο Αλέξανδρο να κηρυχθεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υπόθεσης η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με το μέρος της Ελλάδας».****
Η περιγραφή της Λούλου Τύρχαϊμ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Ξάνθου. Η διαδικασίας «μύησης», και παράλληλα η διαπραγμάτευση κράτησε αρκετές εβδομάδες , σύμφωνα με όσα της έλεγε ο Υψηλάντης, ενώ ο Ξάνθος υποστηρίζει, ότι όλα έγιναν σε δύο μέρες.
Για την εξέλιξη της μύησης του Υψηλάντη, όπως έγραφε η Τύρχαϊμ ενημερωνόταν ο Καποδίστριας που ήταν, «πληροφορημένος για όλα», ενώ «στο τέλος της διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η μύηση, έδειξαν στον Υψηλάντη τους καταλόγους» με τα ονόματα των μυημένων.
«Τα επίσημα πρόσωπα» της Εταιρίας, υποστήριζε η Τύρχαϊμ, μίλησαν στον Υψηλάντη, για την ανάπτυξη του κινήματος στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, και του έλεγαν ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά, και σιγά-σιγά
ο Υψηλάντης, «είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι». Ο Ξάνθος αντίθετα, θυμόταν ότι όλα έγιναν με ενθουσιασμό και σχεδόν ακαριαία: «Την επιούσαν, ο Ξάνθος, επήγεν εις αυτόν, του εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών»(!!).
****Λούλου Τυρχάϊμ. Lulu Thürheim. Mein Leben. Erinnerungen aus Österreichs grosser Welt. 1788-1819.(μετάφραση από τα γερμανικά του Καθηγητή Π.Κ.Ενεπεκίδη). Περισσότερα στο Βιβλίο μου
«η Επανάσταση των Φιλογενών»
Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018
3/3/18 Το πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης της 23ης Μαρτίου/4ης Απριλίου 1826, για τη ανεξαρτησία της Ελλάδας και ο Καποδίστριας
του Σπύρου Χατζάρα
Η τελική νίκη της Ελληνικής Επανάστασης, που εξ αρχής είχε σχεδιαστεί για να οδηγήσει σε διπλωματική λύση, επετεύχθη με διπλωματικά μέσα, όταν ψυχορραγούσε στρατιωτικά και οικονομικά, μετά την εισβολή του Αβραάμ (Ιμπραχίμ) και την πτώση του Μεσολογγίου.
Η πολιτική λύση θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί από το 1821, είτε μετά τη νίκη στα Δερβενάκια το 1822, είτε το 1824-25. Ήρθε το 1826.
Η Ανεξαρτησία της Ελλάδος, δεν επετεύχθη ούτε με τα δάνεια της Αγγλίας, ούτε με τις προσπάθειες της «Επιτροπής της Ζακύνθου», ούτε με το ψήφισμα υποτέλειας του Μαυροκορδάτου, με το οποίο το ελληνικό Έθνος, έθετε «εκουσίως», την Ελευθερία, την Εθνική του Ανεξαρτησία και την πολιτική του ύπαρξη, «υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας». Η αποφασιστική, καθοριστική καμπή στροφή ήταν η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Αγίας Πετρούπολης, μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας της 23ης Μαρτίου/4ης Απριλίου 1826.
Η διπλωματική νίκη της ελληνικής επανάστασης, προήλθε από τις ενέργειες του Καποδίστρια, που δεν έχασε ποτέ τα στηρίγματα του στην Αυλή της Αγίας Πετρούπολης και στο ρωσικό υπουργείο εξωτερικών.
Η νίκη του Καποδίστρια απέναντι στην αγγλική πολιτική ήταν πολιτικό προϊόν ,του πραξικοπήματος του Δεκεμβρίου του 1825, που απομάκρυνε από τον θρόνο τον Τσάρο Αλέξανδρο, και την ομάδα των «αγγλόφιλων» συμβούλων του. Αμέσως μετά την επιστροφή των στελεχών του «πατριωτικού πολέμου» στην εξουσία, μαζί με τον τσάρο Νικόλαο, ο «Καποδιστριακός» πρώην πρέσβης της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, και φανατικός «ρώσος πατριώτης» Γκριγκόρι Στρόγκανωφ, που και αυτός μετά την αποχώρηση του Καποδίστρια είχε ζητήσει και λάβει επ΄ αόριστον άδεια και ζούσε στην Δρέσδη, έσπευσε στην ρωσική πρωτεύουσα, και στις 30 Ιανουαρίου 1826, με υπόμνημα προς το Νικόλαο Α’, επανέφερε την πολιτική Καποδίστρια του 1822, επισημαίνοντας ότι οι όροι της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812,είχαν παραβιαστεί από την Τουρκία, γεγονός που επέτρεπε την κήρυξη πολέμου που θα είχε την υποστήριξη όλου του ρωσικού λαού, και που θα οδηγούσε στη σωτηρία των χριστιανών Ελλήνων, από τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι.
Ο Νικόλαος, απεδέχθη την εισήγηση, και διέταξε τη συγκέντρωση στρατευμάτων στον Προύθο. Στο Λονδίνο, όταν πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις επικράτησε πανικός, και ο Ουέλινγκτον μη έχοντας άλλα μέσα για να αποτρέψει τον πόλεμο, και για να μην ξεπεραστεί από τα γεγονότα, έσπευσε με δική του πρωτοβουλία στην Αγία Πετρούπολη, για να προσφέρει στον Τσάρο την υποστήριξη της Αγγλίας για τη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος, ενώ παράλληλα διέταξε την αποστολή ενός έμπιστου ρουφιάνου στην Ελλάδα για να δημιουργήσει στοιχεία που θα δυσφημούσαν τον Καποδίστρια.
Η αγγλο-ρωσική συνεννόηση, που προσπαθούσε μάταια να επιτύχει τον χειμώνα του 1821 ο Καποδίστριας, έγινε «αναγκαστικά» τον Μάρτιο του 1826.
Το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, έθαψε τις συμφωνίες της Βιέννης του Τσάρου Αλεξάνδρου με τους Μέτερνιχ και Ουέλινγκτον για τις σχέσεις με την Τουρκία, του Σεπτέμβριου του 1822, που έριξαν ταφόπλακα στο «ελληνικό ζήτημα». Το αγγλο-ρωσικό πρωτόκολλο, αφορούσε μόνο στο ζήτημα των Ελλήνων, και οι δύο Δυνάμεις συμφωνούσαν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους, που κατόπιν της επιμονής της Αγγλίας, θα ήταν φόρου υποτελές στο Σουλτάνο, για να μην ανατραπεί το «στάτους κβο».
Ο Μέτερνιχ, που κατέγραψε τη «συντριβή» του από το πρωτόκολλο στα ημερολόγιο του, και ο Ουέλινγκτον, των Ρότσιλντ είχαν ηττηθεί, αλλά όχι τελειωτικά.
Ο Καποδίστριας που πέτυχε την καταρχήν δέσμευση της αγγλικής πολιτικής, απέρριψε τον όρο του Ουέλινγκτον, για τον φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο , και για αυτό έστειλε οδηγίες στον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη που ανεφεραν: «Να μη δώσετε ακρόαση, αν σας προτείνουν υποταγή εις τον σουλτάνο, και να αποκριθείτε ότι με το σπαθί μας θα υπογράψουμε την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας ή τον θάνατόν μας. Να μη φοβηθείτε τίποτε, και να επιμείνετε εις την απόφαση σας, επειδή δεν μπορούν να πράξουν τίποτα εναντίον των δικαίων της Ελλάδος, αρκεί να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγή».
Ο πράκτορας που έστειλαν οι Άγγλοι από τα Επτάνησα λεγόταν Σπύρος Μεταξάς. αλλά κυκλοφορούσε ως «Σπηλιάδης Μεσθενοπούλος».
Ο πράκτορας της Στοάς της Ζακύνθου, μεταφέρθηκε από την Ζάκυνθο στο Ναύπλιο, από τον Μιαούλ(η), και εμφανίστηκε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Άργος, λίγο πριν τις 6/18 Απριλίου1826, που άρχισε η Τρίτη Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, με πλαστή συστατική επιστολή του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, που τότε ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, και η οποία συνιστούσε τον Μεσθενόπουλο, ως μαθητή του, άξιο να τεθεί στην υπητεσία της πατρίδος.
Ο πράκτορας έδωσε στον Κολοκοτρώνη και μια γραμματική ως δώρο του Οικονόμου, και εν συνεχεία ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως με τον στρατηγό.Τότε ζήτησε να του δώσει άνθρακα από έλατο, και αφού τον έκανε σκόνη, το άπλωσε στο άγραφο μέρος της συστατικής επιστολής και τότε φάνηκαν άλλα γράμματα. Ήταν επιστολή που υποτίθεται είχε γράψει ο Βιάρος Καποδιστριας, προς τον Κολοκοτρώνη , με την οποία του ζητούσε, «να δώσει πίστη είς όσα θά του ειπεί ο επιφέρων», και ότι είχε στα χέρια σαράντα χιλιάδας δίστηλα, από τα οποία ένα μέρος είχε στείλει στο Μεσολόγγι, και τα υπόλοιπα θα τα μεταχειριζόταν , «διά την κοινήν σωτηρίαν» και το «καλόν της πατρίδος».
