Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

ο πραξικόπημα των «δυσαρεστημένων», Πρακτόρων της Αγγλίας κατά του Καποδίστρια και οι αρχιπραξικοπηματίες Μιαούλ ή Μπούκας και Ρουφιανογιάννης


Του Σπύρου Χατζάρα
Η συνωμοσία των «συνταγματικών» του Λονδίνου,  για την ανατροπή της εθνικής κυβέρνησης και του Καποδίστρια προετοιμαζόταν από το 1828,  και η πολιτική προσπάθεια που γινόταν  δεν ήταν κρυφή.

Ο Καποδίστριας είχε προσπαθήσει να μιλήσει για απευθείας με τις « κεφαλές» και να τους συγκρατήσει, για να αποτρέψει την νέα συμμαχία των Υδραίων με τον Μαυροκορδάτο, τον οποίο προόριζε για πρεσβευτή στο Παρίσι.
 Στον Κουντουριώτη  από τον Πόρο έγραφε στις 2/14 Νοεμβρίου 1828: « σας εξήγησα και προφορικά σας επαναλαμβάνω και γραπτά τις οδυνηρές αναφορές που λαμβάνω από παντού σχετικά με τη στάση κάποιων προσώπων που εστάλησαν στην Πελοπόννησο για να συλλέξουν στατιστικά στοιχεία από τους συναδέλφους σας στο Πανελλήνιον. Στους νομούς Αργολίδας, Αχαΐας, Κάτω Μεσσηνίας, οι επίτροποι ούτοι αντί να συλλέγουν στατιστικά στοιχεία συγκεντρώνονταν τις δημογεροντίες και  αφού τους όρκιζαν να κρατήσουν μυστικές τις πατριωτικές αποκαλύψεις που θα τους έκαναν, έλεγαν ότι η κυβέρνηση είναι Δεσποτική και ότι έχει στόχο να αποστέρηση τον λαό και τους Προύχοντες από τα δικαιώματά και τα προνόμια τους, και πρότειναν στους δημογέροντες να ζητούν πλήρη φορολογική απαλλαγή των περιοχών τους, ενώ διέδιδαν ότι τα στατιστικά στοιχεία θα αξιοποιούντο για να διατεθεί η γη προς όφελος των ξένων. δεν θέλω να πιστέψω ότι οι επίτροποι πήραν εντολές για να εκτελέσουν αυτές τις εγκληματικές παραγγελίες».
 Οι πολιτικές αυτές ίντριγκες γινόντουσαν  την ίδια ώρα που ο Δ. Υψηλάντης συνέχιζε να μάχεται στη Στερεά για την διασφάλιση την συνοριακής γραμμής Αμβρακικού-Παγασητικού.
Βασικός παράγων της συνομωσίας ήταν 
ο Μακρυγιάννης που είχε τοποθετηθεί  το 1829,από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δύναμης της Πελοποννήσου, με έδρα το Άργος.
Η τελική έφοδος για την «έξωση» του Κυβερνήτη εξαπολύθηκε τον Μάιο του 1831, όταν οριστικοποιήθηκε  η πολιτική απόφαση του Ιωάννη Καποδίστρια, να προχωρήσει στη διανομή των «Εθνικών Γαιών» στους ακτήμονες, για την τόνωση της οικονομίας , που έπληττε καίρια τα  συμφέροντα των ιουδαίων τραπεζιτών , που είχαν πάρει ενέχυρο την εθνική γη για τα  «δάνεια της υποτέλειας», και τα συμφέροντα των «μεγάλων οικογενειών» του Μοριά, που είχαν μέσω των Τούρκων την εκμετάλλευση της γης.
Η αγγλική  «φατρία της Υδρας»,τον Μάιο του 1831 εξαγόρασε τον Τζάμη Καρατάσο, και του έδωσαν χρήματα για να φύγει απ΄ το Ναύπλιο να μεταβεί στη Ρούμελη και να ξεσηκώσει τη Στερεά Ελλάδα, κατά του Κυβερνήτη. Αυτός με  επτά συντρόφους του ,πήγαν  στη Σαλαμίνα και από εκεί απέστειλαν επιστολές στο Λάζαρο και τον Γεώργιο Κουντουριώτη στην Ύδρα και σε διάφορους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Ο Καρατάσος έγραψε  και στον στρατηγό Νότη Μπότσαρη  του ανήγγειλε την αποστολή του στη Ρούμελη και τον προέτρεπε να μιμηθεί τους Υδραίους Το σώμα που συγκρότησε ο Καρατάσος συγκεντρώθηκε στην Κάντζα και επετέθη στη Θήβα. Εκεί κατάργησε την αστυνομία και εξέδωσε προκηρύξεις τις οποίες υπέγραφε με συμβολικά στοιχεία. 
Όταν εμφανίστηκαν οι κυβερνητικοί στρατιώτες το σώμα Καρατάσου κατέφυγε στις κατεχόμενες από τους Οθωμανούς περιοχές απ’ όπου έστειλαν τον Μ. Γρίβα στην Ύδρα ζητώντας βοήθεια. Επανελθόντες περικυκλώθηκαν στη θέση Κουδούνα όπου το σώμα διελύθη ο δε Καρατάσος διέφυγε στην Ύδρα.

Οι πράκτορες του Λονδίνου με την καθοδήγηση του Αρμοστή Φρεντερίκ Άνταμ του συμπολεμιστή στο Βατερλώ του Ουέλλιγκτον από τον οποίο έπαιρνε απευθείας εντολές είχαν οργανώσει  εξέγερση των «δυσαρεστημένων» κατά του Εθνικό Κυβερνήτη.     

Με προτροπή των Άγγλων, εγκαταστάθηκε  στην Ύδρα,
 ο πολιτικός εγκέφαλος της  «συνταγματικής Αντιπολίτευσης», και διεκδικητής της εξουσίας, Αλ. Μαυροκορδάτος, που συγκρότησε μια «παράλληλη αυτόνομη εξουσία», που την  αποτελούσαν 
ο «μεγαλονοικοκύρης» της Ύδρας Λάζαρος Κουντουριώτης, το δεξί χέρι του Μαυροκορδάτου, και ο μεγαλοαπατεώνας Ιωάννης Ορλάντο, που υπέγραψε τα δάνεια της Αγγλίας,  ο Δημήτριος Βούλγαρης υιός του  επί τουρκοκρατίας διοικητή της Ύδρας, Γ. Βούλγαρη, ο Ιωάννης Κριεζής και ο Ιωάννης Μπουδούρης. 

Ο Ζαΐμης και ο Μαυροκορδάτος «καθοδηγούσαν» πολιτικά τις ενέργειες της επιτροπής. Η εξαγωγή της εξέγερσης έγινε με τα Υδραίικα, πλοία που έκαναν καταδρομές στα νησιά του Αιγαίου  για να εξασφαλίσουν την προσχώρηση τους στο κίνημα .

Οι  Μαυροκορδάτος και Κόμπανυ ,  κατά την τετραήμερη παραμονή τους στο Ναύπλιο στις αρχές Ιουνίου 1831, πού έγινε για να συναντηθούν με τους τρείς αντιπρέσβεις , φρόντισαν να εξαγοράσουν την φρουρά του Παλαμηδίου. 

Ο Μιαούλης, έστειλε τον Μακρυγιάννη και προσκάλεσε τον φρούραρχο του Παλαμηδίου  Αναστάσιο Ροδίτη  στο σπίτι που διέμενε, και εκεί, παρουσία του Μακρυγιάννη  και του Κωνσταντίνου Δούκα, του προσέφερε τρεις χιλιάδες ισπανικά δίστηλα για να παραδώσει το Παλαμήδι στους Υδραίους, δεχόμενος  στη φρουρά οκτώ Υδραίους πυροβολητές.
 Ό Ροδίτης, ανέφερε την πρόταση στον συντοπίτη του υπουργό στρατιωτικών, Παναγιώτη Ρόδιο, που τον παρουσίασε στο Καποδίστρια. 
Ο Κυβερνήτης και ο υπουργός είπαν στον φρούραρχο  να πάρει τα χρήματα  να δεχθεί εντός του Παλαμηδίου τούς Υδραίους ,και να τους συλλάβει κατόπιν.
Ο Μακρυγιάννης,   ομολογεί  στα απομνημονεύματα του ότι η κατάληψη του Παλαμηδιού ήταν μέρος του σχεδίου των «συνταγματικών», που είχαν προσκαλέσει τους  πληρεξούσιους της  Τετάρτης Εθνοσυνέλευσης στην Ύδρα.
Οι συνωμότες παράλληλα, προσπάθησαν να προκαλέσουν   εξέγερση του τακτικού τάγματος που στάθμευε στο Ναύπλιο. 
Ο Πολυζωίδης έγραψε επιστολή προς τον διοικητή του τακτικού τάγματος Π. Διαμαντίδη και ο  Φαρμακίδης προς τους αξιωματικούς Μαμάκη, Καμπότη και Γενοβέλη για να κινήσουν σε αποστασία το τάγμα τους στο Ναύπλιο. Το εγχείρημα απέτυχε και μόνο ο Γενοβέλης αυτομόλησε στην Ύδρα.

