Κυριακή 27 Μαΐου 2018

27 Μαΐου 1807 ο Καποδίστριας έφθασε στην Λευκάδα

Στις 27 Μαΐου/8 Ιουνίου ο Καποδίστριας ως έκτακτος απεσταλμένος της Γερουσίας από την Κερκυρα έφθασε στην Λευκάδα ως διοικητής του νησιού, και πέρασε τις δύο πρώτες νύχτες στα χαρακώματα, καθώς αναμενόταν απόβαση των Τουρκαλβανών. Μαζί του ήρθε και ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας, και οι νεαροί ακόλουθοί του Κερκυραίοι, Καβάσιλας, Καραντινός και Βάρθης. Συνεχείς ήσαν οι κανονιοβολισμοί των Τουρκαλβανών κατά του φρουρίου «Αλέξανδρος», προετοιμάζοντας την απόβαση, ενώ οι Έλληνες απαντούσαν με τα κανόνια του φρουρίου της Αγίας Μαύρας.

Η προδοσία της Κάσσου από τους Κουντουριώτηδες και η «βοήθεια» των αγγλόφιλων ρουφιάνων από τα δανεικά

Η Κάσος λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και της ναυτικής δύναμης, αποτελούσε σημαντικότατο έρεισμα των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων στο Αιγαίο και στήριγμα της Επανάστασης Κρήτης, οι Έλληνες της Κάσσου ζήτησαν επανειλημμένα βοήθεια από την Ύδρα, και τις Σπέτσες, και την επαναστατική κυβέρνηση Μαυροκορδάτου -Κουντουριώτη να στείλουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ενίσχυση της Κάσου με πλοία, πολεμοφόδια και στρατό. 
Και οι πατριώτες Κάσσιοι απέμειναν την κρίσιμη ώρα της Τουρκοαιγυπτιακής εισβολής μόνοι και απροστάτευτοι και υπέστησαν πλήρη καταστροφή.

 Ο αγγλοτσολιάς Γεώργιος Κουντουριώτης μαζί με τον Μαυροκορδάτο αρνήθηκαν να στείλουν βοήθεια και στις 27 Μάϊου /8 Ιουνίου 1824 που ο στόλος της Αιγύπτου επιτέθηκε στο νησί , ο τενεκές των αγγλικών δανείων, υπέγραψε επιστολή υποσχόταν βοήθεια στον επαναστατημένο λαό της Κάσου, όταν θα ερχόταν η δόση του δανείου των Ρότσιλντ, και τους έλεγε: «η Διοίκησις γνωρίζουσα τήν γενναιότητά σας καί τήν απόφασίν σας νά θυσιασθήτε πάντες υπέρ πίστεως καί πατρίδος, πληροφορηθείσα ότι καί αρκετά ξένα άρματα ευρίσκονται εις τήν νήσον σας είναι βεβαία ότι θέλετε δώσει τρόμον εις τόν εχθρόν». 

Η επιστολή του προδότη υδραίου εβραιόσπορου είναι η ακόλουθη: 

«Η Διοίκησις, ως κοινή μήτηρ, δέν θέλει αδιαφορήσει καί εις τάς πολεμικάς χρείας, καί φθάσαντος τού δανείου θέλει σάς οικονομίσει αναλόγως. Τά πολεμικά πλοία εξ Ύδρας καί Σπετσών δέν εκπλέουσιν ακόμη εξ αιτίας όπου τό ταμείον δέν έχει χρήματα νά πληρώσει τούς ναύτας, άμα όμως φθάσουν τά χρήματα καί πληρωθούν οι ναύται θέλουν έβγει ευθύς επειδή είναι έτοιμα. Απορεί η Διοίκησις παρατηρούσα ότι έχετε έλλειψιν εφοδίων, ενώ ειξεύρει ότι καί πρότερον ήσθε εφωδιασμένοι από αυτά καί τελευταίον λαβόντες τά όσα εκ Κρήτης έφθασαν αυτόθι, εφοδιασθήτε έτι μάλλον τούτο. Αν ο εχθρικός στόλος αποτολμήση νά πλησιάση εις τήν νήσον ταύτην καί νά φροντίση νά κάμη έφοδον, η Διοίκησις γνωρίζουσα τήν γενναιότητά σας καί τήν απόφασίν σας νά θυσιασθήτε πάντες υπέρ πίστεως καί πατρίδος, πληροφορηθείσα ότι καί αρκετά ξένα άρματα ευρίσκονται εις τήν νήσον σας είναι βεβαία ότι θέλετε δώσει τρόμον εις τόν εχθρόν. Εν Μύλοις Ναυπλίου τή 27 Μαΐου 1824 Ο Πρόεδρος Γεώργιος Κουντουριώτης» 

Ακριβώς όπως τότε οι γραικύλοι του σήμερα ,παρηγορούσαν τους φτωχούς τους άνεργους και τους πεινασμένους από τηλεοράσεως με το... "έρχεται η δόση".

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

Το κόλπο ντε φάβα με τη δίκη Κολοκοτρώνη του 1834

Η θλιβερή επέτειος , είναι στις 26 Μαΐου με το παλιό, 7 Ιουνίου με το Παπικό ημερολόγιο. Για το Λονδίνο, η απόφαση ανακοινώθηκε στις 7 Ιουνίου.
 Η απόφαση στο τέλος για κάθε ομιλούντα την ελληνική αναφέρει:
«Εξεδόθη και εδημοσιεύθη εν Ναυπλίω την εικοστήν έκτην Μαΐου του χιλιοστού οκτακτοσιοστού τριακοστού τετάρτου έτους». 
Αλλά, οι «ιστορικοί» του διαδικτύου και οι «ιστοριοφίδες» της ιστοσελίδας της Χρυσής Αυγής έχουν δικό τους τρόπο υπολογισμού των επετείων. 
Την απόφαση υπέγραψαν ο Υδραίος Βούλγαρης, ο Φαναριώτης Σούτζος και ο Φραγκούλης. 

Η «μαύρη επέτειος» δίνει την ευκαιρία στους «ρουφιανοπατριώτες» της Στοάς και όλο τον συρφετό της αργυρώνητης Ψωροελίτ, να καταριέται την «κακιά Βαυαροκρατία». Για όλα έφταιγαν οι «Βαυαροί» και όχι οι άγγλοι και όχι η Στοά. Και ο διδάσκαλος της Στοάς της Ζακύνθου Κόντε Ρώμας και ο συγγενής του Βρεδ ήσαν μεταξύ των 44 μαρτύρων κατηγορίας. 

Την «Συνομωσία» υποτίθεται ότι την οργάνωνε ο Ρώμας, στα πλαίσια μιας πρόσκαιρης αντιπαλότητας στο Ναύπλιο, της αγγλικής πολιτικής με την "Αντιβασιλεία", αλλά δικάστηκαν οι «Ναπαίοι» οι «Καποδιστριακοί», και όχι ο Ρώμας.

 Το Δικαστήριο ήταν ο αρχισυντάκτης του «Απόλλωνα» της Ύδρας, ο συνομώτης για την δολοφονία του Καποδίστρια Τάσσος Πολυζωίδης και ο ελληνομαθείς Άγγλος Πράκτορας Εδουάρδος Μάνσον, που ήταν το μεταφραστικό του Απόλλωνα. Μαζί τους ο Δημήτριος Σούτζος εξάδελφος του Παναγιώτη και του Αλέξανδρου. 