Στη συνέχεια, ο πράκτορας ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη ,να του ορκισθεί ότι θα κρατήσει το «μυστικό», για το περί ου ό λόγος «καλόν της πατρίδος», πριν του το αποκαλύψει, και επειδή ο «Γέρος» αρνήθηκε, εκείνος για να τον πείσει έβγαλε από την τσάντα του τέσσερα εφοδιαστικά έγγραφα μιας μυστικής οργανώσεως, που είχαν ένα κύκλο με πυροβόλα, και άλλα σημεία πέριξ, που ήταν ασυμπλήρωτα και του είπε ότι το ένα είναι για τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη, και τα άλλα τρία μπορούσε να τα δώσει σε όποιον εκείνος θελήσει. Στη συνέχεια ο πράκτορας, του παρουσίασε ένα μυστικό «πρωτόκολλο» χωρίς υπογραφές , το οποίο εμφάνιζε τον Καποδίστρια, τον μητροπολίτη Ίγνάτιο , τον Στούρζα και τον υπασπιστή του Δουκός Κωνσταντίνου, στρατηγό Δημήτριο Κουρούτα, να συνωμοτούν με άλλους Ρώσους αξιωματούχους, για να οργανώσουν αποστασία εντός του ρωσικού στρατεύματος, ώστε ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας, να μεταφέρει 40.000 στρατιώτες, στην Χρυσούπολη, να καταληφθεί
η Κωνσταντινούπολη και να ανακηρυχθεί ο Κωνσταντίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως. Και στο τέλος, παρουσιάσε μια άναφορά προς τον (νεκρό) αύτοκράτορα 'Αλέξανδρο, που έπρεπε νά υπογράψει ο Κολοκοτρώνης, με την οποία τον ικέτευε ν' αναγνωρίσει τόν Κωνσταντίνο ως αυτοκράτορα των Ελλήνων.
Η «επιχείρηση» αυτή απέβλεπε στο να δημιουργήσει «απτά αποδεικτικά στοιχεία» για την «ελληνική συνωμοσία», εντός του ρωσικού στρατού, και για την εμπλοκή του Καποδίστρια στην επανάσταση των «Δεκεμβριστών» αξιωματικών , που είχε εκδηλωθεί στις 14/26 Δεκεμβρίου 1825, στην Αγία Πετρούπολη, μετά τον θάνατο του Τσάρου Αλεξάνδρου την 1 Δεκεμβρίου 1825 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόκ) ,και ώστε να ακυρώσει τις προσπάθειες του για να προσανατολίσει προς όφελος των Ελλήνων, την πολιτική του Τσάρου Νικολάου. Η εντολή για την επείγουσα αυτή επιχείρηση δόθηκε στη Ζάκυνθο, απευθείας από το Λονδίνο, και η επιλογή του πράκτορα ήταν βιαστική δεν ήταν καλύτερη. Παράλληλα με τη «διπλωματική» διάσταση της επιχείρησης, υπήρχε και η «μικροπολιτική», με την δήθεν «υπόσχεση» του Βιάρου προς τον Κολοκοτρώνη, ότι έχει χρήματα στη διάθεσή του για την «κοινή Σωτηρία», δηλαδή για την εξαγορά ψήφων στην επικείμενη εθνοσυνέλευση. Η μη καταβολή των χρημάτων, που δεν υπήρχαν, θα δημιουργούσε όπως πίστευε ο Ρώμας, ρήξη στις σχέσεις του Κολοκοτρώνη με τους Καποδίστρια.
Ο «Γέρος» δεν ήξερε τα «διπλωματικά», κατάλαβε όμως ότι είχε να κάνει με κατάσκοπο, του κατέσχεσε την τσάντα, και διαπίστωσε ότι είχε «συστατικά γράμματα» του Ζακυνθινού πλοιοκτήτη Θεοδ. Λεονταρίτη, για τον Πετρόμπεη, και του επέβαλε να τον ακολουθήσει στην Επίδαυρο, όπου τον υποχρέωσε να επαναλάβει ότι του είχε πει προς τον Παλαιών Πατρών και προς τον Ζαΐμη, (της παρατάξεως Ρώμα-Μαυροκορδάτου), και στη συνέχεια τον έστειλε να «περιμένει» στον Πύργο.
Ο πράκτορας «δραπέτευσε», από την Πελοπόννησο, και με πλαστά συστατικά γράμματα ως απεσταλμένος τάχα του Κολοκοτρώνη πήγε στην Πίζα και συναντήθηκε με τον Ιγνάτιο και τον Καρατζά, στους οποίους συστήθηκε ως ανιψιός του Καραϊσκάκη, και έλαβε συστατικά γράμματα για να πάει στον Καποδίστρια στην Ελβετία. Ταυτοχρόνως ο Ρώμας, ενημερωθείς από τον Ζαΐμη και τον Γερμανό, για να καλύψει τα ίχνη του, έστειλε από την επιτροπή της Ζακύνθου τον Χριστόφορο Ζαχαριάδη για να ρωτήσει τον Κολοκοτρώνη μη τυχόν έδωσε γράμματα προς τον «κατάσκοπο», για να «ληφθούν μέτρα».
Στη Γενεύη, ο «Μεσθενόπουλος-Μεταξάς», απέσπασε ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Καποδίστρια, προς τον Κολοκοτρώνη καί τον Καραϊσκάκη, που ανέφερε:
«Να μή δώσετε ακρόασιν, αν σας προτείνωσιν υποταγην εις τον σουλτάνον, και ν' άποκριθητε ότι με το σπαθί μας θα υπογράψωμεν την ελευθερίαν μας και άνεξαρτησίαν ή τόν θάνατόν μας, να μη φοβηθήτε δε τίποτέ, και να επίμείνετε είς τήν άπόφασίν σας, επεδή δέν μπορουσι νά πράξωσι τίποτε έναντίον των δικαίων τής Έλλάδος, άρκει να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγήν».
Η τελική νίκη της Ελληνικής Επανάστασης, που εξ αρχής είχε σχεδιαστεί για να οδηγήσει σε διπλωματική λύση, επετεύχθη με διπλωματικά μέσα, όταν ψυχορραγούσε στρατιωτικά και οικονομικά, μετά την εισβολή του Αβραάμ (Ιμπραχίμ) και την πτώση του Μεσολογγίου.
Η πολιτική λύση θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί από το 1821, είτε μετά τη νίκη στα Δερβενάκια το 1822, είτε το 1824-25. Ήρθε το 1826.
Η Ανεξαρτησία της Ελλάδος, δεν επετεύχθη ούτε με τα δάνεια της Αγγλίας, ούτε με τις προσπάθειες της «Επιτροπής της Ζακύνθου», ούτε με το ψήφισμα υποτέλειας του Μαυροκορδάτου, με το οποίο το ελληνικό Έθνος, έθετε «εκουσίως», την Ελευθερία, την Εθνική του Ανεξαρτησία και την πολιτική του ύπαρξη, «υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας». Η αποφασιστική, καθοριστική καμπή στροφή ήταν η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Αγίας Πετρούπολης, μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας της 23ης Μαρτίου/4ης Απριλίου 1826.
Η διπλωματική νίκη της ελληνικής επανάστασης, προήλθε από τις ενέργειες του Καποδίστρια, που δεν έχασε ποτέ τα στηρίγματα του στην Αυλή της Αγίας Πετρούπολης και στο ρωσικό υπουργείο εξωτερικών.
Η νίκη του Καποδίστρια απέναντι στην αγγλική πολιτική ήταν πολιτικό προϊόν ,του πραξικοπήματος του Δεκεμβρίου του 1825, που απομάκρυνε από τον θρόνο τον Τσάρο Αλέξανδρο, και την ομάδα των «αγγλόφιλων» συμβούλων του. Αμέσως μετά την επιστροφή των στελεχών του «πατριωτικού πολέμου» στην εξουσία, μαζί με τον τσάρο Νικόλαο, ο «Καποδιστριακός» πρώην πρέσβης της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, και φανατικός «ρώσος πατριώτης» Γκριγκόρι Στρόγκανωφ, που και αυτός μετά την αποχώρηση του Καποδίστρια είχε ζητήσει και λάβει επ΄ αόριστον άδεια και ζούσε στην Δρέσδη, έσπευσε στην ρωσική πρωτεύουσα, και στις 30 Ιανουαρίου 1826, με υπόμνημα προς το Νικόλαο Α’, επανέφερε την πολιτική Καποδίστρια του 1822, επισημαίνοντας ότι οι όροι της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812,είχαν παραβιαστεί από την Τουρκία, γεγονός που επέτρεπε την κήρυξη πολέμου που θα είχε την υποστήριξη όλου του ρωσικού λαού, και που θα οδηγούσε στη σωτηρία των χριστιανών Ελλήνων, από τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι.
Ο Νικόλαος, απεδέχθη την εισήγηση, και διέταξε τη συγκέντρωση στρατευμάτων στον Προύθο. Στο Λονδίνο, όταν πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις επικράτησε πανικός, και ο Ουέλινγκτον μη έχοντας άλλα μέσα για να αποτρέψει τον πόλεμο, και για να μην ξεπεραστεί από τα γεγονότα, έσπευσε με δική του πρωτοβουλία στην Αγία Πετρούπολη, για να προσφέρει στον Τσάρο την υποστήριξη της Αγγλίας για τη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος, ενώ παράλληλα διέταξε την αποστολή ενός έμπιστου ρουφιάνου στην Ελλάδα για να δημιουργήσει στοιχεία που θα δυσφημούσαν τον Καποδίστρια.
Η αγγλο-ρωσική συνεννόηση, που προσπαθούσε μάταια να επιτύχει τον χειμώνα του 1821 ο Καποδίστριας, έγινε «αναγκαστικά» τον Μάρτιο του 1826.
Το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, έθαψε τις συμφωνίες της Βιέννης του Τσάρου Αλεξάνδρου με τους Μέτερνιχ και Ουέλινγκτον για τις σχέσεις με την Τουρκία, του Σεπτέμβριου του 1822, που έριξαν ταφόπλακα στο «ελληνικό ζήτημα». Το αγγλο-ρωσικό πρωτόκολλο, αφορούσε μόνο στο ζήτημα των Ελλήνων, και οι δύο Δυνάμεις συμφωνούσαν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους, που κατόπιν της επιμονής της Αγγλίας, θα ήταν φόρου υποτελές στο Σουλτάνο, για να μην ανατραπεί το «στάτους κβο».