Με τα κλεμμένα χρήματα των δανείων, ο Μαυροκορδάτος, οι Κουντουρώτες, οι Δεληγιανναίοι, οι Ζαίμηδες, και οι  Λόντοι χρηματοδοτούσαν την «αντίδραση», εξαγόραζαν ανθρώπους και διέδιδαν  την προπαγάνδα τους, με την φυλλάδα  ο «ΑΠΟΛΛΩΝ» του Αναστ. Πολυζωΐδη που διανέμονταν στην  ελεύθερη Ελλάδα με τα Υδραίικα πλοία. Στην εφημερίδα αυτή, δημοσιεύθηκαν ψεύδη, ύβρεις και συκοφαντίες κατά του αρχηγού του έθνους  και καλούσαν   το κοινό σε απείθεια στους νόμους, περιφρόνηση της κυβέρνησης και αποστασία.
Τα πράγματα έφτασαν σε κρίσιμο σημείο, στο τέλος Ιουνίου , όταν οι συνωμότες της Ύδρας,  αποφάσισαν με πρόταση του  Μαυροκορδάτου, την αιφνιδιαστική κατάληψη του ναυστάθμου του Πόρου,  με την αποστολή την νύχτα  της 14/26  Ιουλίου  του Κριεζή  με 70 ένοπλους ναύτες, οι οποίοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο  πλοίο  του εθνικού  στόλου, τη φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ», με 64 πυροβόλα.
Η επιχείρηση είχε    την βοήθεια του επιόρκου  στρατιωτικού διοικητή  του Πόρου Χριστόδουλου  Μέξη , τον οποίον  δωροδόκησαν , και  φρόντισε ώστε άνδρες της φρουράς να βοηθήσουν τους στασιαστές. Στο λιμάνι του Πόρου ήταν ακόμη παροπλισμένες οι κορβέτες «Υδρα» και «Νήσος των Σπετσών» με κυβερνήτη τον  Κανάρη, τα ατμόπλοια «Αστιγξ» και «Καλαβρία» καθώς και άλλα   μικρότερα, ανάμεσά τους και ο  θρυλικός « Αγαμέμνων », της μακαρίτισσας Μπουμπουλίνας που τον είχε δωρίσει στο έθνος.
Οι «επαναστάτες», δωροδόκησαν και την φρουρά  στο Μπούρτζι του Πόρου και  ο Ιταλός   διοικητής Γκιουζέπε Αμπάτι  το παρέδωσε στους στασιαστές αμαχητί.

Στις 16 /28 Ιουλίου, έφθασε στον Πόρο, ο προδότης Μιαούλης  με άλλους 200 ναύτες, συνέλαβε τον Κανάρη και τον φυλάκισε στην φρεγάτα ΕΛΛΑΣ, αλλά ο Κανάρης,  κατάφερε  να ξεφύγει,  και έσπευσε  στην Αίγινα, με τον κεφαλλονίτη Δημήτριο  Ορλώφ  και ενεργοποίησαν , τα μπρίκια του Στόλου ΗΡΑΚΛΗΣ και ΑΘΗΝΑ. 
Με την άφιξη του Μιαούλη προσχώρησαν στην προδοσία ο διοικητής του Ναυστάθμου Γ. Σαχτούρης, ο ιουδαίος  Γ. Σαχίνης της κορβέτας ΥΔΡΑ και ο  Υδραίος Ι. Φαλάγκας.

Στις  18/30 Ιουλίου  κατέφθασε στον Πόρο η Ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Ρίκορντ, με 4 πλοία μάχης και απέκλεισε το βόρειο στενό, ενώ στον Γαλατά στρατοπέδευσαν οι κυβερνητικές δυνάμεις με μία ίλη ιππικού υπό τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη, και 1200 πεζούς με διοικητή τον Νικηταρά.
Το βράδυ της 18ης/30ης  Ιουλίου έγινε  η πρώτη συνάντηση του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ με τον Μιαούλη στην παραλία του Πόρου, μια και ο Μιαούλης φοβήθηκε να πάει στη ρωσική ναυαρχίδα. Ο Μιαούλης  εκφράζοντας το πραξικόπημα, είπε πως μέχρι τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης στη ΥΔΡΑ,  αναγνωρίζει ως αρχή μόνο τη Δημογεροντία της Ύδρας, και κάλεσε τον Ρίκορντ να μην ανακατεύεται στα Ελληνικά πράγματα, όπως έκαναν  και οι Αγγλογάλλοι.
Ο Μαυροκορδάτος γνωρίζοντας την επικείμενη άφιξη στις 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου της Αγγλικής φρεγάτας ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ και της Γαλλικής ΚΑΛΥΨΩ, έσπευσε στον Πόρο για να ηγηθεί των διαπραγματεύσεων. Στις 28 Ιουλίου / 9 Αυγούστου  ο Νικηταράς με εξακόσιους  στρατιώτες πέρασε επάνω στον Πόρο . Στις 29 Ιουλίου/10 Αυγούστου,  η φατρία της Ύδρας έστειλε στο Κρανίδι τον Παπαθανασόπουλο για να ξεσηκώσει τους κατοίκους και να επιτεθούν μαζί με τους Υδραίους στον ΝΙκηταρα , αλλά εκδιώχθηκε, και οι αποκλεισμένοι  στον Πόρο, Υδραίοι ναύτες, ανατίναξαν την κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ,  και τον ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΑ της Μπουμπουλίνας και κατέφυγαν   στο Μπούρτζι.
Ο Μιαούλης περίμενε μέχρι την 31 Ιουλίου / 12 Αυγούστου την επιστροφή από το Ναύπλιο, των αγγλογάλλων «συμμάχων», αλλά επειδή λιποτακτούσαν οι άνδρες του, εδωσε την εντολή παγίδευσης των πλοίων, και την 1/13 Αυγούστου,  δραπέτευσε και αυτός για να σώσει το τομάρι του, ανατινάζοντας την  κορβέτα ΥΔΡΑ πρώτα, και την φρεγάτα ΕΛΛΑΣ , ενώ αμέσως μετά, ο Γκ. Αμπάτι ανατίναξε το φρούριο του Ναυστάθμου.
 Ο Μιαούλης με τον Ιωάννη Κριεζή  διέφυγαν με βάρκα στην Ύδρα.
Η ΚΑΡΤΕΡΙΑ και το παλαιό δίκροτο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ  σώθηκαν επειδή  ο Μυκονιάτης ναύτης Γιώργος Γαλασίδης κι ένας στρατιώτης,  κολυμπώντας πρόλαβαν την τελευταία στιγμή να αποκόψουν τα φυτίλια.
Ο Κανάρης, αμέσως μετά την ανατίναξη των ΕΘΙΚΩΝ  ΠΛΟΙΩΝ, ανέφερε από τον Πόρο στον Κυβερνήτη : «Ὁ Μιαούλης παρέδωκεν εἰς τάς φλόγας τήν Ἑλλάδα καί τήν κορβέτα Ὓδρα˙ εἴθε νά παραδωθῆ τό ὄνομα τοῦ αὐτουργοῦ τοιαύτης πράξεως βαρβαροτάτης εἰς αιώνιον ανάθεμα».

Το πραξικόπημα στο Ναύπλιο περιέγραψε  λεπτομερώς  στα απομνημονεύματα του ο Μακρυγιάννης.

«Τότε βρίσκω έναν ανιψιόν του Δεσπότη Ησαΐα. Αυτός ήταν φρούραρχος εις το Παλαμήδι. Τον Κυβερνήτη τον φοβέριζαν πολλοί να τον σκοτώσουνε, ότι έκαμεν εξορίαν όλους τους σημαντικούς της πατρίδας άλλους εις τη Νύδρα κι᾿ άλλους αλλού, κ᾿ ο καθείς από αυτούς είχε το κόμμα του και συγγενείς του, και κιντύνευε. Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια, ότι έλπιζα να μετανοήση και να ᾿ρθη εις τον καλόν δρόμον. Και τον ᾿παινούσα κι᾿ ας με πείραζε αδίκως -δεν μου κακοφαίνεταν. Τότε δια να μην του γένη κάνα δυστύχημα αυτεινού και κιντυνέψη η πατρίδα, μίλησα μ᾿ εκείνον οπού ήταν φρούραρχος του Παλαμηδιού να μας δώση το Παλαμήδι και να του δώσουμεν δυο χιλιάδες τάλλαρα. Συνφωνήσαμεν ᾿σ αυτό και πούθε να μας μπάση και να λάβωμεν τις αναγκαίες τάμπιες. Με πήρε πήγαμεν οι δυο μας εις το Παλαμήδι είδα τις θέσες, τα πολεμοφόδια, όλα. Τότε ορκίζομαι και με τον Μήτρο Ντεληγιώργη, στενό μου φίλον, τίμιον αγωνιστή, συνάζομεν ανθρώπους μυστικά τους είχαμεν εις την Νεόπολη, τους δώσαμεν και χαρτζιλίκι, ξοδιάσαμεν καμμιά τετρακοσιαριά τάλλαρα και τους λέγαμεν των ανθρώπων ότι θα πάμεν κλέφτες. Τότε είχαμεν χαζίρι αυτούς κι᾿ ανθρώπους πιστούς να στείλωμεν συνχρόνως εις Ρούμελην, εις Πελοπόννησο και νησιά να γένουν οι πληρεξούσιοι  θα ᾿ρχονταν οι ίδιγοι οπού ᾿ταν εις την Τετάρτη Συνέλεψη».
Στη συνέχεια μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος ο τοκογλύφος Ρουφιανογιάννης ζητούσε πίσω τα χρήματα του δαπάνησε και στα απομνημόνευμα γραφει:
«λέγω του Μιαούλη να πάγη εις τη Νύδρα και ειπή του Μαυροκορδάτου, των Κουντουργιωταίων και του Ζαΐμη να του δώσουνε τις δυο χιλιάδες  τάλλαρα . Του είπα να πάρη και καμπόσους Νυδραίγους να γνωρίζουν από κανόνια και εις την Πρόνοια ανταμωνόμαστε. Πήγε ο Μιαούλης το λέγει αυτεινών. «Πες του Μακρυγιάννη, λένε του Μιαούλη, να τραβήξη χέρι από αυτό και θα γένη διαφορετικό το πράμα». Τότε διαλύσαμεν τους ανθρώπους χάσαμεν και τα χρήματά μας».

Μέσα από τα, «του είπα να πάει», «του λέγω», με τα οποία προσωποποιεί   και υποκαθιστά την επικοινωνία του με τους στασιαστές , στον Πόρο και την Υδρα, όπως κάνουν συχνά οι αγράμματοι , αποκάλυψε όλη τη συνωμοσία, της οποίας ήταν μέρος.
Η «Φατρία της  Ύδρας», σχεδίασε την δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Μακρυγιάννης, αφού παρέμβαλε την ιστορία για τους Μαυρομιχαλαίους , (προς τους οποίους επίσης είχε δανείσει με τόκο 300 γρόσια), κατέληξε. «Αποφάσισαν να σκοτώσουνε τον Κυβερνήτη». Ο συνωμότης και  τοκογλύφος Ι. Μακρυγιάννης που ήταν ρουφιάνος των «Συνταγματικών» στο Καποδιστριακό Ναύπλιο, μας  άφησε στα απομνημονεύματα του,  το κλειδί, για την αναζήτηση των δολοφόνων του Καποδίστρια. Ήταν το μήνυμα που του έστειλαν από την Ύδρα, τον Αύγουστο του 1831, όταν απέτυχε η κατάληψη του Παλαμηδιού. «Άσε θα γένει αλλιώς το πράγμα».  