Η απόφαση διαπίστωνε την «ειλικρίνειαν και την έλλειψιν προμελετημένου ψεύδους» των ψευδομαρτύρων και ότι «καμμία εξαίρεσις κατά των μαρτύρων της κατηγορίας δεν απεδείχθη νομικώς και ότι τα μονομερώς κατ' αυτών λεγόμενα πρέπει να θεωρηθούν ως ελλείποντα πάσης νομικής βαρύτητος»
 και αποφάσισε να καταδικαστούν εις θάνατον, ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας
 ο Δημητριος Πλαπούτας και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και να καταδικαστούν εις τα δικαστικά έξοδα ήτοι χιλίας τεσσαράκοντα επτά δραχμάς και λεπτά εννενήκοντα τρία.

 Η απόφαση ανέφερε στη συνέχεια:

 -Η παρούσα απόφασις θέλει εκτελεσθή εις την εκτός του Φρουρίου Ναυπλίου πλατείαν 
-Οι καταδικασθέντες κρίνονται άξιοι της Βασιλικής χάριτος, την οποίαν θέλει ζητήσει επισήμως το Δικαστήριον από την Αυτού Μεγαλειότητα
 -Αναβάλλεται η εκτέλεσις της παρούσης αποφάσεως μέχρι της εκβάσεως της περί της χάριτος αιτήσεως. 

Ο Όθωνας μετέτρεψε την απόφαση στις 30 Μαΐου σε εικοσαετή κάθειρξη και ο Κολοκοτρώνης ειπε το συγκονιστικό. «Θα τον γελάσω τον μεγαλειότατο γιατί δεν θα ζήσω τόσο». 

Η Υπόθεση αυτή και η παρεπόμενη "δίκη των δικαστών" είναι 
η κολυμπήθρα του  Σιλωάμ για την αγγλοκρατία. 
Συνήγορος υπεράσπισης του Πλαπούτα ειχε αναλάβει το τέκον της Στοάς του Λονδίνου Χριστόδουλος Κλωνάρης φανατικός αντικαποδιστριακός και φανατικός φίλος του Μαυροκορδάτου. 
Ο Μαυροκορδάτος που παρακολουθούσε τη δίκη είπε στον Οθωνα ότι οι κατηγορούμενοι έπρεπε να Αθωωθούν. 
Ο Πολυζωίδης ήταν το φερέφωνο του Μαυροκορδάτου.
 Η συμμορία των πρακτόρων και των δολοφόνων του Καποδίστρια εμφανίζει τη δίκη ως δείγμα της εθνικής της σκέψης και αναδεικνύει το κάθαρμα Πολυζωίδη ως «εθνικό δικαστή», και η «καλή» και «συνταγματική» αγγλοκρατία βρίζει την κακή και αυταρχική βαυαροκρατία που χρωστούσε και εκείνη στον Ρότσιλντ. 

ΥΓ. Πάντως μέσα από την δίκη βρέθηκε και ο Ιστορικός της Αγγλοκρατίας Ιωάννης Φιλήμων.

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

18 Μαΐου 1792. Η Αρκούδα έφαγε τη Βαρσοβία με την άδεια του Λονδίνου αντί να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη

Τη νύχτα της 18ης Μαίου 1792 ο ρωσικός στρατός διέβη τα σύνορα και επιτέθηκε στην Πολωνο-Λιθουανικη Κοινοπολιτεία. Η Τσαρίνα Αικατερίνη Β ' επιτέθηκε στους Πολωνούς με την έγκριση του Λονδίνου, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας των Ρώσων Πολιτών. Η Βαρσοβία ήταν η ανταμοιβή  που προσέφερε το Λονδίνο για την εγκατάλειψη της εκστρατείας του 1792 για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης.


Γελοιογραφία της εποχής όπου ο αγγλικός Δαίμων προσφέρει στην Αρκούδα την Βαρσοβία και με το άλλο χέρι παίρνει πίσω, την "τούρτα Κωνσταντινούπολη".
του Σπύρου Χατζάρα

Το όραμα για την απελευθέρωση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, «με το σπαθί και την φωτιά», διατυπώθηκε από τον απεσταλμένο του Αλέξανδρου Υψηλάντη , τον εξάδελφό του Αλέξανδρο Μουρούζη, το 1781, στην Στοά του Αγίου Ανδρέα στην Ερμανούπολη.(Το σημερινό Σίμπιου).

Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στο Βουκουρέστι, λειτουργούσε από το 1780, υπό την κάλυψη του Αλέξανδρου Υψηλάντη, (του πρεσβυτέρου), η πρώτη « Εταιρία των Φίλων», η οποία, όπως γράφει ο Πρωτοψάλτης, ήταν «ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση , στην οποία μετείχαν εκτός των Ελλήνων και εντόπιοι Βλάχοι» .
Στην πρώτη « Εταιρία των Φίλων», συμμετείχαν και τα παιδιά του ηγεμόνα, ο εικοσάχρονος Κωνσταντίνος και ο δεκαοκτάχρονος Δημήτριος, καθώς και οι αξιωματικοί των 58 ελληνικών λόχων ,που είχε συγκροτήσει στη Βλαχία ο Υψηλάντης.
Το 1782, όταν ο Υψηλάντης ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εμπιστευόμενος τη ζωή του στον φίλο του Πόντιο βεζίρη, Ιτζέτ Αχμέτ Πασά ,
η «Εταιρεία των Φίλων», έμεινε εν υπνώσει. Τότε  η «πεφωτισμένη» Μ. Αικατερίνη της Ρωσίας, υπέβαλε στον επίσης «πεφωτισμένο» Ιωσήφ Β' της Αυστροουγγαρίας, το «Ελληνικό» της σχέδιο, του οποίου εμπνευστής υπήρξε ο Γρηγόρης Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν.
Οι επαφές των δύο αυτοκρατόρων , «που ήσαν πλασμένοι από την θεία πρόνοια να συμφωνούν», κατέληξαν μετά από 4 χρόνια, σε ένα γενικό σχέδιο διανομής του «Μεγάλου ασθενούς», σύμφωνα με το οποίο:
1) Η Ρωσία θα καταλάμβανε το Ότσακώφ , την Κριμαία, τη Γεωργία, τον Καύκασο, και θα έπαιρνε δύο νησιά στο Αιγαίο, «χάριν των εμπορικών της συμφερόντων».
2) Το Βελιγράδι και η Σερβία, η Βοσνία- Ερζεγοβίνη μέχρι των εκβολών του Δρίνου και τη λίμνη Σκόδρα, η Ολτενία, (Μικρά Βλαχία) μέχρι τον ποταμό Ολτ, ( Αλούτα), το Βιδίνι, το λιμάνι της Όρσοβα επί του Δουνάβεως, και η Δαλματία, (που θα την αφαιρούσαν από τη Βενετία), θα περνούσαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
3)Η Βενετία, που είχε αποδεχθεί το σχέδιο και ήταν «αφανής» σύμμαχος, θα έπαιρνε πίσω τις παλιές ελληνικές κτήσεις της, την Κύπρο, την Κρήτη, και την Πελοπόννησο.
4) Επί των ερειπίων του Οθωμανικού Κράτους θα εδημιουργούντο δύο νεα κράτη, το Δακικό και το «Ελληνικό βασίλειο», που επίσης ονομαζόταν, «ανατολική αυτοκρατορία», που θα είχαν ορθόδοξους ηγεμόνες.