Ο Μέτερνιχ, που κατέγραψε τη «συντριβή» του από το πρωτόκολλο στα ημερολόγιο του, και ο Ουέλινγκτον, των Ρότσιλντ είχαν ηττηθεί, αλλά όχι τελειωτικά.
Ο Καποδίστριας που πέτυχε την καταρχήν δέσμευση της αγγλικής πολιτικής, απέρριψε τον όρο του Ουέλινγκτον, για τον φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο , και για αυτό έστειλε οδηγίες στον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη που ανεφεραν: «Να μη δώσετε ακρόαση, αν σας προτείνουν υποταγή εις τον σουλτάνο, και να αποκριθείτε ότι με το σπαθί μας θα υπογράψουμε την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας ή τον θάνατόν μας. Να μη φοβηθείτε τίποτε, και να επιμείνετε εις την απόφαση σας, επειδή δεν μπορούν να πράξουν τίποτα εναντίον των δικαίων της Ελλάδος, αρκεί να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγή».
Ο πράκτορας που έστειλαν οι Άγγλοι από τα Επτάνησα λεγόταν Σπύρος Μεταξάς. αλλά κυκλοφορούσε ως «Σπηλιάδης Μεσθενοπούλος».
Ο πράκτορας της Στοάς της Ζακύνθου, μεταφέρθηκε από την Ζάκυνθο στο Ναύπλιο, από τον Μιαούλ(η), και εμφανίστηκε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Άργος, λίγο πριν τις 6/18 Απριλίου1826, που άρχισε η Τρίτη Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, με πλαστή συστατική επιστολή του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, που τότε ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, και η οποία συνιστούσε τον Μεσθενόπουλο, ως μαθητή του, άξιο να τεθεί στην υπητεσία της πατρίδος.
Ο πράκτορας έδωσε στον Κολοκοτρώνη και μια γραμματική ως δώρο του Οικονόμου, και εν συνεχεία ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως με τον στρατηγό.Τότε ζήτησε να του δώσει άνθρακα από έλατο, και αφού τον έκανε σκόνη, το άπλωσε στο άγραφο μέρος της συστατικής επιστολής και τότε φάνηκαν άλλα γράμματα. Ήταν επιστολή που υποτίθεται είχε γράψει ο Βιάρος Καποδιστριας, προς τον Κολοκοτρώνη , με την οποία του ζητούσε, «να δώσει πίστη είς όσα θά του ειπεί ο επιφέρων», και ότι είχε στα χέρια σαράντα χιλιάδας δίστηλα, από τα οποία ένα μέρος είχε στείλει στο Μεσολόγγι, και τα υπόλοιπα θα τα μεταχειριζόταν , «διά την κοινήν σωτηρίαν» και το «καλόν της πατρίδος».
Στη συνέχεια, ο πράκτορας ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη ,να του ορκισθεί ότι θα κρατήσει το «μυστικό», για το περί ου ό λόγος «καλόν της πατρίδος», πριν του το αποκαλύψει, και επειδή ο «Γέρος» αρνήθηκε, εκείνος για να τον πείσει έβγαλε από την τσάντα του τέσσερα εφοδιαστικά έγγραφα μιας μυστικής οργανώσεως, που είχαν ένα κύκλο με πυροβόλα, και άλλα σημεία πέριξ, που ήταν ασυμπλήρωτα και του είπε ότι το ένα είναι για τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη, και τα άλλα τρία μπορούσε να τα δώσει σε όποιον εκείνος θελήσει. Στη συνέχεια ο πράκτορας, του παρουσίασε ένα μυστικό «πρωτόκολλο» χωρίς υπογραφές , το οποίο εμφάνιζε τον Καποδίστρια, τον μητροπολίτη Ίγνάτιο , τον Στούρζα και τον υπασπιστή του Δουκός Κωνσταντίνου, στρατηγό Δημήτριο Κουρούτα, να συνωμοτούν με άλλους Ρώσους αξιωματούχους, για να οργανώσουν αποστασία εντός του ρωσικού στρατεύματος, ώστε ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας, να μεταφέρει 40.000 στρατιώτες, στην Χρυσούπολη, να καταληφθεί
η Κωνσταντινούπολη και να ανακηρυχθεί ο Κωνσταντίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως. Και στο τέλος, παρουσιάσε μια άναφορά προς τον (νεκρό) αύτοκράτορα 'Αλέξανδρο, που έπρεπε νά υπογράψει ο Κολοκοτρώνης, με την οποία τον ικέτευε ν' αναγνωρίσει τόν Κωνσταντίνο ως αυτοκράτορα των Ελλήνων.
Η «επιχείρηση» αυτή απέβλεπε στο να δημιουργήσει «απτά αποδεικτικά στοιχεία» για την «ελληνική συνωμοσία», εντός του ρωσικού στρατού, και για την εμπλοκή του Καποδίστρια στην επανάσταση των «Δεκεμβριστών» αξιωματικών , που είχε εκδηλωθεί στις 14/26 Δεκεμβρίου 1825, στην Αγία Πετρούπολη, μετά τον θάνατο του Τσάρου Αλεξάνδρου την 1 Δεκεμβρίου 1825 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόκ) ,και ώστε να ακυρώσει τις προσπάθειες του για να προσανατολίσει προς όφελος των Ελλήνων, την πολιτική του Τσάρου Νικολάου. Η εντολή για την επείγουσα αυτή επιχείρηση δόθηκε στη Ζάκυνθο, απευθείας από το Λονδίνο, και η επιλογή του πράκτορα ήταν βιαστική δεν ήταν καλύτερη. Παράλληλα με τη «διπλωματική» διάσταση της επιχείρησης, υπήρχε και η «μικροπολιτική», με την δήθεν «υπόσχεση» του Βιάρου προς τον Κολοκοτρώνη, ότι έχει χρήματα στη διάθεσή του για την «κοινή Σωτηρία», δηλαδή για την εξαγορά ψήφων στην επικείμενη εθνοσυνέλευση. Η μη καταβολή των χρημάτων, που δεν υπήρχαν, θα δημιουργούσε όπως πίστευε ο Ρώμας, ρήξη στις σχέσεις του Κολοκοτρώνη με τους Καποδίστρια.
Ο «Γέρος» δεν ήξερε τα «διπλωματικά», κατάλαβε όμως ότι είχε να κάνει με κατάσκοπο, του κατέσχεσε την τσάντα, και διαπίστωσε ότι είχε «συστατικά γράμματα» του Ζακυνθινού πλοιοκτήτη Θεοδ. Λεονταρίτη, για τον Πετρόμπεη, και του επέβαλε να τον ακολουθήσει στην Επίδαυρο, όπου τον υποχρέωσε να επαναλάβει ότι του είχε πει προς τον Παλαιών Πατρών και προς τον Ζαΐμη, (της παρατάξεως Ρώμα-Μαυροκορδάτου), και στη συνέχεια τον έστειλε να «περιμένει» στον Πύργο.
Ο πράκτορας «δραπέτευσε», από την Πελοπόννησο, και με πλαστά συστατικά γράμματα ως απεσταλμένος τάχα του Κολοκοτρώνη πήγε στην Πίζα και συναντήθηκε με τον Ιγνάτιο και τον Καρατζά, στους οποίους συστήθηκε ως ανιψιός του Καραϊσκάκη, και έλαβε συστατικά γράμματα για να πάει στον Καποδίστρια στην Ελβετία. Ταυτοχρόνως ο Ρώμας, ενημερωθείς από τον Ζαΐμη και τον Γερμανό, για να καλύψει τα ίχνη του, έστειλε από την επιτροπή της Ζακύνθου τον Χριστόφορο Ζαχαριάδη για να ρωτήσει τον Κολοκοτρώνη μη τυχόν έδωσε γράμματα προς τον «κατάσκοπο», για να «ληφθούν μέτρα».
Στη Γενεύη, ο «Μεσθενόπουλος-Μεταξάς», απέσπασε ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Καποδίστρια, προς τον Κολοκοτρώνη καί τον Καραϊσκάκη, που ανέφερε:
«Να μή δώσετε ακρόασιν, αν σας προτείνωσιν υποταγην εις τον σουλτάνον, και ν' άποκριθητε ότι με το σπαθί μας θα υπογράψωμεν την ελευθερίαν μας και άνεξαρτησίαν ή τόν θάνατόν μας, να μη φοβηθήτε δε τίποτέ, και να επίμείνετε είς τήν άπόφασίν σας, επεδή δέν μπορουσι νά πράξωσι τίποτε έναντίον των δικαίων τής Έλλάδος, άρκει να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγήν».
Η προκήρυξη της Καλαμάτας για τον ανυπόφορο ζυγό της Οθωμανικής τυραννίας Και την Ανάσταση του Ελληνικού Γένους
του Σπύρου Χατζάρα
Η «προκήρυξη της Καλαμάτας» δεν γράφηκε στη Μάνη. Συνετάχθη από το ιδιο Επαναστατικό Κέντρο των Φιλογενών που προετοίμασε την Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση και στάλθηκε «έτοιμη» στη Μάνη.
Στις 23 Μαρτίου ο καλλιγράφος γραμματέας την αντέγραψε και την υπέγραψε ο Πέτρος Μαυρομιχάλης.
Η «Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς» και το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», θα έπρεπε να είναι δίδυμα αδελφάκια.
Η «Προειδοποίησις» ωστόσο αναφέρεται ξεκάθαρα στον « ανυπόφορος ζυγό της Οθωμανικής τυραννίας» που δεν το έκανε το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», και τόνιζε τον εθνικοαπελευθερωτικό και όχι κοινωικό χαρακτήρα της Επανάστασης λεγοντας, «να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας».
Η προκήρυξη της Καλαμάτας δεν έχει καμιά αναφορά σε εκλογές, και δεν έκανε αναφορά στην επανάσταση των «Συνταγματικών» στην Ισπανία.