1η Αυγούστους 1789. Η μάχη της Φωξάνης και το σχέδιο για την απελευθέρωση των Ελλήνων

Η Φωξάνη είναι η πρωτεύουσα Νομού Βράντσεα της Ρουμανίας, στις όχθες του Ποταμού Μίλκοβ, στην ιστορική Μολδαβίας. Είναι γνωστή για την μάχη που διεξήχθη εκεί στις 21 Ιουλίου/1η Αυγούστου 1789 και στην οποία 70000 Τούρκοι το έβαλαν στα πόδια μπροστά σε 7000 Ρώσους και 18000 Αυστριακούς. 
Στο πεδίο της μάχης οι Τούρκοι άφησαν 2000 νεκρούς , 2500 τραυματίες και τα 12 κανόνια τους. Οι Σύμμαχοι είχαν μόνο 400 νεκρούς και 400 τραυματίες. 
 Η μάχη της Φωξάνης απέδειξε ότι οι Τούρκοι δεν μπορούσαν πλέον αν αναμετρηθούν ισότιμα στο πεδίο της μάχης με σύγχρονους στρατούς.

Πως φθάσαμε στην Φωξάνη

Η Μεγάλη Αικατερίνη ξεκίνησε από την Αγία Πετρούπολη, τον Ιανουάριο του 1787. για μια εξάμηνη «θριαμβευτική περιοδεία» προς τη Νέα Ρωσία , για «να γνωρίσει από κοντά την ανορθωμένη οικονομική και αμυντική κατάσταση στα απελευθερωμένα εδάφη». Στην επίσημη συνοδεία της αυτοκράτειρας, συμμετείχαν ως προσκεκλημένοι, και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας και της Γαλλίας , για να αναφέρουν στις κυβερνήσεις τους, την πολεμική ισχύ της Ρωσίας και την ετοιμότητα της, για τον αναμενόμενο πόλεμο με την Τουρκία . 
 Η «παράσταση», για την τη λατρεία και την αφοσίωση των Ελλήνων στην Αικατερίνη, από την οποία περίμεναν την λύτρωση των σκλάβων αδελφών τους, άρχισε από τη Νίζνα, όπου ενσωματώθηκε στην «αυλή» και ο Φιραρής, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. 
 Στην Κριμαία, όπου έφτασε στα τέλη Μαΐου , την ανέμεναν ο «πεφωτισμένος», αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄, (που συμμετείχε στην περιοδεία με το ψευδώνυμο «κόμης Φαλκενστάιν»), και ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάβ-Αύγουστος Πονιατόφσκι.
 Η Μ. Αικατερίνη και οι προσκεκλημένοι της, επιθεώρησαν τις οχυρώσεις και τις ναυτικές υποδομές της Σεβαστούπολης, και στις 24 Μαΐου/4 Ιουνίου, στον δρόμο προς την Μπαλακλάβα, στις εννέα το πρωί, συνάντησαν το πρώτο γυναικείο στρατιωτικό σώμα στη σύγχρονη ιστορία, τον λόχο των ελληνίδων αμαζόνων, που είχε δημιουργήσει ο Ποτέμκιν, με επικεφαλής την λοχαγό Ελένη Σαράντη, σύζυγο του Ιωάννη Σαράντη, αδελφού του αντισυνταγματάρχη του Τάγματος της Μπαλακλάβα Πάβελ Σαράντοβ .
 Στο σημείο αυτό συνενώθηκαν με τον «λόχο των Αμαζόνων» και οι Έλληνες πρόσφυγες των Ορλοφικών από τη Μπαλακλάβα. Στην τελετή της υποδοχής, πρωτοστατούσε ο Έλληνας ιερέας του Τάγματος της Μπαλακλάβα, Ανανίας. 
 Στο τέλος της περιοδείας, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο «κόμης Φαλκενστάιν», εισήλθαν στη Χερσώνα περνώντας κάτω από κάτω μια αψίδα που έγραφε στα ελληνικά, «προς το Βυζάντιο», και έμειναν τρείς μέρες στην πόλη, που τότε ζούσε ο Ευγένιος Βούλγαρης, και ολοκλήρωσαν τις συμφωνίες για τον επικείμενο πόλεμο. Η ώρα της «χριστιανικής σταυροφορίας» στην Ανατολή πλησίαζε.
 Το σχέδιο για τον διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, απορρίφθηκε από την Αγγλία. 
 Ο Ουίλιαμ Πιτ ο Νεότερος, που είχε γίνει Πρωθυπουργός το 1783 σε ηλικία 24 ετών , υποστήριζε ότι, «δεν πρέπει να επιτρέψουμε στη Ρωσία να μεγαλώσει και παράλληλα να αφήσουμε την Τουρκία ν’ αδυνατίσει.
 Η άρκτος του βορρά δεν πρέπει να κατέβει στο Αιγαίο. Αν η Ρωσία απωθήσει την Τουρκία από τη Βαλκανική, η Μεσόγειος θα γίνει ρωσική θάλασσα και ο δρόμος προς τις Ινδίες θα αποκοπεί.
 Η Ρωσική κατοχή στην Κωνσταντινούπολη θα σημάνει τον θάνατο των αγγλικών αποικιών της Ανατολής»
 Οι Τούρκοι, που είχαν μεταφέρει στα ρωσο-τουρκικά σύνορα 150.000 στρατιώτες, και είχαν συγκεντρώσει τον στόλο τους στον Εύξεινο, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις 24 Αυγούστου/ 4 Σεπτεμβρίου. και διέταξαν τον Πατριάρχη Προκόπιο Α΄ να εκδώσει αφορισμό των Ρώσων. 

 «Στο πολεμικό «μανιφέστο» της Αικατερίνης, πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, η Τσαρίνα, προσκαλούσε όλο τον χριστιανικό κόσμο να ενώσει «τις ευχές και τις δυνάμεις του, εναντίον τού εχθρού τής Χριστιανοσύνης», και καλούσε τον ορθόδοξο κλήρο και τον κάθε Έλληνα, «…να συμεθέξωσι προς την επιθυμίαν της, εις το να ελευθερώση την ορθόδοξον εκκλησίαν από τον θεοστηγή Τουρκικόν ζυγόνΝα λάβωσι τα όπλα και να υπάγωσι να αποδιώξωσι τους εχθρούς του χριστιανικού ονόματος εκ των τόπων, ους αδίκως αφήρπασαν, και να αναλάβωσιν οι Έλληνες την αρχαίαν των ελευθερίαν και εθνικήν ανεξαρτησίαν….».

Η διακήρυξη της Μ.Αικατερίνης , στην οποία γινόταν αναφορά στον φόνο του ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (το 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη, και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , ή οποία και του ΄ρδωσε άσυλο, όπως είχε υποχρέωση», μοιράστηκε σε χιλιάδες αντίτυπα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα Επτάνησα, με ευθύνη των προξένων της Ρωσίας. 
 Οι επιχειρήσεις των Τούρκων άρχισαν στον Δνείστερο, στο «θέατρο» της Ουκρανίας, και στόχευαν στην ανακατάληψη της Κριμαίας. 
 Η Τουρκική επίθεση αποκρούστηκε τον Οκτώβριο από τον στρατηγό Σουβαρόφ.

 Στο μέτωπο του Δούναβη, η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία στις 9 Φεβρουαρίου 1788. 
 Ο Ιωσήφ Ιωσήφ Β΄ των Αψβούργων , ο μεγαλύτερος γιος της Μαρίας Θηρεσίας, και αδελφός της Μαρίας Αντουανέτας, βρισκόταν στο μέτωπο του Βελιγραδίου, και από το Σεμλίνο,(Ζέμουν), εξέδωσε την πολεμική του διακοίνωση, προς τις ευρωπαϊκές αυλές στην οποία ανέφερε : «Επέστη ό χρόνος, κατά τον οποίο , εμφανιζόμενος ως εκδικητής της ανθρωπότητος , αναλαμβάνω να αποζημιώσω την Ευρώπη δια όσα έπαθεν άλλοτε δεινά υπό των κανιβάλων Τούρκων και ελπίζω να αποκαθάρω τον κόσμο, φυλής βαρβάρου, που για τόσον χρόνο ήτο ή μάστιξ αυτού»

 Ανατολικότερα, ο ηγεμόνας της Μολδαβίας, από το 1786 , Αλέξανδρος Υψηλάντης, που το 1785 είχε υποβάλλει σχέδιο για την ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας στον Αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ και στην Αικατερίνη Β΄ και βρισκόταν σε διαρκή επαφή με τη Βιέννη, και τη Ρωσία, «αιφνιδιάστηκε», και ο Βαρώνος Ερνστ Γκίντεον φον Λάουντον κατάλαβε το Ιάσιο, τον Απρίλιο του 1788, συλλαμβάνοντας τον Υψηλάντη αιχμάλωτο.
 Η Τουρκική αντεπίθεση, ανάγκασε τους Αυστριακούς να υποχωρήσουν και η Πύλη διόρισε, με την υποστήριξη του γηραιού Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά , ηγεμόνα και της Μολδαβίας, τον Νικόλαο Μαυρογένη, στον οποίο ανατέθηκε η αρχιστρατηγία των τουρκικών δυνάμεων στο μέτωπο του Δούναβη.

 Στις 16/28 Φεβρουαρίου 1788 ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις του Λάμπρου Κατσώνη. Στον ηπειρωτικό ελληνικό χώρο, οι αρματολοί στη Δυτική Μακεδονία, πραγματοποίησαν το 1788 σειρά επιθέσεων κατά των Τούρκων στις περιοχές Κορεστίων - Περιστερίου – Μοριχόβου και οι Σουλιώτες εξαπέλυσαν σειρά επιδρομών. 
 Το «ντιβάνι», έδωσε άδεια στον 'Αλή Πασά, που είχε ακολουθήσει τα Σουλτανικά στρατεύματα στο μέτωπο του Δούναβη, να επανέλθει στο πασαλίκι του και να καταστείλει την ανταρσία. Επιστρέφοντας ο Αλής κατέστρεψε τη Μοσχόπολη.