Το «βασίλειο των Δακών», θα περιελάμβανε την Βεσσαραβία, την Μολδαβία , τη νότια Ποντόλια, και την Μπουκοβίνα.


Στο «Βασίλειο των Ελλήνων», που θα είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θα ανήκαν οι περιοχές νότια του Δούναβη, (η Δοβρουτσά και η σημερινή Βουλγαρία, η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Στερεά, η Αλβανία ,το Μαυροβούνιο, και παράλια της Μικράς Ασίας και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.

Η Αικατερίνη προόριζε για τον θρόνο της Δακίας τον αγαπημένο της πρίγκιπα Ποτέμκιν, και για τον θρόνο του ελληνικού βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη, τον εγγονό της Κωνσταντίνο, γύρω από τον οποίο υπήρχε μια ομάδα προσφυγόπουλων , όπως ο γεννημένος το 1770 Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Κουρούτας , που αργότερα έγινε στρατηγός, και ο επίσης γεννημένος το 1770 Χιώτης Ιωάννης Καραγεώργης, που αργότερα παντρεύτηκε τη νόθα κόρη της Αικατερίνης και του Ποτέμκιν, Ελισάβετ.


Για να κάνουν το σχέδιο «ελκυστικό» στις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Ιωσήφ και η Αικατερίνη, προσέφεραν την Αλγερία στην Ισπανία, τη Λιβύη και την Τυνησία στην Αγγλία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, και τον Λίβανο στη Γαλλία. Το οθωμανικό κράτος, θα περιοριζόταν στην Ανατολία, το Ιράκ, την Ιορδανία και την Αραβία.


Η Πολωνία, θα έμενε ως είχε.

 Η πρώτη αντίδραση από πλευράς των Ελλήνων εκδηλώθηκε το 1785, με το «Ελληνικό» σχέδιο, που υπέβαλε στον Ιωσήφ Β' και μέσω εκείνου στην Μ. Αικατερίνη, ο "πεφωτισμένος  αδελφός" Αλέξανδρος Υψηλάντης, που διατηρούσε αλληλογραφία με τον καγκελάριο της Αυστρίας Ιωσήφ, Κάουνιτς. Το σχέδιο του Υψηλάντη ξέρουμε ότι «ενεκρίθη», αλλά δεν μας έχουν πει εκείνοι που βλέπουν τα χειρόγραφα τις παρατηρήσεις του Ιωσήφ. 


Προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, εμφανίστηκε στο Ιάσιο, και ο «πολιτικός φορέας», της «Ρουσογραικίας», που ήθελε να δημιουργήσει η Αικατερίνη, μέσα από την Στοά «Φοίνιξ», που ίδρυσε , με την έγκριση της μητέρας Στοάς της Βιέννης, ο «πεφωτισμένος

» Αλέξανδρος Ι. Μαυροκορδάτος, που διορίστηκε ηγεμόνας της Μολδαβίας . Με τα «σούρτα- φέρτα» των «αποστόλων» στα σχέδιο εντάχθηκαν και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, που συγκρότησαν την «Ομοσπονδία των αρματωλών», υπό τον Ζαχαριά Παντελεάνο.(Τον Μπαρμπιτσιώτη)

Η Στοά «Φοίνιξ», κάλυπτε τη δράση της ομώνυμης μυστικής εταιρίας , που διαδέχθηκε την «Εταιρία των Φίλων», ως η ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση, η οποία θα εργαζόταν προς όφελος των Ελλήνων, αλλά και του ίδιου του Μαυροκορδάτου, που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο Ρωσικό του παρελθόν και την Αυστριακή πολιτική, ώστε να γίνει ανεξάρτητος ηγεμών μετά τον αναμενόμενο, 8ο Ρώσσο-τουρκικό πόλεμο.


Η «μυστική εταιρία» , διαδόθηκε ταχέως , όπως αναφέρει και ο Ε.Γ. Πρωτοψάλτης, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μολδοβλαχία, στη Στερεά, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, και τη νησιώτικη Ελλάδα, και απέκτησε μέλη και παραρτήματα στη Βιέννη, τη Μόσχα, τη Νίζνα, και την αγία Πετρούπολη .

Τα μέλη του «Φοίνικα» , ήσαν κατά κύριο λόγο οι έλληνες έμποροι, στα εμπορικά κέντρα, και διανοούμενοι.
Οι περισσότεροι ήσαν Τέκτονες, διότι η διάδοση της «εταιρείας», έγινε μέσω των «Στοών» της Ανατολής, στην Κωνσταντινούπολη τη Σμύρνη, και τα Επτάνησα.
Oι «πράκτορες» της Αικατερίνας, που διέσχιζαν και πάλι τον ελληνικό χώρο, όπως και στα Ορλωφικά, για να ξεσηκώσουν τους Έλληνες σε επανάσταση, ήσαν άνθρωποι συνδεδεμένοι με τον «Φοίνικα».

Παράλληλα, για τον καλύτερο συντονισμό της προσπάθειας, η Μεγάλη Αικατερίνη, διόρισε ως Ρώσο πρόξενο στην Κέρκυρα, τον Λυμπεράκη Μπενάκη γιό του Παναγιώτη, και εγγονό του Λυμπέριου Γερακάρη, που ήταν η ψυχή της όλης κίνησης.

Ο Λυμπέριος Μπενάκης, κατά τα Ορλωφικά, κατατάχθηκε στο ρωσικό στόλο, (όπως και ο Λάμπρος Κατσώνης), και το 1774 προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Το 1776, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να επιτύχει στα πλαίσια των ρωσο-τουρκικών διαπραγματεύσεων, την αποκατάσταση της περιουσίας του. Επέστρεψε στη Ρωσία, στην Κριμαία, και το 1783 προήχθη σε ταγματάρχη, και μετά διορίσθηκε γενικός πρόξενος στην Κέρκυρα, όπου συνδέθηκε στενά με την οικογένεια Καποδίστρια. Διορίστηκαν ακόμα ο πρώην αρματολός Ζαγορίσκος ως υποπρόξενος, στην Ζάκυνθο, ο υπολοχαγός του Ρωσικού στρατού Πάνος Μητσικέλης πρόξενος στην Ήπειρο, ο ταγματάρχης Λουίτζι Σωτήρης στη Χειμάρα , και στην Κεφαλληνία ο πρίγκιπας Δ. Κομνηνός, οι οποίοι είχαν οδηγίες να έρθουν σε επαφή με τους κυριότερους κατά τόπους οπλαρχηγούς και άρχοντες, για να προετοιμάσουν το κίνημα.

Από ρωσικής πλευράς γενικός συντονιστής ήταν, ο Ρώσος πρέσβης στη Βενετία στρατηγός Ιβάν Ζαμπορόβσκι , ο οποίος έλαβε οδηγίες «να ενεργήσει για την εξέγερση των ορθοδόξων λαών»,(Έλληνες και Σέρβοι), να συνάψει στενές σχέσεις με τους έλληνες στο Αιγαίο και την Ήπειρο, «προσέχοντας να μην τους δυσαρεστήσει» και «ακλουθώντας τις προτάσεις τους», ώστε, «να επιτύχει να αποσπάσει την εμπιστοσύνη τους», προς τη Ρωσία.