Από την Προειδοποίηση γίνεται ολοφάνερη η δράση του «Ιακωβίνου» άγγλου πράκτορα στο περιβάλλον του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Κισινιέφ. Η Προειδοποίησις προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές ανέφερε:
«Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και απέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.
Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίθφησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας.
Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν της βδελυράς τυραννίας.
Οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας εναγκαρεύσεις τας ασπλάγχνους τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν τον απετίναξε και άλλο δεν φρονεί, ει μη την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ.
Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας.
Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν.
Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας.
Να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας.
Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας».
Η «προκήρυξη της Καλαμάτας» δεν γράφηκε στη Μάνη. Συνετάχθη από το ιδιο Επαναστατικό Κέντρο των Φιλογενών που προετοίμασε την Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση και στάλθηκε «έτοιμη» στη Μάνη.
Στις 23 Μαρτίου ο καλλιγράφος γραμματέας την αντέγραψε και την υπέγραψε ο Πέτρος Μαυρομιχάλης.
Η «Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς» και το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», θα έπρεπε να είναι δίδυμα αδελφάκια.
Η «Προειδοποίησις» ωστόσο αναφέρεται ξεκάθαρα στον « ανυπόφορος ζυγό της Οθωμανικής τυραννίας» που δεν το έκανε το «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», και τόνιζε τον εθνικοαπελευθερωτικό και όχι κοινωικό χαρακτήρα της Επανάστασης λεγοντας, «να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας».
Η προκήρυξη της Καλαμάτας δεν έχει καμιά αναφορά σε εκλογές, και δεν έκανε αναφορά στην επανάσταση των «Συνταγματικών» στην Ισπανία.
Από την Προειδοποίηση γίνεται ολοφάνερη η δράση του «Ιακωβίνου» άγγλου πράκτορα στο περιβάλλον του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Κισινιέφ. Η Προειδοποίησις προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές ανέφερε:
«Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και απέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.
Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίθφησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας.
Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν της βδελυράς τυραννίας.
Οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας εναγκαρεύσεις τας ασπλάγχνους τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν τον απετίναξε και άλλο δεν φρονεί, ει μη την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ.
Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας.
Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν.
Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας.
Να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας.
Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας».
1819. Η δολοφονία στο Μανχάιμ, του Αύγουστου φον Κότζεμπου και ο Καποδίστριας
Στις 23 Μαρτίου 1819, δολοφονήθηκε στο Μανχάιμ, ο φίλος του Γκαίτε, συγγραφέας και διευθυντής θεάτρου, Άουγκουστ φον Κότζεμπου.
Δράστης ήταν ο φοιτητής θεολογίας Καρλ Λούντβιχ Σάντ.
Ο Μετερνιχ , που πληροφορήθηκε αμέσως το γεγονός έγραψε στο ημερολόγιο του: «Σήμερα» στις πέντε το απόγευμα κτυπήθηκε, πολλές φορές, με στιλέτο, μέσα στο διαμέρισμά του, ο Ρώσος σύμβουλος του κράτους Κότζεμπου, που πέθανε από τα τραύματα. Ό φονιάς, είκοσι τεσσάρων χρονών, βγήκε τρέχοντας από το σπίτι, αλλά σταμάτησε μπροστά στην είσοδο και έμπηξε το στιλέτο στο στήθος του. 'Ακόμα ζει, αλλά βρίσκεται σε αφασία. Κατά το πιστοποιητικό έγγραφής του στο πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν, που ήταν στην τσέπη του σακακιού του, ονομάζεται Κάρολος Φρειδερίκος Σαντ και είναι, φοιτητής της Θεολογίας».
Ο Σάντ σκότωσε τον Αύγουστο φον Κότζεμπου επειδή προπαγάνδιζε κατά των «φιλελευθέρων ιδεών» και του εθνικιστικού ρεύματος που αναπτυσσόταν ραγδαία στα γερμανικά πανεπιστήμια.
Λίγο καιρό πριν τη δολοφονία του Κότζεμπου ,στα 1818, ο Καποδίστριας είχε θέσει σε κυκλοφορία στη Δρέσδη, ένα φυλλάδιο, που το είχε γράψει και το υπέγραφε ο στενός συνεργάτης του Στούρτζας, και που φυσικά το είχε εγκρίνει και ο Τσάρος, με το οποίο καταδικάζονταν τα εθνικιστικά κηρύγματα του Φίχτε που είχαν βρει μεγάλη απήχηση στους 13.000 φοιτητές των 21 γερμανικών πανεπιστημίων.
Μετά τη δολοφονία του Κότζμπουε , οι γερμανικές εφημερίδες της εποχής, έγραφαν, ότι το θύμα, ενεργούσε σε συνεργασία με τον Στούρτζα. Ο Στούρτζας είχε αποσταλεί στη Δρέσδη, από τον Καποδίστρια, μετά το συνέδριο του Άαχεν, ως « σταθμάρχης», για να συντονίζει τις εκεί ρωσικές ενέργειες στα πανεπιστήμια. Μόλις έμαθε ότι υπήρχε απόφαση και για τη δική του εκτέλεση , έφυγε γρήγορα πίσω στη Ρωσία.
Ο Κότζεμπου, πήγε στην Αυλή της Αγίας Πετρούπολης επί της Αικατερίνης το 1785 και διορίστηκε κυβερνήτης της Εσθονίας . Επέστρεψε στη Γερμανία το 1797, πήγε στη Βιέννη και τη Βαϊμάρη, και μετά επέστρεψε στη Ρωσία, όπου συνελήφθη, αλλά αποκαταστάθηκε από τον τσάρο Παύλο A’ που τον ονόμασε διευθυντή του γερμανικού αυτοκρατορικού θεάτρου της Αγίας Πετρούπολης. Μετα τη δολοφονία του Παύλου (1801), γύρισε στη Βαϊμάρη και μετά εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο –όπου ήταν της μόδας το αστικό δράμα.
Το 1816, ο Καποδίστριας είχε διορίσει τον Κότζεμπου ως πρόξενο της Ρωσίας στο Κένιξμπεργκ, (το σημερινό Καλίνιγκραντ), και οι «φιλελεύθεροι» τον κατηγορούσαν ως ρώσο πράκτορα.
Ο Κότζεμπου σαν Ρώσος πρόξενος , δούλευε κατά του γερμανικού εθνικιστικού κινήματος διότι οι Ρώσοι, δεν ήθελαν την ενοποίηση της Γερμανίας σε ένα Κράτος , γιατί έτσι, η Πρωσία, από σύμμαχος και ουσιαστικά δορυφόρος της Ρωσικής Αυλής, θα γινόταν μεγάλη δύναμη και πιθανότατα αντίπαλος .
Η δολοφονία του Κότζεμπου προκάλεσε την αντίδραση των Ευρωπαίων ηγεμόνων, αποτελώντας την αιτία της λήψης μέτρων κατά τω ν φιλελευθέρων.
Αυτό το σκάνδαλο κατασκοπείας, του 19ου αιώνα, μας επιβεβαιώνει ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν μόνο διπλωμάτης αλλά ταυτόχρονα και επικεφαλής της τσαρικής υπηρεσίας πληροφοριών. Της αυτοκρατορικής κατασκοπίας. Αυτό βέβαια δεν είναι σημερινή ανακάλυψη. Τον 19ο αιώνα η κατασκοπία και η αντικατασκοπία ήσαν εξάρτημα της διπλωματικής υπηρεσίας.
Έχουμε μάθει με αντανακλαστικό τρόπο θα έλεγα να διακρίνουμε τους πράκτορες των Άγγλων ή των Αυστριακών στα δραματικά γεγονότα της ελληνικής επανάστασης, αλλά δεν έχουμε περιλάβει στις οι ιστορικές παραμέτρους της επανάστασης ότι πράκτορες είχαν και οι Ρώσοι, πολλοί από τους οποίους ήταν Έλληνες και τους οποίους διηύθυνε και συντόνιζε ο Καποδίστριας, του οποίου οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες , που τον βοήθησαν να ανέβει ραγδαία στη ρωσική ιεραρχία, ήταν στον τομέα τα κατασκοπίας.
Το επιτυχές δίκτυο συλλογής πληροφοριών που άρχισε να «στρώνει» από το Βουκουρέστι, παρείχε τη βάση των εκθέσεων που συνέτασσε ο Καποδίστριας, και οι οποίες του εξασφάλισαν την προσοχή του Τσάρου. Η πρώτη τοποθέτηση του Καποδίστρια τη Βιέννη, ως υπεράριθμου ακολούθου, εκτιμήθηκε από τους Αυστριακούς, σαν κατασκοπευτικού χαρακτήρα, ενώ και η μεγάλη «διπλωματική» του αποστολή στην Ελβετία, του ανατέθηκε , ακριβώς επειδή είχε αποδειχθεί καλός κατάσκοπος και όχι επειδή είχε καταξιωθεί σαν διπλωμάτης στον πόλεμο. Αυτός ο συνδυασμός, έκανε τον Τσάρο να τον θεωρήσει ως ,«τον δικό του Μέτερνιχ», και να του αναθέσει την ταυτόχρονη διεύθυνση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής και της ρωσικής κατασκοπίας και αντικατασκοπίας.