 Οι Σουλιώτες, το Φεβρουάριο του 1789, εξαπέλυσαν νέα σειρά επιδρομών. 

 Στις 28 Μάιου/8 Ιουνίου 1789 απομακρύνθηκε ο Βεζύρης Κοτζά Γιουσούφ Πασά και ανέλαβε ο Χασάν Πασάς, που διέταξε επίθεση κατά των Αυστριακών που πολιορκούσαν το Βελιγράδι

 Η μάχη της Φωξάνης 

 Η ανακωχή της Ρωσίας με τους Τούρκους στα νότια σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν εύθραυστη. Την άνοιξη του 1789, ο Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σουβαρόφ στάλθηκε για να διοικήσει την εμπροσθοφυλακή του τον στρατάρχη Ρουμιάντσεφ .
Το Σώμα Σουβόροφ πήρε θέσεις στη δεξιά πλευρά, στο έδαφος της σημερινής Μολδαβίας και είχε επαφή με την αριστερή πλευρά του αυστριακού στρατού υπό τη διοίκηση του πρίγκιπα Κόμπουργκ. 
 Τον Ιούλιο του 1789 ο Γιουσούφ Πασάς στρατοπέδευσε κοντά στη Φωξάνη με 70.000. Σκόπευε πρώτα να διαλύσει τα αυστριακά στρατεύματα και μετά να επιτεθεί στους Ρώσους. Ο πρίγκιπας του Κόμπουργκ στράφηκε στον Σουβαρόφ για βοήθεια.
 Το σώμα του Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς αριθμούσε περίπου 5.000 στρατιώτες και βρισκόταν πενήντα χιλιόμετρα μακριά. Το ρωσικό  Σώμα τρέχοντας για 28 ώρες έφτασε στον ποταμό Σιρέτ την 17η /27 Ιουλίου.
Την επόμενη μέρα, 18/28 Ιουλίου, Ρώσοι άρχισαν να χτίζουν γέφυρες κατά μήκος του ποταμού. 
Το βράδυ της 20ης Ιουλίου οι τρεις γέφυρες ήταν έτοιμες .
 Ο Σουβαρόφ αποφάσισε στις τρεις το πρωί να επιτεθεί στον εχθρό σε δύο στήλες και έστειλε μια επιστολή ενημερώνοντας τον πρίγκιπα Κόμπουργκ. 
Στο μεταξύ είχαν φτάσει και 2000 Κοζάκοι. 

Οι Αυστριακοί, που την ίδια ώρα πολιορκούσαν το Βελιγράδι, ήσαν 18000. 6 συντάγματα πεζικού , 4 τάγματα επίλεκτων Γρεναδιέρων, 3 συντάγματα Ουσάρων (Ιππικό) και ένα ελαφρύ σύνταγμα (Αρναούτεν). 
 Ο Σουβαρόφ, είχε τρία συντάγματα Μουσκετοφόρων, τρία Συντάγματα Δραγώνων, 2 τάγματα επίλεκτων Γρεναδιέρων, ένα ελαφρό Σύνταγμα «Κυνηγών» και ένα σύνταγμα Κοζάκων. 
 Οι Οθωμανοί παρέταξαν περίπου 40.000 από τους 70000 στρατιώτες, με διοικητή τον Οσμάν Πασά. 

Η μάχη στη Φωξάνη έγινε στις 21 Ιουλίου 1789, με το ρωσικό ημερολόγιο αλλά οι Αυστριακοί ως καθολικοί είχαν 1η Αυγούστου. 

 Ο Σουβαρόφ και ο Ιωσίας Κόμπουρκ παρέταξαν τις δυνάμεις τους σε δύο γραμμές σε τετραγωνικούς σχηματισμούς. Σε προηγούμενες μάχες με τους Οθωμανούς, οι Ρώσοι διοικητές ανακάλυψαν ότι χρησιμοποιώντας γραμμική παράταξη εναντίον των Τούρκων υστερούσαν γιατί το τουρκικό Ιππικό διασπούσε την παράταξη. Έτσι ο Σουβαρόφ σχημάτισε τετράγωνα, με ακροβολιστές. 
 Οι Αυστριακοί παρατάχθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο.
 Η μάχη ξεκίνησε περίπου στις 9:00 το πρωί της 1η Αυγούστου 1789, με το ρωσικό και το αυστριακό πυροβολικό να προσβάλει τις τουρκικές γραμμές και τις οχυρωμένες θέσεις του τουρκικού στρατοπέδου. 
 Γύρω στις 10, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν επίθεση σε όλο το μήκος της γραμμής μάχης, αλλά το συμμαχικό πυροβολικό και οι μουσκετοφόροι τους απέκρουσαν και στην συνέχεια ο Σουβαρόφ έστειλε τους Κοζάκους από τα δεξιά.
 Το ρωσικό ιππικό απωθήθηκε , αλλά η έφοδος με εφ όπλου λόγχη του Ρωσικού πεζικού ήταν επιτυχής. Οι Τούρκοι υποχώρησαν πίσω στο στρατόπεδο τους και μετά την γενική έφοδο των Συμμάχων διαλύθηκαν. Στις 16.00 όλα είχαν τελειώσει.
 Στο πεδίο της μάχης οι Τούρκοι άφησαν 2000 νεκρούς , 2500 τραυματίες και τα 12 κανόνια τους. Οι Σύμμαχοι είχαν μόνο 400 νεκρούς και 400 τραυματίες.
Η μάχη της Φωξάνης απέδειξε ότι οι Τούρκοι δεν μπορούσαν πλέον να αναμετρηθούν με σύγχρονους στρατούς και ας είχαν την αριθμητική υπεροχή .
Ο Σουβόροφ και ο Ιωσίας Κόμπουρκ αποφάσισαν να μην καταδιώξουν τον Οσμάν Πασά. Άλλωστε το πολεμικό σχέδιο πρόβλεπε την προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη, δια μέσου της Σερβίας. 
 Μετά τη νίκη, ο Πρίγκιπας Κόμπουργκ και ο Στρατηγός Σουβόροφ συναντήθηκαν και αγκαλιάστηκαν. Ο Ρώσος στρατηγός ήταν γενναιόδωρος με τους συμμάχους. Διέταξε να δοθούν ως λάφυρα στους Αυστριακούς όλα τα τουρκικά όπλα. 
Για την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β', η νίκη στην Φωξάνη ήταν διπλωματική.. Νίκησε η για φιλία και αρμονία μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας. 

 Στη συνέχεια όμως, «ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι» του δύστυχου Ιωσήφ, που κήρυξε τον πόλεμο κατά των «κανιβάλων Τούρκων», παρά την αντίθεση της «μητέρας του Κόσμου». Το εσωτερικό μέτωπο του κατέρρευσε. 
Η Στοά της Βιέννης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση και τον κατήγγειλε ότι πρόδωσε τις αρχές της «πεφωτισμένης δεσποτείας». Οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν και για πρώτη φορά στη Βιέννη, οι πεινασμένοι λεηλάτησαν αρτοποιεία , ενώ ο «φόβος» της υποχρεωτικής στράτευσης, οδήγησε πολλές αριστοκρατικές οικογένειες να εγκαταλείψουν τη Βιέννη. 

 Σπυρίδων Χατζάρας

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

11 Ιουλίου 1829. Ο «Δικτάτορας» Ιωάννης Καποδίστριας συγκάλεσε την Δ' Εθνοσυνέλευση στην οποία μετείχαν 236 πληρεξούσιοι που για πρώτη φορά είχαν εκλεγεί με άμεση ψηφοφορία από τον λαό και δεν ήσαν διορισμένοι

Στις 11/23 Ιουλίου άρχισε στο αρχαίο θέατρο του Άργους η Δ' Εθνοσυνέλευση. Συμμετείχαν 246 πληρεξούσιοι του Ελληνικού Έθνους από όλη την Ελλάδα, που για πρώτη φορά είχαν εκλεγεί με άμεση ψηφοφορία. 
Τους πληρεξουσίους των Κατεχομένων περιοχών τους εξέλεξαν Συνελεύσεις προσφύγων.
 Για πρώτη φορά έστειλαν αντιπροσώπους οι μαχητές της Ελευθερίας ο Στρατός. Πληρεξούσιοι των Όπλων της Ανατολικής Ελλάδος, Ιωάννης Κωλέττης Μιχαήλ Γρίβας ή Γκρίβας.  Των Όπλων Μπουδουνίτσης και Τουρκοχωρίου Αναγνώστης Λοχαρής Αναγνώστης Παναγιώτου. Των Οπλων Πελοποννήσου, Σταυριανός Καπετανάκης, Βασίλειος Πετιμεζάς , Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος ,Νικόλαος Πονηρόπουλος, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Νικόλαος Σπηλιάδης. 
30 πληρεξούσιοι ήσαν από την Κρήτη. 
 Πριν την Σύνοδο οι Εθνοσύμβουλοι συμμετείχαν στον αγιασμό στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους. 
Οι συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης διήρκεσαν μέχρι τις 6 Αυγούστου. Λήφθηκαν σημαντικές αποφάσεις που αποτυπώθηκαν σε 16 ψηφίσματα. Αποφασίστηκε η κοπή εθνικού νομίσματος, του Φοίνικα, η Ανέγερση του Ναού του Σωτήρος και απαγορεύτηκε η εξαγωγή αρχαιοτήτων από την Ελλάδα. Κατάλογος πληρεξουσίων 