Οι διαφωνίες των Ελλήνων, με το σχέδιο Ποτέμκιν, αφορούσαν προφανώς την τύχη της Πελοποννήσου, της Κρήτης, και της Κύπρου.Ούτε ο Μπενάκης, ούτε ο Κομνηνός μπορούσαν να δεχθούν τη νέα Ενετοκρατία .

Οι οδηγίες της Αικατερίνης προς τον Ζαμπορόβσκι, αποκαλύπτουν την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην επανάσταση του 1770, και το ελληνικό επαναστατικό κίνημα, που άρχισε να δημιουργείται το 1785.


Τα «Ορλωφικά», δεν είχαν πίσω τους οργανωμένο πολιτικό φορέα. Ήσαν κίνημα προσωπικοτήτων, που πείστηκαν ή παρασύρθηκαν από τη ρωσική προπαγάνδα και τις υποκειμενικές τους επιθυμίες.
Το κίνημα του 1785, που καλλιεργήθηκε από τη ρωσική προπαγάνδα, είχε πίσω του έναν πολιτικό φορέα, που είχε προτάσεις για τα ελληνικά συμφέροντα, και υποστήριξε πολιτικά τον Λάμπρο. 

Το φθινόπωρο του 1786 στην Πόλη , ή φιλοπόλεμη μερίδα των Τούρκων είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Σε αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και συσκέψεις εξετάσθηκε ο κατάλογος των απαιτήσεων , για την Κριμαία, τον Καύκασο, και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, πού έχει φέρει από την αγία Πετρούπολη ό ειδικός απεσταλμένος της Τσαρίνας Λάσκαροφ.

Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε και την παραμικρή παραχώρηση.

Παράλληλα η πολιτική δραστηριότητα του Μαυροκορδάτου στο Ιάσιο, και οι επαφές του μέσω του δικτύου του «Φοίνικα», οι συζητήσεις και τα σχέδια για την απελευθέρωση από τον Τουρκικό Ζυγό , των Ελλήνων, και των άλλων υποδούλων λαών της Βαλκανικής , έφτασαν και στα αυτιά των Τούρκων.

Ο μεγάλος ενθουσιασμός που επικρατούσε, λόγω του επικείμενου πολέμου, οδήγησε στην ευρύτερη διάδοση των πληροφοριών οπότε οι ανταγωνιστικές «Φαναριώτικες» οικογένειες των μεταφραστών ,κάρφωσαν τα σχέδια του Μαυροκορδάτου στις διπλωματικές αποστολές της Αγγλίας και της Γαλλίας που με τη σειρά τους κατέδωσαν τους Ρώσους στους Τούρκους.

Το Φιρμάνι για την καθαίρεση του ηγεμόνα της Μολδαβίας, υπογράφηκε στην Πόλη στις 3 /14 Δεκεμβρίου 1786 και έφτασε Ιάσιο 9 μέρες μετά.
Ο Μαυροκορδάτος, δεν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.

Την νύχτα της 25ης προς την 26η ‘Ιανουαρίου του 1787, μετά από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόξενο στο ‘Ιάσιο, έγινε «Φυραρής» .

Το βράδυ της 27ης πέρασε τον Δνείστερο και εισήλθε στο πολωνικό έδαφος. Λίγες μέρες αργότερα, έφτασε στις όχθες του Δνείπερου, για να ζητήσει την προστασία της Αικατερίνης και να βρει καταφύγιο στην ρωσική επικράτεια .
Μαζί του ήσαν 30 άτομα. Ανάμεσα τους ο Αντώνης Ζαγοραίος, ο μετέπειτα Ρήγας Φεραίος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην τρίτη ιστορία του μυθιστορήματος του Μαυροκορδάτου, «Έρωτος Αποτελέσματα», που εκτυλίσσετο στην Πολτάβα, τόπο της πρώτης εγκατάστασης του Φυραρή , στην ρωσική επικράτεια.

Ο εξωμότης ,Πόντιος Βεζύρης, Γιουσούφ πασάς, που ηγείτο της φιλοπόλεμης και αγγλόφιλης παράταξης, μαζί με τον Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά, διόρισαν αντικαταστάτη του Μαυροκορδάτου, έναν δικό τους άνθρωπο, τον ‘Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος ωστόσο, είχε και την υποστήριξη της Ρωσίας καθώς και της Αυστρίας, λόγω και του υπομνήματος του, στον οποίο ανέθεσαν τη διοίκηση των τουρκιών δυνάμεων στον Δούναβη, ενώ ο Ρήγας , που προήρχετο από τον «οίκο των Υψηλαντών», επέστρεψε στο Ιάσιο, και ανέλαβε τον συντονισμό του Φοίνικα και του δικτύου του.

Στο πλαίσιο της προετοιμαζόμενης σύρραξης, από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1787 (οπότε ή Τουρκία κήρυξε τον Πόλεμο κατά της Ρωσίας), το ζήτημα του (Φυραρή) Μαυροκορδάτου περιελήφθη στις διακοινώσεις, και τα τελεσίγραφα των αντιπάλων .

Η τουρκική πλευρά ζητούσε να της παραδοθεί ο φυγάδας έκπτωτος ηγεμόνας, αλλά αντιμετώπισε την κατηγορηματική άρνηση της Τσαρίνας.

Τον Ιανουάριο του 1787, η Μ. Αικατερίνη ξεκίνησε από την Αγία Πετρούπολη, μια εξάμηνη «θριαμβευτική περιοδεία» προς τη Νέα Ρωσία , για «να γνωρίσει από κοντά την ανορθωμένη οικονομική και αμυντική κατάσταση στα απελευθερωμένα εδάφη».

Στην επίσημη συνοδεία της αυτοκράτειρας συμμετείχαν, ως προσκεκλημένοι, και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας και της Γαλλίας , οι οποίοι θα έπρεπε να αναφέρουν στις κυβερνήσεις τους, την πολεμική ισχύ της Ρωσίας και την ετοιμότητα της για τον αναμενόμενο πόλεμο με την Τουρκία στη Μαύρη Θάλασσα.

Η «παράσταση», για την τη λατρεία και την αφοσίωση των Ελλήνων στην Αικατερίνη, από την οποία περίμεναν την λύτρωση των σκλάβων αδελφών τους, άρχισε από τη Νίζνα, όπου ενσωματώθηκε στην «αυλή» και ο Μαυροκορδάτος.

Στην Κριμαία, όπου έφτασε στα τέλη Μαΐου , την ανέμεναν ο «πεφωτισμένος», αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄, (που συμμετείχε στην συνέχεια της περιοδεία με το ψευδώνυμο «κόμης Φαλκενστάιν»), και ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάβ-Αύγουστος Πονιατόφσκι.

Η Μ. Αικατερίνη και οι προσκεκλημένοι της, επιθεώρησαν τις οχυρώσεις και τις ναυτικές υποδομές της Σεβαστούπολης, και στις 24 Μαΐου/4 Ιουνίου, στον δρόμο προς την Μπαλακλάβα, στις εννέα το πρωί, συνάντησαν το πρώτο γυναικείο στρατιωτικό σώμα στη σύγχρονη ιστορία, τον λόχο των ελληνίδων αμαζόνων, που είχε δημιουργήσει ο Ποτέμκιν.