Οι αναφορές για την εξωτερική ασφάλεια της αυτοκρατορίας , από το δίκτυο των «πρακτόρων», έφθαναν στον Καποδίστρια, καθώς και οι εκθέσεις της αστυνομίας για την δραστηριότητα των ξένων διπλωματικών αποστολών και των ξένων υπηκόων . Επομένως ήταν εντός των πλαισίων των υπηρεσιακών καθηκόντων του, να ενημερώνει τον Τσάρο για τις επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων . Όλοι οι πρόξενοι του 19ου αιώνα, που διορίζονταν κυρίως στα λιμάνια, ήσαν «σταθμάρχες» διπλωμάτες και κατάσκοποι ταυτόχρονα. Εκτός των «προξενικών πρακτόρων»,τους οποίους , χρησιμοποιούσαν για την βραχυπρόθεσμη συλλογή πληροφοριών αλλά και για «ειδικές επιχειρήσεις», ένας άλλος σημαντικός «κλάδος» κρατικών «αποστόλων», ήσαν οι «περιηγητές», τους οποίους έμπασε μαζικά στην εξωτερική της πολιτική, πρώτη η Αγγλία, τον 18ο αιώνα, εξαπολύοντας τους ,σ’ όλο τον κόσμο, για να συλλέγουν πληροφορίες και γνώσεις, και να δημιουργούν δίκτυα «φίλων της Μ. Βρετανίας». Διάλεγαν τους «περιηγητές», μεταξύ των «ταλαντούχων» αριστοκρατών, των επιστημόνων από «τζάκι», και των στρατιωτικών. Κάποιοι από αυτούς αξιοποιούσαν την «αποστολή» για τη δική τους επιστημονική έρευνα. Άλλοι ,μετά από χρόνια τύπωναν βιβλία « ταξιδιωτικών εντυπώσεων».
Η βασική δουλειά πάντως των περιηγητών, ήταν η κατασκοπία και η συλλογή πληροφοριών. Τέτοιος περιηγητής ήταν και ο Μπάυρον, που μετά μετατάχθηκε στο τμήμα των «φιλελλήνων» πρακτόρων. Το αγγλικό «παράδειγμα» ,ανταγωνίστηκαν οι Γάλλοι , και με λιγότερη επιτυχία οι Ρώσοι και οι Αυστριακοί. Η Εταιρεία των Φίλων του Γενους στηρίχθηκε τόσο στους λιγοστούς δικούς της «απόστολους», όσο και στους προξενικούς πράκτορες που διόριζε ο Καποδίστριας. Είναι χαρακτηριστική η διασταύρωση στο Ιάσιο των δύο μηχανισμών, όπου ένας επαναστάτης απόστολος, ο Γαλάτης, στρατολόγησε , τον υπάλληλο του ρωσικού προξενείου, Λεβέντη.
Ήδη έχουμε επισημάνει ορισμένα από τα πρόσωπα του εσωτερικού επαναστατικού μηχανισμού. Ν. Γαλάτης, Αθ.Τσακάλωφ, Αριστείδης Παπάς, Γ.Σέκερης, Ν.Σκουφάς, Π.Αναγνωστόπουλος, Παπαφλέσσας, , Χρ.Περραιβός, Ι.Φαρμάκης, Αναγνωσταράς, Χρυσοσπάθης, Δημητρακόπουλος, Μόστρας, Δεστούνης, Παπαρηγόπουλος, Λεβέντης.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΧΑΤΖΑΡΑΣ
Δράστης ήταν ο φοιτητής θεολογίας Καρλ Λούντβιχ Σάντ.
Ο Μετερνιχ , που πληροφορήθηκε αμέσως το γεγονός έγραψε στο ημερολόγιο του: «Σήμερα» στις πέντε το απόγευμα κτυπήθηκε, πολλές φορές, με στιλέτο, μέσα στο διαμέρισμά του, ο Ρώσος σύμβουλος του κράτους Κότζεμπου, που πέθανε από τα τραύματα. Ό φονιάς, είκοσι τεσσάρων χρονών, βγήκε τρέχοντας από το σπίτι, αλλά σταμάτησε μπροστά στην είσοδο και έμπηξε το στιλέτο στο στήθος του. 'Ακόμα ζει, αλλά βρίσκεται σε αφασία. Κατά το πιστοποιητικό έγγραφής του στο πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν, που ήταν στην τσέπη του σακακιού του, ονομάζεται Κάρολος Φρειδερίκος Σαντ και είναι, φοιτητής της Θεολογίας».
Ο Σάντ σκότωσε τον Αύγουστο φον Κότζεμπου επειδή προπαγάνδιζε κατά των «φιλελευθέρων ιδεών» και του εθνικιστικού ρεύματος που αναπτυσσόταν ραγδαία στα γερμανικά πανεπιστήμια.
Λίγο καιρό πριν τη δολοφονία του Κότζεμπου ,στα 1818, ο Καποδίστριας είχε θέσει σε κυκλοφορία στη Δρέσδη, ένα φυλλάδιο, που το είχε γράψει και το υπέγραφε ο στενός συνεργάτης του Στούρτζας, και που φυσικά το είχε εγκρίνει και ο Τσάρος, με το οποίο καταδικάζονταν τα εθνικιστικά κηρύγματα του Φίχτε που είχαν βρει μεγάλη απήχηση στους 13.000 φοιτητές των 21 γερμανικών πανεπιστημίων.
Μετά τη δολοφονία του Κότζμπουε , οι γερμανικές εφημερίδες της εποχής, έγραφαν, ότι το θύμα, ενεργούσε σε συνεργασία με τον Στούρτζα. Ο Στούρτζας είχε αποσταλεί στη Δρέσδη, από τον Καποδίστρια, μετά το συνέδριο του Άαχεν, ως « σταθμάρχης», για να συντονίζει τις εκεί ρωσικές ενέργειες στα πανεπιστήμια. Μόλις έμαθε ότι υπήρχε απόφαση και για τη δική του εκτέλεση , έφυγε γρήγορα πίσω στη Ρωσία.
Ο Κότζεμπου, πήγε στην Αυλή της Αγίας Πετρούπολης επί της Αικατερίνης το 1785 και διορίστηκε κυβερνήτης της Εσθονίας . Επέστρεψε στη Γερμανία το 1797, πήγε στη Βιέννη και τη Βαϊμάρη, και μετά επέστρεψε στη Ρωσία, όπου συνελήφθη, αλλά αποκαταστάθηκε από τον τσάρο Παύλο A’ που τον ονόμασε διευθυντή του γερμανικού αυτοκρατορικού θεάτρου της Αγίας Πετρούπολης. Μετα τη δολοφονία του Παύλου (1801), γύρισε στη Βαϊμάρη και μετά εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο –όπου ήταν της μόδας το αστικό δράμα.
Το 1816, ο Καποδίστριας είχε διορίσει τον Κότζεμπου ως πρόξενο της Ρωσίας στο Κένιξμπεργκ, (το σημερινό Καλίνιγκραντ), και οι «φιλελεύθεροι» τον κατηγορούσαν ως ρώσο πράκτορα.
Ο Κότζεμπου σαν Ρώσος πρόξενος , δούλευε κατά του γερμανικού εθνικιστικού κινήματος διότι οι Ρώσοι, δεν ήθελαν την ενοποίηση της Γερμανίας σε ένα Κράτος , γιατί έτσι, η Πρωσία, από σύμμαχος και ουσιαστικά δορυφόρος της Ρωσικής Αυλής, θα γινόταν μεγάλη δύναμη και πιθανότατα αντίπαλος .
Η δολοφονία του Κότζεμπου προκάλεσε την αντίδραση των Ευρωπαίων ηγεμόνων, αποτελώντας την αιτία της λήψης μέτρων κατά τω ν φιλελευθέρων.
Αυτό το σκάνδαλο κατασκοπείας, του 19ου αιώνα, μας επιβεβαιώνει ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν μόνο διπλωμάτης αλλά ταυτόχρονα και επικεφαλής της τσαρικής υπηρεσίας πληροφοριών. Της αυτοκρατορικής κατασκοπίας. Αυτό βέβαια δεν είναι σημερινή ανακάλυψη. Τον 19ο αιώνα η κατασκοπία και η αντικατασκοπία ήσαν εξάρτημα της διπλωματικής υπηρεσίας.
Έχουμε μάθει με αντανακλαστικό τρόπο θα έλεγα να διακρίνουμε τους πράκτορες των Άγγλων ή των Αυστριακών στα δραματικά γεγονότα της ελληνικής επανάστασης, αλλά δεν έχουμε περιλάβει στις οι ιστορικές παραμέτρους της επανάστασης ότι πράκτορες είχαν και οι Ρώσοι, πολλοί από τους οποίους ήταν Έλληνες και τους οποίους διηύθυνε και συντόνιζε ο Καποδίστριας, του οποίου οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες , που τον βοήθησαν να ανέβει ραγδαία στη ρωσική ιεραρχία, ήταν στον τομέα τα κατασκοπίας.
Το επιτυχές δίκτυο συλλογής πληροφοριών που άρχισε να «στρώνει» από το Βουκουρέστι, παρείχε τη βάση των εκθέσεων που συνέτασσε ο Καποδίστριας, και οι οποίες του εξασφάλισαν την προσοχή του Τσάρου. Η πρώτη τοποθέτηση του Καποδίστρια τη Βιέννη, ως υπεράριθμου ακολούθου, εκτιμήθηκε από τους Αυστριακούς, σαν κατασκοπευτικού χαρακτήρα, ενώ και η μεγάλη «διπλωματική» του αποστολή στην Ελβετία, του ανατέθηκε , ακριβώς επειδή είχε αποδειχθεί καλός κατάσκοπος και όχι επειδή είχε καταξιωθεί σαν διπλωμάτης στον πόλεμο. Αυτός ο συνδυασμός, έκανε τον Τσάρο να τον θεωρήσει ως ,«τον δικό του Μέτερνιχ», και να του αναθέσει την ταυτόχρονη διεύθυνση της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής και της ρωσικής κατασκοπίας και αντικατασκοπίας.