Καρυταίνης: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Δημητράκης Πλαπούτας Λάμπρος Ροϊλός Βασίλειος Δημητρακόπουλος Γαστούνης: Γεώργιος Σισίνης Αναγνώστης Ματσούκας Διονύσιος Κλοκανά Αθανάσιος Ζασίμου Βοστίτσης: Σπυρίδων Χαραλάμπης ή Κωνσταντίνος Θεοχάρη Καλαβρύτων: Ανδρέας Ζαΐμης ή Ζαήμης Δημήτριος Ζαΐμης ή Ζαήμης Σωτήριος Θεοχαρόπουλος Αναστάσιος Χαραλάμπους Πραστού: Γεώργιος Μιχαλάκη Ιωάννης Γούλελος Κάτω Ναχαγιέ: Γεώργιος Ι. Οικονόμου Σπύρος Μερκούρη Μονεμβασίας: Γεώργιος Δεσποτόπουλος Κυριάκος Κοσμά ή Κοσμάκης Νεοκάστρου: Χρήστος Οικονομίδης Γρηγόριος Παπά Αλεξίου Παλαιάς Πάτρας: Μπενιζέλος Ρούφος Ανδρέας Καλαμογδάρτης Κραββάρων: Αναγνώστης Καναβός Αθανάσιος Δεσποτόπουλος Κορίνθου: Ιωάννης Ζωγιόπουλος Γεώργιος Σπυρίδωνος Γεώργιος Ζέρβα Παναγιώτης Τσολακόπουλος Λεονταρίου: Νικήτας Σταματελόπουλος Στασινός Διρεκόπουλος ή Ντουρεκόπλος Νάξου: Παύλος Λεντούδης Μιχαήλ Μαρκοπολίτης Μεθώνης: Διονύσιος Καλλιγγάς Τριπολιτσάς: Ρήγας Παλαμήδης Ιωάννης Ρεβελιώτης Αγίου Πέτρου: Αναγνώστης Κονδάκης Δημήτριος Ιωάννου Μιστρα: Νικόλαος Γολόπουλος Ιωάννης Κορφιωτάκη Αναγνώστης Κοκκώνη Δημήτριος Ευστρατίου Μηλακίων: Παναγιώτης Δαμιανόπουλος Καλαμάτας: Θεοφίλης Πολιτόπουλος Νικόλαος Αφεσίου Αρκαδίας: Μήτρος Αναστασόπουλος Χριστόδουλος Γεωργακόπουλος Αναγνώστης Παπά Τσόρη Σουλίου: Κώστας Μπότσαρης Αθανάσιος Φωτομάρας Μικρομάνης: Αντώνιος Καλογερόπουλος Παναγιώτης Κουτσαβίτης Ανδρούσης: Γεωργάκης Δρανιώτης και Δρακώτης Λιμπέρης Βασιλόπουλος Νησίου: Παναγιώτης Καλαμαριώτης Κωνσταντίνος Νικολάου Κάσσου: Νικόλαος Γρηγοριάδης Δημήτριος Αρβανιτόπουλος Μυκόνου: Στέφανος Μπονφόρτης Μάρκος Καλογεράς Σαντορίνης, Ανάφης, Αστυπάλαιας: Αναγνώστης Μπαρμπαρήγος Γεώργιος Παρισάκης Σκοπέλου, Σκιάθου, Ηλιοδρομίων: Ζαχαρίας Παναγιωτίδης Αντώνιος Σταματίου Ίου, Αμοργού, Σικίνου και Πολυκάνδρου: Λορέντζος Ματίου Δημήτριος Γαβρά Άνδρου: Δημήτριος Καμπάνης Θεόφιλος Καΐρης Ζέας, Θερμίων και Σερίφου: Εμμανουήλ Βρετός Δημήτριος Αγγελή Δυτικης Μάνης (Ανδρουβίστας) Διονύσιος Μούρτζινος Γεώργιος Μιχοληνόπουλος ή Μιχοληνάκης ή Μιχαληνόπουλος Άργους: Δημήτριος Τσόκρης Δημήτριος Περρούκας ή Μπερρούκας Ζυγού Σπάρτης: Μιχάλης Διαμαντιάς Πέτρος Οικουρέας ή Σεκούρις Βονίτσης: Ιωάννης Λογοθέτου Σταμούλης Χονδρού Επαρχίας Ναυπλίου: Αναγνώστης Λιατόπουλος Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος ή Μακρυποκάμισος Πόλεως Ναυπλίου Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος Γεώργιος Αγαλόπουλος Τήνου: Γεώργιος Μαυρογένης Δρόσος Ν. Δρόσου Ιάκωβος Α. Παξιμάδη Ιγνάτιος Ρογγιέρης Μαΐνης: Πέτρος Μαυρομιχάλης Γεώργιος Μαυρομιχάλης Πόρου: Χριστόδουλος Μ. Μέξη Δημήτριος Σταμάτη Ξηρομέρου: Γεώργιος Μαυρομάτης ή Μαυρομμάτης Τάτζης Μαγγίνας Καρπενησίου: Γεώργιος Λέλης Κωνσταντίνος Τσάτσος Πάρου και Αντιπάρου Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος Φραγκίσκος Δ. Μαύρος ή Φραγκίσκος Κ. Μαύρος Μακεδονίας, Κασσάνδρας, Μαντεμίου, Εδέσσης και Ναούσης: Αθανάσιος Σκανδαλίδης (Θεσσαλονίκη) Γεώργιος Χρυσηίδης ή Χρυσήδης Δημήτριος Σταγειρίτης (Λογιώτατος Σταγειρίτης) Παναγιώτης Ναούμ (Έδεσσα) Βάιος Γεωργίου (Νάουσα) Σάμου: Λυκούργος Λογοθέτης Ιωάννης Λεκάτης Χριστόδουλος Ματακίδης Ευρίπου και Καρύστου: Γεωργάκης Μπάχλος ή Μπάχλας Ιωάννης Οικονόμου Αδάμ Δούκας Παναγιώτης Μπουρέλης ή Μπουρέλος Ζητουνίου: Αναγνώστης παπά Αλεξίου) Αναγνώστης παπά Γεωργακόπουλος Ανατολικού: Σπυρίδων Κουρκουμέλης Κωνσταντίνος Μπέλιος ή Μπέλιας Ασπροποτάμου: Γιαννάκης Χατζηπέτρου ή Χατζή Πέτρου Γούσιος Θεοδώρου Καρπάθου: Γεώργιος Ψαρουδάκη ή Γεώργιος Ψαρουδάκης[9] Χατζή Ηλίας Οικονόμου ή *Χατζηλίας Οικονόμου (Κάρπαθος)[9] Θετταλίας: Χριστόφορος Περραιβός Δρόσος Μανσόλας Κωνσταντίνος Πολυάδης Φωκάς Φραγκούλης Πατρατζικίου: Μήτρος Κοντογιάννης Γεώργιος Αινιάν Αθηνών: Γεώργιος Ψύλλας Νικόλαος Καρόρης Σταυροπηγίου: Αθανάσιος Κουμουντουράκης Χριστόδουλος Καπετανάκης Μαλανδρίνου: Χαράλαμπος Παπαπολίτης (Π. Πολίτη) Δημήτριος Π. Αθανασόπουλος Βλοχού: Ιωάννης Στάϊκος Κωνσταντίνος Χαλικιώτης Μεσολογγίου: Σπυρίδων Τρικούπης Στάμος Στάϊκος Βάλτου: Ανδρέας Ίσκου ή Ανδρέας Ίσκος Γεώργιος Γεραθανάση (Γερ-Αθανάση ή Γερ-Αθανασίου) Ζυγού Ανατολικής Ελλάδος: Αναστάσιος Τζιμπουράκης Ιωάννης Ευθυμίου Λοιδορικίου: Αναστάσιος Α. Λιδορίκης Δημήτριος Νικολάου Πάτμου, Λέρου, Καλύμνου και Ικαρίας: Ιωάννης Καρπαθάκης Ποθητός Νικολαϊδης Ψαρών: Αποστόλης Νικολάου Αναγνώστης Μοναρχίδης Νικόλαος Χ.Δ. Κοτζιά Χ. Αναγνώστης Δομεστίνης Αγράφων: Κωνσταντίνος Ζώτος Γεώργιος Γαλής Ταλάντου: Βασίλειος Τριχά Ευστάθιος Σπυρίδωνος ή Σπυριδώνου Σαλαμίνος: Αναγνώστης Καρνέση Μεγαρίδος: Γεώργιος Δασκαλόπουλος ή Διδασκαλόπουλος Ιωάννης Χ. Μελέτη Θηβών: Θωμάς Λουκατζίκη Σωτήριος Ιωάννου Ύδρας: Γεώργιος Κουντουριώτης Λάζαρος Δ. Τζαμαδός Βασίλειος Ν. Μπουντούρης ή Μπουδούρης Μανώλης Τομπάζης, ορθογρ. Μανουήλ Τουμπάζης Ιωάννης Ορλάνδος Δημήτριος Βούλγαρη Φαναρίου: Τζανέτος Χριστόπουλος Αναγνώστης Αναστασόπουλος Ερμουπόλεως: Ιωάννης Περίδης Παρασκευάς Κάζηρας (Σύρος)[9] ή Κάζιρας Σύρας: Γεώργιος Ρούσσου Γεώργιος Ξανθάκης Πύργου: Νικίας Οικονομόπουλος Ανατολικής Σπάρτης: Ζανετάκης Γρηγοράκη Γεώργιος Αντωνάκου ή Γεώργιος Αντωνίου Γρηγοράκης Πέτρος Πετροπουλάκου Δημήτριος Καβαλιεράκου ή Καβαλλιεράκου Γεώργιος Καπετανάκη Χίων: Λουκάς Ράλλης Νικόλαος Πρασσακάκης ή Πρασακάκης Πόλεως Ναυπλίου: Γεώργιος Αγαλόπουλος Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος Σίφνου, Μήλου και Κιμήλου: Νικόλαος Χρυσόγελος Αντώνιος Βεργής Κορώνης: Ιωάννης Καράπαυλος Θεόδωρος Δαριώτης ή Δαρειώτης Ηπείρου: Χριστόδουλος Κλωνάρης ή Κλονάρης Ιωάννης Γενοβέλης Αθανάσιος Τσακάλωφ ή Τσακάλοφ Κυριακός Τασσίκας Λεβαδιάς: Παναγιώτης Λιδορίκη ή Λοιδορίκη Αντώνιος Γεωργαντάς ή Αναγνώστης Γεωργαντάς Γιάννης Παππά Αντώνης παπά Ευσταθίου Σπετσών: Νικόλαος Χ. Μέξη Αναγν. Χ. Αναργύρου Γεώργιος Κούτζη Αναστάσιος Ανδρούτσου ή Ανδρούτζη Σαλώνων και Γαλαξιδίου: Δημήτριος Νικολαΐδης Μήτρος Νικολάου Κωνσταντίνος Δεδούση Βενέτικου και Ναυπάκτου: Ιωάννης Βλάχος Αθανάσιος Μπογάτζα ή Αθανάσιος Μπουγάτζης ή Ππογάτζα Πάνος Αλεξίου Κρήτης: Γεώργιος Ιδομενεύς Ιωάννης Ξάνθης Ζαχαρίας Πρακτικίδης Γεώργιος Αγγελίδης Φραγκίσκος Λιμπρίτης Γεώργιος Κορνήλιος Ιωάννης Κουρμούλης Ανδρέας Παπαδάκης Αναγνώστης Στεφανάκης Χαρίτων Παπαδάκης Γεώργιος Βασιλάκης Ιωάννης Γεωργιάδης Γεώργιος Γιανναδάκης Μύρων Μελιδονάκης Βασίλειος Αετός Γεώργιος Σαουνάτζος ή Σαννάτζος Ν.Χ. Κωνσταντίνου Μανουήλ Βερνάρδος Γεώργιος Ρενιέρης ή Γεώργιος Βενιέρης (όπως υπογράφει στα πρακτικά) Ιάκωβος Παπαδάκης Ηλίας Αντωνίου Αναγνώστης Παναγιώτη Ιωσήφ Κουκουτζάκης Μιχαήλ Ναύτης Ιωάννης Παπαδάκης Χ. Αναγνώστης Φραγκουδάκης (αναφέρεται Χ. Αναγ. Φραγκουδάκης) Αναγνώστης Παπαμαρκάκης (αναφέρεται Αναγ. Παπά Μαρκάκης ή Μαρκάκη) Ιωάννης Μικέλης Αιγίνης: Γεώργιος Λογιωτατίδης Άρτης: Γιάννης Μακρυγιάννης Γεώργιος Μόστρας Όπλων Ανατολικής Ελλάδος: Ιωάννης Κωλέττης Μιχαήλ Γρίβας ή Γκρίβας Όπλων Μπουδουνίτσης και Τουρκοχωρίου: Αναγνώστης Λοχαρής Αναγνώστης Παναγιώτου Όπλων Πελοποννήσου Σταυριανός Καπετανάκης Βασίλειος Πετιμεζάς Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος Νικόλαος Πονηρόπουλος Κωνσταντίνος Μεταξάς Ν. Σπηλιάδης :Ανδρέας Π. Μεταξάς Λύσανδρος Βιλαέτης (Πύργος) Μαργαρίτης Κούταβος (Αίνος Θράκης), Αναστάσιος Ελαιών, (Ολύμπου και Μακεδονίας) Ιάκωβος Περικλής (Λιτόχωρο), Ολύμπου και Μακεδονίας αρχιμανδρίτης Κωνστάντιος, (Μακεδονίας) αρχιμανδρίτης Αρσένιος, Ολύμπου και Μακεδονίας Γεώργιος Βαλτινός[13] Κωνσταντίνος Σχινάς, (Θράκης και Βιθυνίας) Γεώργιος Μαυρομμάτης