Εκατό έφιππες «Αμαζόνες», αρματωμένες με μακρύκαννα τουφέκια με επικεφαλής την διοικητή τους Ελένη Σαράντη, (σύζυγο του Ιωάννη Σαράντη, αδελφού του αντισυνταγματάρχη του Τάγματος της Μπαλακλάβα Πάβελ Σαράντοβ) , ήταν παραταγμένες σε μια ψευτο-δεντροστοιχία από πορτοκαλιές, λεμονιές και δάφνες.

Στο σημείο αυτό συνενώθηκαν με τον «λόχο των Αμαζόνων» οι έλληνες πρόσφυγες των Ορλοφικών από τη Μπαλακλάβα.
Στην τελετή της υποδοχής, πρωτοστατούσε ο Έλληνας ιερέας του Τάγματος της Μπαλακλάβα, Ανανίας.
Στο τέλος της περιοδείας, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο «κόμης Φαλκενστάιν», εισήλθαν στη Χερσώνα περνώντας κάτω από κάτω μια αψίδα που έγραφε στα ελληνικά, «προς το Βυζάντιο», και έμειναν τρείς μέρες στην πόλη, όπου τότε ζούσε και ο Ευγένιος Βούλγαρης, και ολοκλήρωσαν τις συμφωνίες για τον επικείμενο πόλεμο.
Η ώρα της «χριστιανικής σταυροφορίας» στην Ανατολή πλησίαζε.

Στο πολεμικό «μανιφέστο» της Αικατερίνης, πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, η Τσαρίνα, προσκαλούσε όλο τον χριστιανικό κόσμο να ενώσει «τις ευχές και τις δυνάμεις του, εναντίον τού εχθρού τής Χριστιανοσύνης», και καλούσε τον ορθόδοξο κλήρο και τον κάθε Έλληνα, κατά τη γραφή του Π. Χιώτη, «…να συμεθέξωσι προς την επιθυμίαν της, εις το να ελευθερώση την ορθόδοξον εκκλησίαν από τον θεοστηγή Τουρκικόν ζυγόν.
Να λάβωσι τα όπλα και να υπάγωσι να αποδιώξωσι τους εχθρούς του χριστιανικού ονόματος εκ των τόπων, ους αδίκως αφήρπασαν, και να αναλάβωσιν οι Έλληνες την αρχαίαν των ελευθερίαν και εθνικήν ανεξαρτησίαν….».

Η διακήρυξη της Μ.Αικατερίνης , στην οποία γινόταν αναφορά στον φόνο τού ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (το 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ό ‘Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη, και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , η οποία και του έδωσε άσυλο, όπως είχε υποχρέωση», μοιράστηκε σε χιλιάδες αντίτυπα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα Επτάνησα, με ευθύνη των προξένων της Ρωσίας.

Οι επιχειρήσεις των Τούρκων που κήρυξαν πρώτοι τον Πόλεμο, άρχισαν στον Δνείστερο, στο «θέατρο» της Ουκρανίας, και στόχευαν στην ανακατάληψη της Κριμαίας.
Η Τουρκική επίθεση αποκρούστηκε τον Οκτώβριο από τον στρατηγό Σουβαρόφ.

Την ίδια εποχή, ο ταγματάρχης του ρωσικού στρατού Λάμπρος Κατσώνης, στάλθηκε από τον Ποτέμκιν, «ανεπίσημα», στην Ελλάδα, ο δε Μυκονιάτης Αντώνιος Ψαρρός , εστάλη στις Συρακούσες , με τον τίτλο του στρατηγού και με άφθονα χρηματικά μέσα, για να διοργανώσει την επανάσταση των Χριστιανών της Βαλκανικής, και ιδίως των Ελλήνων, που έπρεπε να αρχίσει μόλις εμφανιζόταν στο Αιγαίο, η Ρωσική μοίρα της Μεσογείου, που προετοιμαζόταν στον ναύσταθμο της Κροστάνδης.

Διοικητής του ρωσικού κρατικού στόλου στη Μεσόγειο, σε αντίθεση με τη μοίρα του Κατσώνη που ήταν «ιδιωτικού δικαίου», ήταν ο εγγλέζος υποναύαρχος Γκίμπς , που προσέλαβε έναν Μαλτέζο καπετάνιο τον Γουλιέλμο Λορέντσο, που ουδέν προσέφερε στον Κατσώνη, αλλά αντίθετα λεηλάτησε ελληνικά νησιά, ενώ ο Ψαρρός, βασικά κοίταξε να επωφεληθεί από τη διαχείριση.


Ο Λάμπρος Κατσώνης, έφυγε από το στρατόπεδο του Ποτέμκιν, που πολιορκούσε το Ουσακόφ , με 6 Έλληνες συντρόφους του, έχοντας την άδεια να υψώσει τη Ρωσική πολεμική σημαία σε δεκαοκτώ καράβια, και ταξίδεψε δια ξηράς μέχρι την Τεργέστη.

Στη Βιέννη έγινε ενθουσιωδώς δεκτός, και το παράρτημα της «Εταιρίας του Φοίνικα» , και δημιούργησε ερανική επιτροπή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης.

Ο ίδιος μηχανισμός μερικά χρόνια αργότερα στήριξε τον Ρήγα.

Μεταξύ των Ελλήνων της αυστριακής πρωτεύουσας επικρατούσε η πεποίθηση ότι επιτέλους είχε έλθει ή ώρα τής συντριβής τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ή απελευθέρωση τής Πατρίδας.
«Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι».

Τα βλέμματα όλων των Ελλήνων είχαν στραφεί στη σκλάβα πατρίδα και όλοι ετοιμάζονταν να τη βοηθήσουν να σπάσει τα δεσμά της.

Οι ενθουσιώδεις επικλήσεις του Κατσώνη τους εύρισκαν όλους πρόθυμους για θυσίες για την μεγάλη ιδέα. Οι νέοι έτρεχαν να καταταγούν στα πληρώματα του στόλου πού ετοιμαζόταν. Όπως έγραφε ο Κ. Κούμας , « Ταύτην τήν φοράν, έφαίνοντο οί Τούρκοι ότι δεν θέλουν αποφύγει την μοίραν των». 

Στο μέτωπο του Δούναβη, η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία

στις 9 Φεβρουαρίου 1788. 
Ο Ιωσήφ βρισκόταν στο μέτωπο του Βελιγραδίου, και από το Σεμλίνο,(Ζέμουν), εξέδωσε την πολεμική του διακοίνωση, προς τις ευρωπαϊκές αυλές στην οποία ανέφερε : «Επέστη ό χρόνος, κατά τον οποίο , εμφανιζόμενος ως εκδικητής της ανθρωπότητος , αναλαμβάνω να αποζημιώσω την Ευρώπη δια όσα έπαθεν άλλοτε δεινά υπό των κανιβάλων Τούρκων και ελπίζω να αποκαθάρω τον κόσμο, φυλής βαρβάρου, που για τόσον χρόνο ήτο ή μάστιξ αυτού».

Ανατολικότερα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που βρισκόταν σε επαφή με τη Βιέννη, και τη Ρωσία, «αιφνιδιάστηκε», και ο στρατηγός Freiherr von Laudon κατάλαβε το Ιάσιο, τον Απρίλιο του 1788, συλλαμβάνοντας τον αιχμάλωτο.