Οι αναφορές για την εξωτερική ασφάλεια της αυτοκρατορίας , από το δίκτυο των «πρακτόρων», έφθαναν στον Καποδίστρια, καθώς και οι εκθέσεις της αστυνομίας για την δραστηριότητα των ξένων διπλωματικών αποστολών και των ξένων υπηκόων . Επομένως ήταν εντός των πλαισίων των υπηρεσιακών καθηκόντων του, να ενημερώνει τον Τσάρο για τις επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων . Όλοι οι πρόξενοι του 19ου αιώνα, που διορίζονταν κυρίως στα λιμάνια, ήσαν «σταθμάρχες» διπλωμάτες και κατάσκοποι ταυτόχρονα. Εκτός των «προξενικών πρακτόρων»,τους οποίους , χρησιμοποιούσαν για την βραχυπρόθεσμη συλλογή πληροφοριών αλλά και για «ειδικές επιχειρήσεις», ένας άλλος σημαντικός «κλάδος» κρατικών «αποστόλων», ήσαν οι «περιηγητές», τους οποίους έμπασε μαζικά στην εξωτερική της πολιτική, πρώτη η Αγγλία, τον 18ο αιώνα, εξαπολύοντας τους ,σ’ όλο τον κόσμο, για να συλλέγουν πληροφορίες και γνώσεις, και να δημιουργούν δίκτυα «φίλων της Μ. Βρετανίας». Διάλεγαν τους «περιηγητές», μεταξύ των «ταλαντούχων» αριστοκρατών, των επιστημόνων από «τζάκι», και των στρατιωτικών. Κάποιοι από αυτούς αξιοποιούσαν την «αποστολή» για τη δική τους επιστημονική έρευνα. Άλλοι ,μετά από χρόνια τύπωναν βιβλία « ταξιδιωτικών εντυπώσεων».
Η βασική δουλειά πάντως των περιηγητών, ήταν η κατασκοπία και η συλλογή πληροφοριών. Τέτοιος περιηγητής ήταν και ο Μπάυρον, που μετά μετατάχθηκε στο τμήμα των «φιλελλήνων» πρακτόρων. Το αγγλικό «παράδειγμα» ,ανταγωνίστηκαν οι Γάλλοι , και με λιγότερη επιτυχία οι Ρώσοι και οι Αυστριακοί. Η Εταιρεία των Φίλων του Γενους στηρίχθηκε τόσο στους λιγοστούς δικούς της «απόστολους», όσο και στους προξενικούς πράκτορες που διόριζε ο Καποδίστριας. Είναι χαρακτηριστική η διασταύρωση στο Ιάσιο των δύο μηχανισμών, όπου ένας επαναστάτης απόστολος, ο Γαλάτης, στρατολόγησε , τον υπάλληλο του ρωσικού προξενείου, Λεβέντη.
Ήδη έχουμε επισημάνει ορισμένα από τα πρόσωπα του εσωτερικού επαναστατικού μηχανισμού. Ν. Γαλάτης, Αθ.Τσακάλωφ, Αριστείδης Παπάς, Γ.Σέκερης, Ν.Σκουφάς, Π.Αναγνωστόπουλος, Παπαφλέσσας, , Χρ.Περραιβός, Ι.Φαρμάκης, Αναγνωσταράς, Χρυσοσπάθης, Δημητρακόπουλος, Μόστρας, Δεστούνης, Παπαρηγόπουλος, Λεβέντης.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΧΑΤΖΑΡΑΣ
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018
Η Οικογένεια των Ντελή Γιαννόπουλων ήσαν συνεταίροι των Τούρκων
Η οικογένεια των Ντελή Γιαννόπουλων ήταν «νέο τζάκι» στην Πελοπόννησο και απέκτησε δύναμη και ισχύ μετά τα Ορλωφικά, οπότε τοποθετήθηκε Κοτζαμπάσης της επαρχίας της Καρύταινας και μετά Προεστός ο Ιωάννης ( Γερογιάννης) Δελη -Γιάννης.
Η ομάδα των νέων «αριστοκρατών» της Πελοποννήσου διαμορφώθηκε γύρω από το Γερογιάννη (Δεληγιάννη),τον Παπα-αλέξη και τον Αναγνώστη Παπατσιώνη που γύρω στα 1780 κατάφεραν να διοριστούν επίτροποι στις έξι επαρχίες της Πελοποννήσου, ( Καρύταινα,Φανάρι ( Ολυμπία), Αρκαδία, Νεόκαστρο, Καλαμάτα, και Εμπλάκια) ,που ηταν «φέουδα» (μαλικιαινά) της κόρης του Σουλτάνου Μουσταφά ΙΙΙ και αδελφής του Σελίμ ΙΙΙ Μπειάν.
Οι επίτροποι μάζευαν και απέδιδαν τα έσοδα της Σουλτάνας, τα οποία δεν υπόκειντο σε φορολογία.
Οι Ντελή Γιαννόπουλοι προσκολλήθηκαν στον Αλή Πασά, και επί της ηγεμονίας του Βελή Πασά , ο Γερογιάννης ανήλθε στην κορυφή των προεστώτων ως Μώρα Αγιάννης μαζί με τον Σωτήριο Λόντο.
Ταυτόχρονα ο Γερογιάννης φρόντισε με τα «σωστά» προξενιά στους γιους του να ενισχύσει την οικογένεια. . Κυριότερος γάμος ήταν αυτός του Κανέλλου με την κόρη του Αναγνώστη Παπατσιώνη, Βεκίλη του Μωριά στην Κωντινούπολη το 1806-1808.
Η ρήξη των Δεληγιάννηδων με τον Βελή συνέβη μετά το 1810, για οικονομικούς λόγους.Όταν εκείνος υποχρεώθηκε να εκστρατεύσει στην Βουλγαρία, για να πολεμήσει στον Ρωσο-τουρκικό Πόλεμο, θέλησε να καλύψει τις δαπάνες του στρατού του με έκτακτη φορολογία της Πελοποννήσου.
Το ποσό ήταν υπερβολικό για τα μέτρα της τοπικής οικονομίας και έφτανε τα 7 εκατ. γρόσια. Τότε, κινητοποιήθηκαν ο Γερογιάννης (Δεληγιάννης) μαζί με τον προεστό της Τρίπολης και δραγουμάνο του Μωριά, Σωτήριο Κούγια μαζί με τους Βεκίληδες, και σε συμμαχία με τους Τούρκους αγάδες που κακοπερνούσαν υπό τον Βελή , για να επιτύχουν τον διορισμό ενός νέου Πασά ώστε να γλιτώσουν τη φορολογία.
Στην κίνηση αυτή δεν ήταν σύμφωνος ο Λόντος, ο οποίος ειδοποιήσει για τις ενέργειες αυτές τον Βελή, ο οποίος πέτυχε να εκδοθεί φιρμάνι για την επιστροφή του στην Πελοπόννησο, όπου έφθασε τον Μάρτιο του 1812. Η εκδίκηση του Βελή ήταν σκληρή. Ο σχεδόν ταυτόχρονος θάνατος του Παπατσιώνη και του Ασημάκη Πόλου, των οποίων η περιουσία δημεύθηκε, δείχνει την έκταση των αντιποίνων του γιου του Αλή. Πρός την οικογένεια του Γερογιάννη όμως έδειξε αρχικά επιείκεια γιατί προσπαθούσε να ανασυγκρότηση την προηγούμενη συμμαχία τους με τους Λόντους.
Τον Ιούνιο του 1812 όμως, φυλάκισε τον Γερογιάννη μαζί με τον πρωτότοκο υιό του Θεόδωρο,τον Κούγια και άλλους και ζήτησε από την Πύλη την άδεια να τους εκτελέσει ως ενόχους σοβαρών εγκλημάτων. Τους έσωσε η παρέμβαση της αδελφής του Σελίμ Σουλτάνας, την οποία πέτυχαν οι Βεκίληδες, Θάνος Κανακάρης, Παπααλέξης και Αναγνώστης Δεληγιάννης.
Σε εκείνη την δύσκολη στιγμή, ο Κανέλλος έστειλε στην Ζάκυνθο υπό την προστασία της Στοάς του Ρώμα, τα γυναικόπαιδα της οικογένειας μαζί με αρκετά χρήματα.
Το διάταγμα για την μετάθεση του Βελή στα Τρίκαλα έφθασε στην Πελοπόννησο στις 6 Αυγούστου 1812. Ο νέος Πασάς, Ιτσιελή Αχμέτ, ακλούθησε τις συμβουλές των αγάδων που ήσαν εχθροί του Βελή αλλά και του Γερεογιάννη και το 1813 καρατόμησε τον Σωτήριο Λόντο, ως υπεύθυνο για τις ενέργειες του Βελή κατά των Τούρκων .
Οι αλλαγές, στην πολιτική σκηνή της Κωνσταντινούπολης, είχαν την αντανάκλαση τους στον «μικρόκοσμο» της Πελοποννήσου. Ο Ιτσιελή Αχμέτ Πασάς ανήκε στον κύκλο των ανθρώπων του Βεζύρη Χαλέντ Εφέντη, ο οποίος ανατράπηκε το 1815 από το κόμμα των «ισλαμιστών», και τον διαδέχθηκε
ο Ραούφ Μεχμέτ Πασάς. Αυτός έστειλε στην Πελοπόννησο τον Σεκίρ Αχμέτ Πασά .Η πτώση του Χαλέντ είχε σοβαρές επιπτώσεις στους Δεληγιανναίους.