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2020

Συστάσεις της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος, που κυβέρνησε το Ελληνικό κράτος από τον Απρίλιο του 1826 μέχρι τον Απρίλιο του 1827 με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη, προς τους Μανιάτες .

Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος διορίστηκε από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαυρου, στις 12 Απριλίου 1826, πριν διακόψει τις εργασίες λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου. 
Η Διοικητική Επιτροπή είχε έντεκα μέλη. Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ανδρέας Ζαΐμης, πρόεδρος. Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος (που αργότερα υπέγραφε ως Αναγνώστης Δεληγιάννης), Γεώργιος Σισίνης, Δημήτριος Τσαμαδός, Ανδρέας Χατζηαναργύρου, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Σπυρίδων Τρικούπης, Ανδρέας Ίσκος ,Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, Ιωάννης Βλάχος. Γενικός Γραμματέας της επιτροπής ήταν έως την 3η Αυγούστου 1826 ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος.
 Στην κυβέρνηση αυτή δεν μετείχε η φατρία της Ύδρας την οποια εκπροσωπούσε ο πρακτωρ Σπυρίδων Τρικούπης. 
Οι Αγγλόφρωνες μετείχαν στη 13μελή «Επιτροπή της Συνέλευσης» που ανέλαβε να διαπραγματευθεί έναν συμβιβασμό με την Οθωμανική Τουρκία με τη μεσολάβηση του Άγγλου πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Στάνφορντ Κάνινγκ. 
Η κυβέρνηση Πετρόμπεη-Ζαίμη προσπαθούσε να μαζέψει το χάος που άφησε πίσω της η κυβέρνηση των δανειοληπτών. 
Οι οδηγίες του Πετρόμπεη στην εγκύκλιο της 9ης /21ης Ιουλίου 1826 είναι απόλυτα χαρακτηριστικές των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κυβέρνηση.
Γνώμη μου είναι ότι την εγκύκλιο συνέταξε ο Φιλογενής Γεώργιος Γλαράκης,  και οτι απηχεί τις οδηγίες του Καποδίστρια.

«Φίλτατοι Πατριῶται, «Πίστις καὶ Πατρίς», δύο ἀναγκαῖα πράγματα, χωρὶς τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ τινὰς μ̉ ἐκείνην τὴν εὐδαίμονα κατάστασιν, ὁποῦ ἀπαιτεῖται εἰς τὸν λογικόψυχον ἄνθρωπον. 
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος, καὶ ὡς τοιοῦτος τὴν μὲν πατρίδα ζητεῖ διὰ περίθαλψιν πρόσκαιρον τοῦ σώματος, τὴν δὲ πίστιν διὰ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει ἐπιστρέψει εἰς τὴν ἀρχαίαν πατρίδα, διὰ νὰ ζήσῃ μετὰ τοῦ ποιητοῦ αἰωνίως, διὸ καὶ ὁ ὀρθὸς ὑπαγορεύει λόγος «μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». 
Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος ἐκινήσαμεν τὰ ὅπλα κατὰ τῶν τυράννων, ὄχι δι̉ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὴν πίστιν καὶ τὴν πατρίδα μας καὶ οὕτω νὰ ζήσωμεν ἐλεύθεροι καὶ νὰ ὑπάρξωμεν ἔθνος αὐτόνομον ἢ ν̉ ἀποθάνωμεν μὲ τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας.
 Ἕκτον ἤδη ἔτος τρέχομεν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἀγῶνος καὶ ὁ ἐχθρὸς πανταχόθεν εἰσβάλλει τὰς δυνάμεις του διὰ νὰ μᾶς ἀφανίσῃ τέλεον. Καὶ ἀφοῦ ἐκυρίευσε τὴν Κρήτην, ἐταπείνωσε τὴν ἀνατολικὴν καὶ δυτικὴν Ἑλλάδα, κατεξουσίασε τὸ Μεσολόγγιον, κατερήμωσε τὰς πόλεις καὶ χώρας τῆς Πελοποννήσου καὶ κατεπάτησε τὰ πλέον ὑψηλότερα καὶ δυσβατώτερα ὄρη, ἐκίνησε τὰς δυνάμεις του καὶ κατὰ τὴν Σπάρτην, διότι ἀφ̉ ὅλας τὰς ἐπαναστατημένας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔμεινεν ἄλλο μέρος μέχρι τῆς σήμερον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ λεηλατήθη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἐκτὸς τῆς Σπάρτης, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰς ὁποίας πληροφορίας ἔχομεν, ἔχει ἀμετάθετον ἀπόφασιν, ἤ νὰ καταστρέψῃ καὶ νὰ ταπεινώσῃ τὴν Σπαρτιατικὴν ὀφρύν, ἢ ν̉ ἀφήσῃ τὰ κόκκαλά του εἰς αὐτήν.
 Ἡ γενναία ὅμως ἀνθίστασις, τὴν ὁποίαν ἀπήντησεν ἀνελπίστως παρὰ τῶν Σπαρτιατῶν, τὸν ἔδωκε νὰ καταλάβῃ ὅτι δὲν θέλει πολεμήσει μὲ ἁπλῶς Ἕλληνας, ἀλλὰ μὲ Σπαρτιάτας, τοὺς ὁποίους ὑπερεκθειάζει ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἀλλ̉ ὁ ὑπερήφανος οὗτος Ἰμπραχήμης, ὅσον ἐγνώρισεν ἐκ τῆς πείρας ὅτι διὰ νὰ αἰχμαλωτίσῃ Σπαρτιάτας καὶ νὰ κατακαύσῃ τὰς χώρας των πρέπει νὰ δοκιμάσῃ μεγίστην φθορὰν καὶ ζημίαν, τόσον περισσότερον ἐπιμένει, ὅτι ἀφοῦ ἔλθωσιν ἐκ νέου δυνάμεις του διά τε θαλάσσης καὶ ξηρᾶς νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τῆς πατρίδος μας Σπάρτης. Διὰ νὰ ματαιωθῶσι λοιπὸν οἱ ὀλέθριοι αὐτοῦ σκοποὶ καὶ διὰ νὰ ἀπαθανατισθῆ καὶ ἤδη τὸ ὄνομα τῆς Σπάρτης, κρίνω χρέος μου πατριωτικὸν νὰ σᾶς φέρω ὑπ᾽ ὄψιν τὰ ἐφεξῆς: 
 Aον. Ἡ ἕνωσις, ἥτις σήμερον βασιλεύει μεταξὺ μεγάλων τε καὶ μικρῶν, ὄχι μόνον νὰ μὴ ψυχρανθῇ, ἀλλὰ ἔτι μᾶλλον νὰ αὐξήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ἀκράδαντος εἰς τὰς ψυχάς μας, διότι ὅπου δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐγὼ ἐν μέσῳ αὐτῶν, ὁ κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ἐν Εὐαγγελίοις ὑπόσχεται. Ἐκ τοῦ ἐναντίου δὲ ἡ διαίρεσις θέλει δείξει τὸν μὲν ἐχθρὸν νικητήν, ἡμᾶς δὲ ἀνάνδρους καὶ νικηθέντας, καθὼς ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μαρτυρεῖ: «Πᾶσα βασιλεία μερισθεῖσα καθ̉ ἑαυτὴν οὐ σταθήσεται καὶ πᾶσα πόλις καὶ χώρα καὶ οἰκία μερισθεῖσα καθ̉ ἑαυτὴν ἐρημοῦται». 