Η Τουρκική αντεπίθεση, ανάγκασε τους Αυστριακούς να υποχωρήσουν και η Πύλη διόρισε, με την υποστήριξη του γηραιού Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά , ως ηγεμόνα και της Μολδαβίας, τον Νικόλαο Μαυρογένη, στον οποίο ανατέθηκε η αρχιστρατηγία των τουρκικών δυνάμεων. 

Στη Βιέννη, «ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι» του δύστυχου Ιωσήφ, που κήρυξε τον πόλεμο κατά των «κανιβάλων Τούρκων», παρά την αντίθεση της «μητέρας του Κόσμου».


Το εσωτερικό μέτωπο κατέρρευσε. Η στοά της Βιέννης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση και τον κατήγγειλε ότι πρόδωσε τις αρχές της «πεφωτισμένης δεσποτείας».


Οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν και για πρώτη φορά στη Βιέννη,
οι πεινασμένοι λεηλάτησαν αρτοποιεία , ενώ ο «φόβος» της υποχρεωτικής στράτευσης, οδήγησε πολλές αριστοκρατικές οικογένειες να εγκαταλείψουν τη Βιέννη.

Ωστόσο μετά την άφιξη στο μέτωπο του Δούναβη, της Ρωσικής δύναμης που ενώθηκε με τους Αυστριακούς, οι Τούρκοι υπέστησαν δύο συντριπτικές ήττες τον Ιούλιο του 1789 στη Φωξάνη και τον Σεπτέμβριο στο Μαρτινέστι,
και υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Στις 8 Οκτώβριου οι Αυστριακοί κατέλαβαν, (επιτέλους) το φρούριο του Βελιγραδίου, και στις 6 Δεκεμβρίου, οι Ρώσοι υπό τον στρατηγό Ποτέμκιν κατέλαβαν το Φρούριο του Ουσακόφ.

Παράλληλα ο τουρκικός στόλος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει, στη Μαύρη Θάλασσα, τον ρωσικό, που διοικούσε ο Φιόντορ Ουσακόφ.
Έδωσε τέσσερεις ναυμαχίες, και υποχώρησε σε όλες, με απώλειες.

Ο 8ος ρώσο-τουρκικός πόλεμος, είχε ουσιαστικά τελειώσει τον χειμώνα του 1789.

Ο τουρκικός στρατός είχε καταρρεύσει, και είχε υποστεί τεράστιες απώλειες ενώ η τακτική και τεχνολογική αδυναμία του ήταν ολοφάνερη.
Ο δρόμος για την Κωνσταντινούπολη ήταν ανοιχτός.
Τα πράγματα όμως, δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν, οι Έλληνες, ο Υψηλάντης , ο Μαυροκορδάτος, και ο Κατσώνης.
Οι διπλωματικές προσπάθειες της Αγγλίας, με τη βοήθεια και του «Φωτός» της μητέρας του Κόσμου», απέτρεψαν, την προέλαση των ρωσικών και των Αυστριακών στρατευμάτων στο νότο. Η Ελλάδα δεν επρόκειτο να απελευθερωθεί με το «σπαθί και τη φωτιά».
Το Λονδίνο προσεφερε στην Αικατερίνη την Πολωνία.

Περισσότερα για την συναρπαστική συνεχεία στο Βιβλίο μου, 
"Η Επανάσταση των Φιλογενών".

Παραγγελίες στο deltio11@gmail.com και στο 6944-279798.

Όλα τα γεγονότα της 18ης Μαϊου μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ 
http://ta-mavra-nea.blogspot.gr/2018/05/18.html

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

O Καποδίστριας δεν ήταν ποτέ καθολικός και δεν λεγόταν ποτέ Βιττόρι. Ήταν Έλληνας και ορθόδοξος. Οι συγγενείς του, που έμειναν στην Ιουστινιανούπολη αλλαξοπίστησαν, έγιναν Καθολικοί και οι Βενετοί μετέφρασαν το όνομά τους από Νικηταίοι σε Βιττόρι


O Καποδίστριας δεν ήταν ποτέ καθολικός και δεν λεγόταν ποτέ Βιττόρι. Ήταν Έλληνας και ορθόδοξος.

Οι συγγενείς του, που έμειναν στην Ιουστινιανούπολη αλλαξοπίστησαν, έγιναν Καθολικοί και οι Βενετοί μετέφρασαν το όνομά τους από Νικηταίοι σε Βιττόρι.

Όπου διαβάσετε γραμμένο το «Βιττόρι-Καποδίστρια», να ξέρετε ότι αυτοί που το γράφουν, είναι Καθάρματα . Είναι 1000% πράκτορες. Να ξέρετε ότι αυτοί που το γράφουν, είναι «πολύ κακοί» άνθρωποι. Παλιάνθρωποι. Άτιμοι και Ρουφιάνοι της Στοάς του Λονδίνου.

Η παλιά προσπάθεια της Στοάς του Λονδίνου να συκοφαντήσει τον νεκρό Εθνάρχη Καποδίστρια επανέρχεται.



του Σπύρου Χατζάρα

Η οικογένεια Καποδιστρίου είναι αρχαιοτάτη, αναγομένη μέχρις αυτού του ΙΓ' αιώνος μ. Χ.και οι ρίζες της ανιχνεύονται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ησαν συγγενείς των Νικηταίων της Κωνσταντινουπόλεως και αποτελούν , «βλαστούς του ημετέρου γένους», κατά την έκφραση του Ιωάννου Κομνηνού του Δουκός.

Το 1205, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους , ένας κλάδος της οικογένειας των Νικηταίων κατέφυγε στον «δεύτερο Νώε», Μιχαήλ Α΄ Κομνηνό Δούκα, Άρτα που ίδρυσε το 1205 στην Άρτα, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, που αποτέλεσε καταφύγιο για πολλούς πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη. Οι Νικηταίοι εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Αργυροκάστρου.
Η καταγωγή των Καποδίστρια επομένως, δεν ήταν «από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής, (Capo d'Istria)», ούτε «από τη Βενετία», αλλά από την Κωνσταντινούπολη. Ορισμένα περί της βυζαντινής καταγωγής των Καποδίστρια.

Με βάση την έρευνά μου, το όνομα της Οικογένειας, στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να ήταν είτε «Νικηταίοι» είτε «Νικηφορόπουλοι». Και οι δυο οικογένειες εμφανίζονται στα έγγραφα της Μακεδονικής Δυναστείας επί του Κωνσταντίνου του Η΄, στα οποία υπάρχουν ένας Πρωτοβεστιάριος Νικηφόρος και δυο Νικηταίοι. Ο ένας πέθανε ως Δούκας της Αντιόχειας και ο άλλος, διορίστηκε διοικητής της Πισιδίας. Η Γνώμη μου ήταν, και είναι, πιο κοντά στο «Νικήτας», λόγω της ιταλικής μετάφρασης σε «Vittori», και λόγω του ονόματος Βίκτωρ-Βιάρος.