Ο Γερογιάννης αποκεφαλίστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1816 στο σπίτι του στα Λαγγάδια, η περιουσία του δεσμεύθηκε και επρόκειτο να δημευθεί , αλλά η παρέμβαση του Χαλέντ στον Σουλτάνο απέτρεψε την ολική καταστροφή της οικογένειας.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εκτέλεση του πατέρα του, έφυγε κρυφά από την Πελοπόννησο και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έφθασε στις 16 Μαΐου 1816. Ως Καταδιωκόμενος αλλά και λόγω της εκτέλεσης του πατέρα του, ήταν ιδανικός στόχος της Εταιρίας. Πότε ακριβώς μυήθηκε δεν το λέει. Είναι όμως απορίας άξιο, το γιατί δεν μύησε τον αδελφό του Αναγνώστη, που βρισκόταν επίσης στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ώστε το 1818 αυτός, να αποπέμψει τον Ανάγνωσταρά.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ του 1854 ανεφερε: «‘Εγώ, ώς είρηται , είρισκόμενος εν καί ήμισυ έτος εις τήν Κωνσταντινούπολιν καί λαβών σχέσεις μετά τού Πελοποννησίου Παναγιώτου Σιέκερη, καί δι’ αύτού μετά τού Κουμπάρη καί ‘Αλεξάνδρου Μαύρου έκατηχήθην παρά τού πρώτου στό μυστήριο της Εταιρίας έκείνης καί μ’ έδωκε τά εφοδιαστικά έγγραφα, τόν βαθμόν (άρχιερεύς). Έως εκείνην τήν έποχήν δέν υπήρχον άλλοι κατηχημένοι εις τήν Πελοπόννησον παρά μόνος ο Παναγιώτης Αρβάλης πρός τόν οποίον μέ έδωκε γράμματα να γνωρισθώμεν καί νά βάλωμεν εις ένέργειαν τόν προσηλυτισμόν. Φθάσας λοιπόν εις τήν Τριπολιτσάν κατά α τέλη τού 7βρίου 1817 έμβήκαμεν μετ’ αύτού εΙς πλήρη ένέργειαν καί κατά τά τέλη αύτού τού έτους έκατήχησα τοις γυναικαδέλφους μου Παπατσώνηδες , τόν έκ Δημητσάνης γαμβρόν μου Άθανάσιον Άντωνόπουλον, καί διάφορους άλλους συγγενείς μας. Ωστε δι’ ήμών καί διά πολλων άλλων υποκειμένων απεσταλμένων απο την εταιρίαν έκείνην, οιον τού ‘Ηλία Χρυσοσπάθη, τού ‘Αντωνίου Πελοπίαδα, Στεμνιτσιώτου, τού Εύμορφόπουλου, τού Γκούστη καί αλων, συστημένων πρός ήμας καί καί έγκριτωτέρων τής Πελοποννήσου καί μέχρι τών 1819 εγινεν ‚ένας άρκετός άριθμος εταιρων. Αλλ’ ό άκράτητος ένθουσιασμός τού ‘Ηλία Χρυσοσπάθη και του Αρβάλη κατήντησαν να κατηχηθούν και δευτέρας τάξεως άνθρωποι, οίτινες δεν ήδύναναντο να συντελέσουν εις τίποτε». Περί τό ετος 1818 παρουσιάσθη εις τήν Κωνσταντινουπολιν ό Αναγνωσταρας άπό τήν Πολιανήν πήγεν εις τό Μπεσίκτασι, όπου κατώκει ό ΙΙαπααλέξης. Έκει ευρέθησαν καί ό &αδελφός μου ‘Αναγνώστης Δεληγιάννης καί ό Μελέτης Μελετόπουλος. Ούτος εζήτησε παρ’ αύτών νά τους όμιλήση περί τινός μυστηρίου, αυτοί δε τόν ειπον οτι θέλει τόν άκούσουν. Τότε ήρχισε να τους λέγη περί τής Φιλικής ‘Εταιρίας καί τής ‘Αγνώστου ‘Αρχής. Νά άκούσουν αυτοί τοιαύτα έκ στόματος άνθρώπου τυχοδιώκτου καί ‘όλως άσημάντου, τούς κατεθορύβησε καί τόν άπήντησαν, οτι έργον έδικόν τους δεν είναι τό τοιουτον, προτρέψαντες καί αύτδν νά άπέχη τοϋ τοιούτου. ‘
Η ομάδα των νέων «αριστοκρατών» της Πελοποννήσου διαμορφώθηκε γύρω από το Γερογιάννη (Δεληγιάννη),τον Παπα-αλέξη και τον Αναγνώστη Παπατσιώνη που γύρω στα 1780 κατάφεραν να διοριστούν επίτροποι στις έξι επαρχίες της Πελοποννήσου, ( Καρύταινα,Φανάρι ( Ολυμπία), Αρκαδία, Νεόκαστρο, Καλαμάτα, και Εμπλάκια) ,που ηταν «φέουδα» (μαλικιαινά) της κόρης του Σουλτάνου Μουσταφά ΙΙΙ και αδελφής του Σελίμ ΙΙΙ Μπειάν.
Οι επίτροποι μάζευαν και απέδιδαν τα έσοδα της Σουλτάνας, τα οποία δεν υπόκειντο σε φορολογία.
Οι Ντελή Γιαννόπουλοι προσκολλήθηκαν στον Αλή Πασά, και επί της ηγεμονίας του Βελή Πασά , ο Γερογιάννης ανήλθε στην κορυφή των προεστώτων ως Μώρα Αγιάννης μαζί με τον Σωτήριο Λόντο.
Ταυτόχρονα ο Γερογιάννης φρόντισε με τα «σωστά» προξενιά στους γιους του να ενισχύσει την οικογένεια. . Κυριότερος γάμος ήταν αυτός του Κανέλλου με την κόρη του Αναγνώστη Παπατσιώνη, Βεκίλη του Μωριά στην Κωντινούπολη το 1806-1808.
Η ρήξη των Δεληγιάννηδων με τον Βελή συνέβη μετά το 1810, για οικονομικούς λόγους.Όταν εκείνος υποχρεώθηκε να εκστρατεύσει στην Βουλγαρία, για να πολεμήσει στον Ρωσο-τουρκικό Πόλεμο, θέλησε να καλύψει τις δαπάνες του στρατού του με έκτακτη φορολογία της Πελοποννήσου.
Το ποσό ήταν υπερβολικό για τα μέτρα της τοπικής οικονομίας και έφτανε τα 7 εκατ. γρόσια. Τότε, κινητοποιήθηκαν ο Γερογιάννης (Δεληγιάννης) μαζί με τον προεστό της Τρίπολης και δραγουμάνο του Μωριά, Σωτήριο Κούγια μαζί με τους Βεκίληδες, και σε συμμαχία με τους Τούρκους αγάδες που κακοπερνούσαν υπό τον Βελή , για να επιτύχουν τον διορισμό ενός νέου Πασά ώστε να γλιτώσουν τη φορολογία.
Στην κίνηση αυτή δεν ήταν σύμφωνος ο Λόντος, ο οποίος ειδοποιήσει για τις ενέργειες αυτές τον Βελή, ο οποίος πέτυχε να εκδοθεί φιρμάνι για την επιστροφή του στην Πελοπόννησο, όπου έφθασε τον Μάρτιο του 1812. Η εκδίκηση του Βελή ήταν σκληρή. Ο σχεδόν ταυτόχρονος θάνατος του Παπατσιώνη και του Ασημάκη Πόλου, των οποίων η περιουσία δημεύθηκε, δείχνει την έκταση των αντιποίνων του γιου του Αλή. Πρός την οικογένεια του Γερογιάννη όμως έδειξε αρχικά επιείκεια γιατί προσπαθούσε να ανασυγκρότηση την προηγούμενη συμμαχία τους με τους Λόντους.
Τον Ιούνιο του 1812 όμως, φυλάκισε τον Γερογιάννη μαζί με τον πρωτότοκο υιό του Θεόδωρο,τον Κούγια και άλλους και ζήτησε από την Πύλη την άδεια να τους εκτελέσει ως ενόχους σοβαρών εγκλημάτων. Τους έσωσε η παρέμβαση της αδελφής του Σελίμ Σουλτάνας, την οποία πέτυχαν οι Βεκίληδες, Θάνος Κανακάρης, Παπααλέξης και Αναγνώστης Δεληγιάννης.
Σε εκείνη την δύσκολη στιγμή, ο Κανέλλος έστειλε στην Ζάκυνθο υπό την προστασία της Στοάς του Ρώμα, τα γυναικόπαιδα της οικογένειας μαζί με αρκετά χρήματα.
Το διάταγμα για την μετάθεση του Βελή στα Τρίκαλα έφθασε στην Πελοπόννησο στις 6 Αυγούστου 1812. Ο νέος Πασάς, Ιτσιελή Αχμέτ, ακλούθησε τις συμβουλές των αγάδων που ήσαν εχθροί του Βελή αλλά και του Γερεογιάννη και το 1813 καρατόμησε τον Σωτήριο Λόντο, ως υπεύθυνο για τις ενέργειες του Βελή κατά των Τούρκων .
Οι αλλαγές, στην πολιτική σκηνή της Κωνσταντινούπολης, είχαν την αντανάκλαση τους στον «μικρόκοσμο» της Πελοποννήσου. Ο Ιτσιελή Αχμέτ Πασάς ανήκε στον κύκλο των ανθρώπων του Βεζύρη Χαλέντ Εφέντη, ο οποίος ανατράπηκε το 1815 από το κόμμα των «ισλαμιστών», και τον διαδέχθηκε
ο Ραούφ Μεχμέτ Πασάς. Αυτός έστειλε στην Πελοπόννησο τον Σεκίρ Αχμέτ Πασά .Η πτώση του Χαλέντ είχε σοβαρές επιπτώσεις στους Δεληγιανναίους.