Βον. Τώρα ὅτι ὁ ἐχθρὸς εἶν̉ ἀδύνατος νὰ μὴν ἀδιαφορήσητε περιμένοντές τον εἰς τὰς θύρας τῶν ὀσπιτίων σας, ἀλλ̉ ὅλοι oσοι βαστᾶτε ἄρματα νὰ ἐβγῆτε ἐβγάζοντας καὶ ὅσους ὁπλοφόρους Πελοποννήσιους εὑρίσκονται εἰς αὐτὰ τὰ μέρη καὶ ἀφοῦ συνενωθῆτε μὲ τὰ Πελοποννησιακὰ στρατεύματα νὰ κινήσετε κατ̉ αὐτοῦ τώρα ὁποῦ ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἀδύνατος, διὰ νὰ ἀφανισθῇ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι θέλομεν ἡσυχάσει πλέον. Διότι, ἐὰν κατὰ τοῦτο φανῆτε ἀδιάφοροι, βέβαια παρ̉ ὅλων τῶν ἐθνῶν θέλετε νομισθῆ ἐχθροὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ θέλετε ἀμαυρώσει τὴν ὁποίαν λαμπρὰν φήμην ἐδώσατε ἤδη διὰ τῆς γενναιοψυχίας σας καὶ θέλετε ὑστερηθῆ ἐκεῖνα τὰ καλά, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς λαμπρᾶς νίκης σας καὶ διὰ τῆς ἐκστρατείας μέλει ν̉ ἀπολαύσετε. 

 Γον. Ὅσοι μείνετε ἔνδον τῆς Σπάρτης νὰ φροντίσετε πανταχόθεν ν̉ ἀγοράσῃ ἕκαστος ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ πολεμοφόδια, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν θέλει δοκιμάσει μικράν τινα ζημίαν. Διότι, εἰ μὲν ὁ ἐχθρὸς κινηθῇ καθ̉ ὑμῶν, αὐτὰ εἶναι τὰ μόνα μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ φυλάξωμεν καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὸν ἑαυτόν μας καὶ νὰ συντρίψωμεν τὴν ὑπερήφανον ὀφρὺν τῶν ἀνδραπόδων Ἀράβων. 

Δον. Νὰ ἔχετε ἅπαντες πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐχθρὸς κινηθῇ εἴτε ἐκ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, ὃ ἔστι ἀπὸ Μαραθωνήσι, εἴτε ἐκ τοῦ δυτικοῦ μέρους, ὃ ἐστι ἀπὸ Ἁλμυρόν, καὶ δυνηθῇ νὰ εἰσχωρέσῃ ἐντὸς τῶν χωρίων, νὰ μὴ διασκορπισθῆτε εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, ἀλλἀ νὰ σφαλισθῆτε οἱ ἄνδρες εἱς τὰ δύο κατώτερα ὀσπίτια καὶ πύργους ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ὑστερεῖται κανέν χωρίον, ἐκ τοῦ διότι ἀφοῦ ἔχομεν παράδειγμα τοὺς προγόνους μας, ὅτι κατ̉ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐδυνήθησαν νὰ φυλάξωσι τὴν πατρίδα τους εἰς τὴν πρώτην ἐπανάστασιν, ἔχομεν καὶ σημερινὰ παραδείγματα, ὅτι ὀλίγοι τινὲς ἐσφαλίσθησαν εἰς τοὺς κάμπους τῆς Γαστούνης καὶ ἄλλων μερῶν καὶ ἀφοῦ ἐφυλάχθησαν ἀβλαβεῖς ἐσκότωσαν καὶ ἀρκετοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς ἠνάγκασαν ν̉ ἀναχωρήσουν μὲ καταισχύνην τους, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τοιούτους σκληροὺς τόπους καὶ δυνατοὺς πύργους, ὁποὺ καὶ τώρα ἡ Τζίμοβα, Πύργος καὶ χωριά, μὲ πολλὰ ὀλίγους εἰς τοὺς πύργους ἀφάνισαν τοὺς ἐχθρούς. Λοιπὸν ἐὰν σταθοῦν καὶ τὸ Μαραθωνήσι, εἰς τὸ Μαυροβούνι καὶ εἰς παρομοίας θέσεις καὶ πύργους δυνατούς, καθὼς τὸ Βαθύ, Κατζαουνιάνικα, Πετροβούνι, Λίμνη, Μαρούλια, Καστάνια, Σκυφιάνικα καὶ λοιπὰ ὅλα τὰ μέρη, ὅσοι σταθοῦν εἰς τὴν πατρίδα ἀσφαλοῦν καὶ τὸν ἐχθρὸν ἀφανίζουν, καὶ τοιαῦτα παραδείγματα ἔχετε πολλὰ ὡς ἄνωθεν.
 Εον. καὶ τελευταῖον νὰ παρεμποδίζητε τοὺς ἀνοήτους ἀπὸ τὰς συνήθεις καταχρήσεις των, νὰ περιποιῆσθε τοὺς καταφυγόντας εἰς τὴν πατρίδα μας ἀδυνάτους ἀδελφούς μας, διότι καθὼς τὰ καλὰ διαφημίζονται, οὕτω καὶ τὰ κακὰ διαθρυλοῦνται πανταχοῦ. Οἱ Ἕλληνες σήμερον ἐξ ἑνὸς στόματος ἐπαινοῦσι τοὺς Σπαρτιάτας καὶ ἡ Εὐρώπη θὰ προσηλώνῃ τὸ ὄμμα της εἰς τὴν Σπάρτην ˙ ἂς μὴ λοιπὸν ὁμοιάσωμεν τῆς γελάδας, κατὰ τὸν χωρικὸν λόγον* , ἀλλ̉ ἂς δείξωμεν καὶ εἰς τοὺς ὁμοπίστους καὶ ἀλλοεθνεῖς, ὅτι καὶ εἴμεθα καὶ ἐσμὲν καὶ ἐσόμεθα ἀπόγονοι τῶν ἡρώων ἐκείνων Σπαρτιατῶν. 
Ταῦτα πατριωτικῶς καὶ μένω. 
 Τῇ 9 Ἰουλίου 1826 Ναύπλιον 
Ὁ εἰλικρινὴς πατριώτης σας Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης»

 * «Ἀφοῦ γεμίσῃ τὴν καρδάρα γάλα δίδει μιὰ κλοτσιὰ καὶ τὸ χύνει »

πηγή  www.elkosmos.gr

Ο Καταστρεπτικός για την Ελληνική Επανάσταση θάνατος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη

Στις 9 Ιουλίου 1816 πέθανε σε ηλικία 56 ετών στο Κίεβο,  μετά από ένα ταξίδι στην Αγία Πετρούπολη ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης.
 Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης είχε μεταβεί την άνοιξη του 1816, στην Αγία Πετρούπολη για να ενεργοποιήσει τις υποσχέσεις που του είχε δώσει το 1806, ο Τσάρος Αλέξανδρος, για την απελευθέρωση των Ελλήνων, υποβάλλοντας ένα σχέδιο «για την Ανατολή». 
 Είναι απολύτως βέβαιο, ότι στις συζητήσεις αυτές συμμετείχε και ο Ιωάννης Καποδίστριας. 
Δυστυχώς ούτε από το αρχείο Καποδίστρια ούτε από το αρχείο Υψηλάντη ούτε από τα ρωσικά αυτοκρατορικά αρχεία έχει φωτιστεί το περιεχόμενο αυτών των συνομιλιών. 

Ο Υψηλάντης είχε τρεις συναντήσεις με τον Τσάρο που κατέληξαν ανεπιτυχώς. Επέστρεψε στο Κίεβο όπου διέμενε όπου και πέθανε. Το ότι ο θάνατός του προκλήθηκε από την θλίψη του, μπορεί να μην είναι μόνο «ρομαντική» διατύπωση, αφού άλλωστε υπέφερε από την καρδία του, όπως και τα παιδιά του, Αλέξανδρος, Νικόλαος και Δημήτριος. 
Ο ξαφνικός θάνατος του συζητήθηκε τότε σε όλη τη Ρωσία και παρουσιάστηκε ως «αρκετά μυστηριώδης» . 
Ο Θάνατός του πάντως άφησε ακέφαλη την Ελληνική Επανάσταση αφού αυτός θα ήταν ο μέλλων βασιλεύς των Ελλήνων. Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης ως Μέγας Διερμηνέας πέτυχε την Ρωσσοτουρκική συμμαχία κατά των Γάλλων και δημιούργησε την Επτάνησο Πολιτεία. Στις 5 Μαρτίου, άρχισε η Ρωσσοτουρκική Κατοχή των Ιονίων Νήσων και στις 8 Μαρτίου 1799 διορίστηκε ηγεμών στης Μολδαβίας όπου παρέμεινε ως τις 4 Ιουλίου 1801. Την 1η Σεπτέμβριου του 1802 ανέλαβε την ηγεμονία της Βλαχίας όπου παρέμεινε ως τον Αύγουστο του 1806, οπότε ο Γάλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Οράτιος Σεμπαστιάνι πέτυχε την καθαίρεση του επειδή, «υποστήριζε τη ρώσικη πολιτική» και «βοηθούσε τη σερβική επανάσταση». Ο Υψηλάντης αποστάτησε από τους Τούρκους και ανακηρύχτηκε από τους Βογιάρους Ηγεμών την Ενωμένης Βλαχίας και Μολδαβίας. Σε αντίποινα ο Σουλτάνος διέταξε τον αποκεφαλισμό του 80χρονου πατέρα του Αλέξανδρου και δήμευσε την περιουσία των Υψηλαντών . 
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποκεφαλίστηκε στις 13 ιανουαρίου 1897.
Με την είσοδο στις ηγεμονίες των ρωσικών στρατευμάτων στις 27 Δεκεμβρίου 1806 αναγνωρίστηκε ως Ηγεμών της Ενωμένης Βλαχίας και Μολδαβίας από τους Ρώσους. Ο Υψηλάντης, υπήρξε και αυτός θύμα της συνθήκης του Τιλισίτ και υποχρεώθηκε να φύγει από το Βουκουρέστι στις 28 Αυγούστου 1807 και να μεταβεί στο Ιάσιο, από όπου υποχρεώθηκε να φύγει στις 17 Σεπτεμβρίου 1807 και να ζητήσει άσυλο στην Ρωσία. 
Στον Κωνσταντίνο Υψηλάντη δόθηκε καταφύγιο στο Κίεβο. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα το 1808 αναγκάστηκε να ζήσει στη Μόσχα χωρίς τα άλλα μέλη της οικογένειας. Στη Μόσχα ο Υψηλάντης συνεννοήθηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φυραρή ο οποίος ηγείτο του μηχανισμού του «Φοίνικα» και από κοινού αποφάσισαν την συγκρότηση Επαναστατικής Εταιρείας με σκοπό την απελευθέρωση του Γένους. Σε αυτή την Συμφωνία προσχώρησε το 1811 ο Ιωάννης Καποδίστριας όταν επισκέφτηκε τον Μαυροκορδάτο στη Μόσχα.