Όλοι όσοι έχουν ασχοληθεί με τις «Βυζαντινές Αριστοκρατικές Οικογένειες» γνωρίζουν ότι υπήρχαν οι Νικηταίοι, αλλά η «δαμόκλειος σπάθη» του «Διευθυντηρίου» τους εξαφανίζει.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου και Βασιλέας της Θεσσαλονίκης Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, συμμάχησε με τον Αυτοκράτορα Φρειδερίκο Χοχενστάουφεν, που τον είχε αφορίσει ο Πάπας, και έτσι πολλοί ευγενείς από την Ήπειρο, κυρίως τα δεύτερα και τρίτα αγόρια βρέθηκαν στον στρατό του Αυτοκράτορα στην Ιταλία. Κατά το 1250 μ.Χ , «πρόγονός τις», των Καποδίστρια, «ανδραγαθήσας παρά τω αυτοκράτορι της Γερμανίας Φρειδερίκω τω Β'» ,κατά την καταστρεπτική για τους Παπικούς μάχη της Τσίνγκολι στις 20 Αυγούστου 1250, έλαβε, «τον τίτλον και την κομητείαν της Ιουστινουπόλεως»,στο Παραθαλάσσιο Δουκάτο, (Herzogtum Meranien), που από το 1248 ειχε σπάσει σε μικρότερες ηγεμονίες.

Η περιοχή που δόθηκαν τα κτήματα και ο τίτλος στον πρόγονο των Καποδίστρια ήταν άκρως αμφισβητούμενη, καθώς την διεκδικούσαν το βασίλειο της Ουγγαρίας, το Δουκάτο της; Αυστρίας, ο Πατριάρχης της Ακυληίας, η Βενετία και η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Το παραθαλάσσιο Δουκάτο της Μεράνιεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας , είχε πάψει να υφίσταται τυπικά με τον θάνατο του Δούκα Όθωνα Β’ Βίτελσμπαχ, που είχε ταχθεί με το μέρος του Πάπα Γρηγορίου και εκδιώχθηκε από τον Φρειδερίκο το 1247, αλλά το διεκδικούσε ο Πατριάρχης της Ακυληίας Μπερτόλδος φον Μεράνιεν, γιός του Δούκα της Μεράνιεν και αδελφός της Γετρούδης Μεράνιεν Βασίλισσας της Ουγγαρίας.

Στο μεταξύ ο Μπέλλα της Ουγγαρίας που είχε παραχωρήσει τα δικαιώματα του στον Φρειδερίκο της Αυστρίας τον νίκησε το 1246 και είχε επανέλθει στο προσκήνιο, ενώ ο Αυτοκράτορας είχε παραχωρήσει την υψηλή κυριότητα του Δουκάτου, από το 1245 στον Heinrich II von Schowenberg. Μετά τη δολοφονία του Φρειδερίκου τον Δεκέμβριο του 1250, η περιοχή της Μεράνια έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα σε Γουέλφους και Γιβελίνους, και διαρκούς ανταγωνισμού ανάμεσα στην Βενετία και τον Πατριάρχη της Ακυιλίας.

Ο Πατριάρχης της Ακυιλίας που πήρε την εξουσία στο Κόπερ τον 13ο αιώνα το έκανε πρωτεύουσα της χερσόνησου της Ίστριας, και τη μετονόμασε σε Καπούτ Ιστριε (Caput Histriae), από όπου προέρχεται το όνομά Καποδίστριας. Το 1291 η δυτική ακτή της Ίστρια περιήλθε στην Βενετία. Η τοπική μεγάλη οικογένεια των Γουέλφων ήσαν οι Βέρτζι με τους οποίους βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση οι Καποδίστριες.

Οι Μαύροι Γουέλφοι, εκπροσωπούσαν κυρίως τα συμφέροντα των πλουσιότερων οικογενειών και τω Ιουδαίων τραπεζιτών και ήσαν στενά συνδεδεμένοι με τον πάπα. Οι Καποδίστριες που ήσαν οικογένεια Γιβελίνων, έλπιζαν στην επάνοδο του αυτοκράτορα και μέχρι τον θάνατο του Κοράδου, (1254), και του Μανφρέδου, (1266), οι τίτλοι τους, επί της Ιουστινιανουπόλεως είχαν Αυτοκρατορική νομιμότητα. Η τελευταία αναλαμπή , ήταν ο Ερρίκος Ζ΄ που ταξίδεψε στη Ρώμη για να στεφθεί αυτοκράτορας, στη θέση του Φρειδερίκου Β΄.

Η ενθρόνισή του, έγινε στις 29 Ιουνίου 1312. Κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του, αναζωογόνησε την αυτοκρατορική επιρροή στην Ιταλία , επανέφερε υπό την αυτοκρατορική εξουσία τμήματα της βόρειας Ιταλίας, αντιμαχόμενος τους Γουέλφους της Φλωρεντίας. Ο Ερρίκος πέθανε στις 24 Αυγούστου 1313 στο Μπουονκονβέντο κοντά στη Σιένα. Επειδή οι πρόγονοι των Καποδίστρια ήσαν προσκείμενοι πολιτικά στον Φρειδερίκο ανήκαν στους «Γιβελίνους» και ως Γιβελίνοι αντιμετώπισαν τους διωγμούς των Παπικών Γουέλφων. «Καταδιωκόμενοι παρά του υπερισχύσαντος εν τη πόλει Καποντίστρια κόμματος του Πατριάρχου της Ακυληίας, ούτινος επί κεφαλής ίστατο η κραταιά οικογένεια Γουέρκη», οι αδελφοί Νικηφόρος, (Βίκτωρ), και Νικόλαος Καποδίστριαι, «αφίκοντο τω 1329 εις Κέρκυραν», που βρισκόταν ακόμα στην επικράτεια του βασιλείου της Νεαπόλεως .

«Εν Κερκύρα αποκαταστάντων των δύο τούτων αδελφών, ο Βίκτωρ ενυμφεύθη την μονογενή θυγατέρα του πλουσίου και ευγενούς Κερκυραίου κόμητος Κονδόκαλη και εκ του γάμου τούτου έλκει το γένος η οικογένεια του Καποδιστρίου».

Η Κέρκυρα είχε παραχωρηθεί το 1224, από το Δεσπότη της Ρωμανίας και Δούκα της Πελοποννήσου Εμανουήλ Κομνηνό, στον Ιωάννη Κομνηνό ,του οποίου εγγονός ήταν ο Γεώργιος Μαρμοράς, «βλάστημα του ημετέρου Γένους», προς τον οποίο είχε παραχωρηθεί ως φέουδο το νησί. Επομένως όταν το 1259 η Κέρκυρα δόθηκε ως προίκα στην Ελένη Αγγελίνα οι Μαρμοράδες έγιναν βασάλοι, των Χοχενστάουφεν και επομένως Γιβελίνοι.
Προς αυτούς κατέφυγαν για προστασία από τους παπικούς Γουέλφους, το 1329 , οι αδελφοί Νικόλαος και Νικήτας, (Βίκτωρ), Καποδίστριες, οι έλκοντες την Καταγωγή από το Βυζαντινό Γένος των Νικηταίων.

Οι Καποδίστριες εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα το 1329, πριν την κατάληψη της από τη Βενετία, και το 1386 συμμετείχαν στις μάχες για την κατάληψη των φρουρίων των Κορυφών, του Αγγελόκαστρου και της Κασσιόπης από τους Ανδεγαυούς, και για αυτό συμμετείχαν εξ αρχής στο «Συμβούλιο της Κοινότητας». Οι αδελφοί Καποδίστρια, πέρασαν στην Κέρκυρα το 1329 τη χρονιά που οι Ενετοί κατέγραψαν τους Βιττόρι. Επομένως οι Καποδίστριες δεν είχαν ποτέ το όνομα Βιττόρι που έλαβαν ΄΄οσοι έμειναν πίσω και έγιναν καθολικοί.