Ο Γερογιάννης αποκεφαλίστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1816 στο σπίτι του στα Λαγγάδια, η περιουσία του δεσμεύθηκε και επρόκειτο να δημευθεί , αλλά η παρέμβαση του Χαλέντ στον Σουλτάνο απέτρεψε την ολική καταστροφή της οικογένειας.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εκτέλεση του πατέρα του, έφυγε κρυφά από την Πελοπόννησο και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έφθασε στις 16 Μαΐου 1816. Ως Καταδιωκόμενος αλλά και λόγω της εκτέλεσης του πατέρα του, ήταν ιδανικός στόχος της Εταιρίας. Πότε ακριβώς μυήθηκε δεν το λέει. Είναι όμως απορίας άξιο, το γιατί δεν μύησε τον αδελφό του Αναγνώστη, που βρισκόταν επίσης στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ώστε το 1818 αυτός, να αποπέμψει τον Ανάγνωσταρά.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ του 1854 ανεφερε: «‘Εγώ, ώς είρηται , είρισκόμενος εν καί ήμισυ έτος εις τήν Κωνσταντινούπολιν καί λαβών σχέσεις μετά τού Πελοποννησίου Παναγιώτου Σιέκερη, καί δι’ αύτού μετά τού Κουμπάρη καί ‘Αλεξάνδρου Μαύρου έκατηχήθην παρά τού πρώτου στό μυστήριο της Εταιρίας έκείνης καί μ’ έδωκε τά εφοδιαστικά έγγραφα, τόν βαθμόν (άρχιερεύς). Έως εκείνην τήν έποχήν δέν υπήρχον άλλοι κατηχημένοι εις τήν Πελοπόννησον παρά μόνος ο Παναγιώτης Αρβάλης πρός τόν οποίον μέ έδωκε γράμματα να γνωρισθώμεν καί νά βάλωμεν εις ένέργειαν τόν προσηλυτισμόν. Φθάσας λοιπόν εις τήν Τριπολιτσάν κατά α τέλη τού 7βρίου 1817 έμβήκαμεν μετ’ αύτού εΙς πλήρη ένέργειαν καί κατά τά τέλη αύτού τού έτους έκατήχησα τοις γυναικαδέλφους μου Παπατσώνηδες , τόν έκ Δημητσάνης γαμβρόν μου Άθανάσιον Άντωνόπουλον, καί διάφορους άλλους συγγενείς μας. Ωστε δι’ ήμών καί διά πολλων άλλων υποκειμένων απεσταλμένων απο την εταιρίαν έκείνην, οιον τού ‘Ηλία Χρυσοσπάθη, τού ‘Αντωνίου Πελοπίαδα, Στεμνιτσιώτου, τού Εύμορφόπουλου, τού Γκούστη καί αλων, συστημένων πρός ήμας καί καί έγκριτωτέρων τής Πελοποννήσου καί μέχρι τών 1819 εγινεν ‚ένας άρκετός άριθμος εταιρων. Αλλ’ ό άκράτητος ένθουσιασμός τού ‘Ηλία Χρυσοσπάθη και του Αρβάλη κατήντησαν να κατηχηθούν και δευτέρας τάξεως άνθρωποι, οίτινες δεν ήδύναναντο να συντελέσουν εις τίποτε». Περί τό ετος 1818 παρουσιάσθη εις τήν Κωνσταντινουπολιν ό Αναγνωσταρας άπό τήν Πολιανήν πήγεν εις τό Μπεσίκτασι, όπου κατώκει ό ΙΙαπααλέξης. Έκει ευρέθησαν καί ό &αδελφός μου ‘Αναγνώστης Δεληγιάννης καί ό Μελέτης Μελετόπουλος. Ούτος εζήτησε παρ’ αύτών νά τους όμιλήση περί τινός μυστηρίου, αυτοί δε τόν ειπον οτι θέλει τόν άκούσουν. Τότε ήρχισε να τους λέγη περί τής Φιλικής ‘Εταιρίας καί τής ‘Αγνώστου ‘Αρχής. Νά άκούσουν αυτοί τοιαύτα έκ στόματος άνθρώπου τυχοδιώκτου καί ‘όλως άσημάντου, τούς κατεθορύβησε καί τόν άπήντησαν, οτι έργον έδικόν τους δεν είναι τό τοιουτον, προτρέψαντες καί αύτδν νά άπέχη τοϋ τοιούτου. ‘
Ο Φιλογενής Αμβρόσιος Φραντζής
Ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Φραντζής, κατά κόσμον Ανδρόνικος, γεννήθηκε το 1771 στο χωριό Μεσορρούγι της επαρχίας Καλαβρύτων.
Σε μικρή ηλικία ασπάστηκε τον μοναχικό βίο ως καλογεροπαίδι στο Μέγα Σπήλαιο, και μορφώθηκε παρακολουθώντας τα μαθήματα της σχολής της Μονής. Όταν ο εξάδελφός του Γερμανός έγινε Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, διορίστηκε Πρωτοσύγκελλος.
Τότε, το 1810, σε ηλικία 38 ετών μυήθηκε στην Εταιρεία των Φίλων του Γένους από τον Γ. Πογονόπουλο.
Αυτά που γράφουν ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 20 Φεβρουαρίου 1819 από τον εξάδελφό του Γερμανό Ζαφειρόπουλο, επίσκοπο της Ιεράς Μητρόπολης Χριστιανουπόλεως είναι μπούρδες.
Άλλωστε, αφού "τον μύησε" στην Ανύπαρκτη Φιλική ο Χριστιανουπόλεως το Φεβρουαρίο του 1819 , πως γίνεται και μύησε ο Αμβρόσιος Φραντζής τον Μεγαλοσπηλαιώτη Νεόφυτο Ρούβαλη στα 1814;
Στον Α. τόμο της « Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος» στο τρίτο Κεφάλαιο στη σελ.79. ο Φρατζήες ανάφερε: «Το δε μυστήριον της Φιλικής Εταιρίας ( τω 1817 ) ενεπιστεύθη εις πολλά πολύ ολίγα υποκείμενα κατά την Πελοπόννησον από δε της εποχής αυτής και ύστερον διεδίδετο εις τε το εκκλησιαστικούς πολιτικούς της πρώτης τάξεως καθώς και εις την Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου μέχρι του 1818»
Επομένως ο ίδιος διέδιδε το μυστικό το 1817 και το 1818 και οι Ρουφιάνοι της αγγλικης Στοάς τον εμφανίζουν ότι μυήθηκε το 1819.
Ο Φρατζής τον Ιανουάριο του 1821, μαζί με τον επίσκοπο Γερμανό, πήγαν στην Συνέλευση του Αιγίου . Ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και το 1827 ήταν πληρεξούσιος της Αρκαδίας στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.
Το 1833, με υποκίνηση των Άγγλων , συνελήφθη μαζί με τον Κολοκοτρώνη ως ρωσόφιλος και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο.
Αργότερα , επί της βασιλείας Όθωνα, συνέγραψε την πεντάτομη Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, που διέψευσε τα παραμύθια της Στοάς και των Μινχάουζεν Φιλήμωνα –Ξάνθου και προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των λωποδυτών της αγγλοκρατίας. Τ
ην ιστορία του Αμβρόσιου Φραντζή επαίνεσαν τόσο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όσο και ο βυζαντινής καταγωγής Ηλίας Τζαλαφατινός και ο Καλαβρυτινός Ιωάννης Σακελλαριάδης.
Ο Αμβρόσιος Φραντζής πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα το 1851. 85 χρόνια μετά από το θάνατό του, το 1936, επί Ιωάννη Μεταξά, στήθηκε μνημείο με την προτομή του στη Κάτω Κυπαρισσία.
Σε μικρή ηλικία ασπάστηκε τον μοναχικό βίο ως καλογεροπαίδι στο Μέγα Σπήλαιο, και μορφώθηκε παρακολουθώντας τα μαθήματα της σχολής της Μονής. Όταν ο εξάδελφός του Γερμανός έγινε Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, διορίστηκε Πρωτοσύγκελλος.
Τότε, το 1810, σε ηλικία 38 ετών μυήθηκε στην Εταιρεία των Φίλων του Γένους από τον Γ. Πογονόπουλο.
Αυτά που γράφουν ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 20 Φεβρουαρίου 1819 από τον εξάδελφό του Γερμανό Ζαφειρόπουλο, επίσκοπο της Ιεράς Μητρόπολης Χριστιανουπόλεως είναι μπούρδες.
Άλλωστε, αφού "τον μύησε" στην Ανύπαρκτη Φιλική ο Χριστιανουπόλεως το Φεβρουαρίο του 1819 , πως γίνεται και μύησε ο Αμβρόσιος Φραντζής τον Μεγαλοσπηλαιώτη Νεόφυτο Ρούβαλη στα 1814;
Στον Α. τόμο της « Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος» στο τρίτο Κεφάλαιο στη σελ.79. ο Φρατζήες ανάφερε: «Το δε μυστήριον της Φιλικής Εταιρίας ( τω 1817 ) ενεπιστεύθη εις πολλά πολύ ολίγα υποκείμενα κατά την Πελοπόννησον από δε της εποχής αυτής και ύστερον διεδίδετο εις τε το εκκλησιαστικούς πολιτικούς της πρώτης τάξεως καθώς και εις την Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου μέχρι του 1818»
Επομένως ο ίδιος διέδιδε το μυστικό το 1817 και το 1818 και οι Ρουφιάνοι της αγγλικης Στοάς τον εμφανίζουν ότι μυήθηκε το 1819.
Ο Φρατζής τον Ιανουάριο του 1821, μαζί με τον επίσκοπο Γερμανό, πήγαν στην Συνέλευση του Αιγίου . Ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και το 1827 ήταν πληρεξούσιος της Αρκαδίας στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.
Το 1833, με υποκίνηση των Άγγλων , συνελήφθη μαζί με τον Κολοκοτρώνη ως ρωσόφιλος και φυλακίστηκε στο Ναύπλιο.
Αργότερα , επί της βασιλείας Όθωνα, συνέγραψε την πεντάτομη Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, που διέψευσε τα παραμύθια της Στοάς και των Μινχάουζεν Φιλήμωνα –Ξάνθου και προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των λωποδυτών της αγγλοκρατίας. Τ
ην ιστορία του Αμβρόσιου Φραντζή επαίνεσαν τόσο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όσο και ο βυζαντινής καταγωγής Ηλίας Τζαλαφατινός και ο Καλαβρυτινός Ιωάννης Σακελλαριάδης.
Ο Αμβρόσιος Φραντζής πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα το 1851. 85 χρόνια μετά από το θάνατό του, το 1936, επί Ιωάννη Μεταξά, στήθηκε μνημείο με την προτομή του στη Κάτω Κυπαρισσία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)