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

25 Ιουνίου/7 Ιουλίου 1807. Η καταστροφική για τους Φιλογενείς συνθήκη του Τιλσίτ

Στις 25 Ιουνίου/7 Ιουλίου, του 1807 στο Τιλσίτ υπογράφηκε μεταξύ των πληρεξούσιων αντιπροσώπων των Αυτοκρατόρων Ναπολέοντα Α΄ της Γαλλίας και του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας η Γαλλο-Ρωσική συνθήκη του Τιλσίτ με την οποία καταργείτο το πρώτο Ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος της Επτανήσου, το Δημιούργημα των Υψηλαντών και των Καποδίστρια.
Εκ μέρους του Ναπολέοντα υπέγραψε ο Ταλλεϋράνδος, και από την ρωσική πλευρά οι  Πρίγκιπες Αλέξανδρος Κουνάκιν και ο  Ντμήτρη Λομπάνοφ-Ροστόβσκυ.
Όταν ο Καποδίστριας οργάνωνε το παλλαϊκό πανηγύρι της «Νίκης», στην Λεύκαδα στις 18/30 Ιουνίου, δεν ήξερε ότι ο ρωσικός στρατός, υπό τον Γερμανό στρατηγό Λέβιν Άουγκουστ φον Μπένιγκσεν, είχε νικηθεί από τους Γάλλους, 43 χιλιόμετρα νοτίως του Καλίνινγκραντ, στη μάχη του Φρίντλαντ, (14/26 Ιουνίου 1807), ούτε ότι η Γερουσία της Επτανήσου, είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία, την προηγουμένη. 
Η ήττα στο Φρίντλαντ, οδήγησε στην υπογραφή της συνθήκης του Τιλσίτ, (σημερινό Sovetsk στην περιοχή του Καλίνινγκραντ ), σε μια σχεδία στο μέσον του ποταμού Νιέμαν. 
Η συμφωνία του Τιλσίτ, ήταν καταστροφική για τους Φιλογενείς και το αναγεννημένο Ελληνικό Έθνος και μέσω της προσωρινής Γαλλικής κατοχής οδήγησε τα Επτάνησα στην μακρά νύχτα της αγγλοκρατίας.
Η συμφωνία υπήρξε βλαπτική και για τους Σέρβους και για τις ηγεμονίες της Βλαχομπογαδανίας. 
Η Γαλλο-Ρωσική συνθήκη του Τιλσίτ είχε δυο μυστικά άρθρα.
Σύμφωνα με το πρώτο, η Βεσσαραβία, η Μολδαβία, η Βλαχία και η βόρεια Βουλγαρία, θα  περιέρχονταν στη Ρωσία. Η Βοσνία και η Σερβία και οι περιοχές μέχρι και τη Θεσσαλονίκη θα περιέρχονταν  στην Αυστρία. 

Η δε Αλβανία, η Θεσσαλία, η Πελοπόννησος και Κρήτη στη Γαλλία.
Το δεύτερο άρθρο όριζε: "Η Α.Μ. ο αυτοκράτωρ Ναπολέων... ως απόλυτος κτήτωρ και κυρίαρχος θα κατέχει τας επτά Ιονίους Νήσους".

Η Επτάνησος ήταν ανεξάρτητο και αναγνωρισμένο διεθνώς Κράτος.
Με την υπογραφή στις 23 Μαΐου 1802 της Συνθήκης της Αμιένης, η Επτάνησος Πολιτεία αναγνωρίστηκε από την Γαλλία , την Βαταβική Δημοκρατία, (Ολλανδία), και τους Βασιλείς της Αγγλίας και Ισπανίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση Κωνσταντινούπολης (1800). 
Η  παραχώρηση των Επτά Νήσων  από τον Τσάρο στον Ναπολέοντα, δεν θα ήταν εφικτή, εάν η Επτάνησος Πολιτεία δεν είχε κηρύξει στις 17/29 Ιουνίου 1807. 
τον Πόλεμο στη Γαλλία. Ήταν  πράξη  της εσχάτης προδοσίας  η απόφαση της Γερουσίας να κηρύξει τον Πόλεμο στην Γαλλία, αλλά όχι στην Τουρκία. 
Για το ζήτημα αυτό άλλωστε παραιτήθηκε ο Καποδίστριας.

Στις τις πρώτες σελίδες του υπομνήματος του προς τον Τσάρο  Νικόλαο, ο Καποδίστριας, το 1826, εξέφραζε διπλωματικά , την αποδοκιμασία του για το « ξεπούλημα» των Ιονίων νήσων, την «ανατροπή που κατέπνιξε την Ιόνιο πολιτεία στα σπάργανα», και σημείωνε ότι η συνθήκη του Τιλσίτ, κλόνισε την πίστη των Ελλήνων στην Ρωσική προστασία. 


26 Ιουνίου/7 Ιουλίου 1770. Οι δίδυμες μάχες στον Τσεσμέ και στον ποταμό Λάργκα στην Μολδαβία

1770. Κατά τον 6o Ρωσο-τουρκικό πόλεμο, τα ξημερώματα της 7ης Ιουλίου έγινε η καταστροφή του τουρκικού στόλου που είχε καταφύγει στον Τσεσμέ, μετά τη ναυμαχία του στενού της Χίου. Υπό την κάλυψη των παράκτιων πυροβόλων οι κύριες δυνάμεις του τουρκικού στόλου είχαν παραταχθεί μεσα στον κόλπο του Τσέσμεν, σε δύο γραμμές των 8 και 7 θωρηκτών . Η πρώτη γραμμή όμως προστάτευσε τους Ρώσους από τα πυρά της δεύτερης γραμμής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας στις 6 Ιουλίου, τα ρωσικά πλοία βομβάρδιζαν τον τουρκικό στόλο και τις παράκτιες θέσεις. Στις 17:00, η Κανονιοφόρος «Γκρομ» προσέγγισε στην είσοδο του Κόλπου και άρχισε να βομβαρδίζει τουρκικά πλοία. Στις 0:30 τα θωρηκτά «Ευρόπα» και «Ριστισλάβ», πήραν και αυτά θέση στην είσοδο του Κόλπου βομβαρδίζοντας τους Τούρκους. Η μονομαχία των πυροβόλων ήταν η κάλυψη για την είσοδο μέσα στο κόλπο βοηθούσης και της νύχτας, των τεσσάρων πυρπολικών, που ήταν ελληνικά πλοία. Ένα από αυτά ήταν το Σεμπέκι του Βαρβάκη. Στις 01:30 σύμφωνα με τον Ορλόφ ή τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με τον Ελφινστον εξεράγει ένα από τα τουρκικά θωρηκτά των 84 πυροβόλων, λόγω της πρόσδεσης σε αυτό του πυρπολικού του Βαρβάκη. 
Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα και σε άλλα πλοία στον κόλπο. Μετά την έκρηξη στις 2:00 και δεύτερου τουρκικού πλοίου, οι Ρώσοι σταμάτησαν τους κανονιοβολισμούς. 
Στο πυρπολικό του Βαρβάκη επέβαινε ως σύνδεσμός και ο ρώσος υποπλοίαρχος Ίλιν στον οποίο οι σύγχρονοι ρώσοι Ιστορικοί ,από μικροψυχία, αναγνωρίζουν το κατόρθωμα του Βαρβάκη που το αναγνώρισε όμως Ορλόφ στην αναφορά του στην Αυτοκράτειρα. 
Μέχρι τις 2:30 π.μ., τρία ακόμα τουρκικά θωρηκτά είχαν εκραγεί. Περίπου στις 4:00 π.μ., τα ρωσικά πλοία έστειλαν βάρκες για να διασώσουν δύο μεγάλα σκάφη που δεν είχαν ακόμα καεί, αλλά μόνο το ένα από αυτά, το «Ρόδος», τον 60 κανονιών μπόρεσαν να σώσουν. 
 Μέχρι τις 8:00 π.μ., ο τουρκικός στόλος είχε καεί. Οι Χιώτες, οι Ψαριανοί και οι Σμυρνιοί, καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και μέχρι τα ξημερώματα, ήσαν στις ακτές και παρακολουθούσαν τις εικόνες της καταστροφής. Το φρούριο του τσεσμέ καθώς και η κωμόπολη του Τσεσμέ εγκαταλείφθηκαν από τους Τούρκους κατοίκους. και τη φρουρά.


Το πρωί της 26 Ιουνίου/7ης Ιουλίου οταν φώτισε ο θεός την ημέρα , άρχισε η μάχη στον ποταμο Λάργκα στην σημερινή Μολδαβία μεταξύ 65.000 Τατάρων της Κριμαίας (ιππικό) και 15.000 Οθωμανών (πεζικό) υπό την ηγεσία του Κάπλαν Γκιρέι και 38.000 Ρώσων υπό τον στρατάρχη Ρουμιάνσεφ. Ο ΠοταμόςΛάργκα είναι παραπόταμος του Προύθου. Η μάχη του Λάργκα κατέληξε σε μια αποφασιστική νίκη για τους Ρώσους που κατέλαβαν το στρατόπεδο του εχθρού και πήραν λάφυρα 33 τουρκικά κανόνια . Για τη νίκη αυτή, ο Ρουμιάνσεφ τιμήθηκε με το μετάλλιο του Τάγματος του Αγίου Γεωργίου . Δύο εβδομάδες αργότερα, οι Ρώσοι πέτυχαν μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη στη μάχη του Καχούλ. Οι νίκες στο Λάργκα και το Καχούλ (αργότερα) άλλαξαν τη στρατηγική κατάσταση υπέρ της Ρωσίας.