Και επειδή έγιναν καθολικοί οι άλλοι οι ορθόδοξοι τους ….διέγραψαν.

Η οικογένεια των Καποδιστρίων ανήκε στους «nobili» από το 1386, και επομένως είναι εντελώς εσφαλμένο το ότι «προεγράφησαν μεταξύ των ευγενών οικογενειών της Κερκύραςτο 1477» και ότι δήθεν, «η οικογένεια Καποδίστρια στα αρχεία των ευγενών της Κέρκυρας το 1477 αναφερόταν ως καθολική».

Άλλωστε δεν υφίσταται ούτε έχει δημοσιευτεί και δεν υπάρχει απολύτως κανένα έγγραφο «του 1477», στο οποίο αναφέρονται οι Καποδίστριες ως «Καθολικοί» , ενώ το λεγόμενo «Libro d' Oro», αποφασίστηκε να συνταχθεί το 1572.

Η οικογένεια χωρίστηκε νωρίς σε τέσσερις κλάδους. Αρχηγέτης του κλάδου στον οποίο εντάσσεται ο κυβερνήτης αναφέρεται ο Ιερώνυμος Καποδίστριας, δευτερότοκος γιός του Βίκτωρα Καποδίστρια. Ο Βιάρος Καποδίστριας ήταν εγγονός του Ιερώνυμου.

Οι Καποδίστριες πολέμησαν στην άμυνα κατά των γενοβέζων το 1403 και στις μάχες για την απόκρουση το Τούρκων το 1431, το 1537, το 1571, και το 1573, και επειδή, ήσαν συγγενείς του Χριστόφορου Κονδόκαλη απέκτησαν γη και στο Εξαμίλιο όπως και η οικογένεια Κονδόκαλη, αλλά και στο Βουθρωτό και , ένας από τους Καποδίστριες βρισκόταν στη γαλέρα του Κοντόκαλη στη ναυμαχία του Ακτίου.

Ο Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι που έγραψε τη βιογραφία του Καποδίστρια αναφέρει ότι, «στην οικογένεια του υπήρχαν άνδρες που διακρίθηκαν πολεμώντας γενναία εναντίον των Τούρκων», και ως πλέον ενδόξους ονόμασε τον Αλοίζο, τον Στέλιο, τον Φραγκίσκο και τον Νικόλαο, οι οποίοι, «μνημονεύονται με δόξα στα χρονικά της πατρίδας τους».

Στο πρακτικό εκλογής του Συμβουλίου των 150 του 1560 , αναφέρεται ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου ο Νικόλαος Καποδίστριας. Το 1571, ο Αλεβίζος Καποδίστριας , ηγήθηκε της άμυνας των Χειμμαριωτών κατά των Τούρκων, και σχεδόν 100 χρόνια μετά, το 1669 , ο γιος του Βιάρου Καποδίστρια , Νικόλαος , τον οποίο είχαν εξορίσει από την Κέρκυρα λόγω μιας μονομαχίας με κάποιον από τους Κατσαΐτες, και ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, ασχολούμενος με το εμπόριο, δαπάνησε μεγάλα ποσά, για την απελευθέρωση Χριστιανών αιχμαλώτων από την πτώση του Χάνδακα.

Σε εκείνον δόθηκε ο τίτλος του Κόμη και απόγονος του ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας. Το 1690 ο Γεώργιος, ο Φραγκίσκος και ο Σταύρος Καποδίστριες συγκρότησαν ιδία δαπάνη σώμα Χειμαρριωτών, και συμμετείχαν στην υπεράσπιση της περιοχής από τη νέα επίθεση των Τούρκων, και λίγο αργότερα το 1716, ο Φραγκίσκος και ο Βίκτωρ, (Νικήτας) Καποδίστριες διακρίθηκαν μαχόμενοι κατά την πολιορκία της Κερκύρας. Αυτοί ήταν και οι τελευταίοι «στρατιωτικοί» της οικογένειας διότι η πολιτική της Βενετίας μετά το 1700 δεν επέτρεπε πλέον στους Έλληνες ευγενείς να εξελίσσονται στον στρατό για να μην καθίστανται επικίνδυνοι. Ο Κωνσταντίνος Σάθας αναφέρει επίσης τον Αντώνιο Καποδίστρια, αδελφό του Νικολάου και προπάππου του Ιωάννη, που στάλθηκε στην Πελοπόννησο το 1700 για να συγχαρεί τον Μοροζίνη για τις νίκες του κατά των Τούρκων ως έκτακτος απεσταλμένος της πόλεως της Κερκύρας.
Επίσης, αναφέρεται ο Άγγελος Καποδίστριας που ήταν μέλος της Κερκυραϊκής συγκλήτου το 1681 και ο Σπυρίδωνας Καποδίστριας, «Καντζελάριος της Πόλης της Κέρκυρας», που είναι ο συντάκτης του χειρόγραφου σημειώματος του 1754 σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών του Συμβουλίου των 150.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Η Άνωθεν λογοκρισία, ο Ιωάννης Καποδίστριας και η εξαφάνιση των Νικηταίων από τη «Βικιπαιδεία»

Έχω υποστηρίξει την βυζαντινή καταγωγή του Ιωάννη Καποδίστρια, και έχω γράψει , με βάση την έρευνά μου, ότι το όνομα της Οικογένειας, μπορεί να ήταν είτε
"Νικηταίοι" είτε "Νικηφορόπουλοι," οι οποίο ακολούθησαν τον νόθο Μιχαήλ Άγγελο στην Άρτα.

Και οι δυο οικογένειες εμφανίζονται στα έγγραφα της Μακεδονικής Δυναστείας επί του Κωνσταντίνου του Η΄. 

Υπάρχουν ένας Πρωτοβεστιάριος Νικηφόρος και δυο Νικηταίοι. Ο ένας πέθανε ως Δούκας της Αντιόχειας και ο

άλλος,  διορίστηκε διοικητής της Πισιδίας.

Η Γνώμη μου ήταν, και είναι, πιο κοντά στο «Νικήτας», λόγω της ιταλικής  μετάφρασης σε «Vittori», και λόγω του ονόματος Βίκτωρ-Βιάρος.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε το λήμμα «Βυζαντινές Αριστοκρατικές Οικογένειες» στην Βικιπαιδεία υπήρχαν οι Νικηταίοι.

Μετά, παρέμβηκε   η δαμόκλειος σπάθη και εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκαν και από τα αγγλικά και τα γερμανικά.

Υπάρχει και μια « Εταιρεία Μελετών Βυζαντινής γενεαλογίας», που δεν νομίζω ότι ενδιαφέρεται και πολύ.

Σπυρίδων Χατζάρας

ΥΓ. Διαπιστώνω ότι κάποιοι ρουφιάνοι της Στοάς στο διαδίκτυο λανσάρουν το όνομα Βιττόρι –Καποδίστρια.
Αυτοί είναι 1000% πράκτορες.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Ο Ψευταράκος μπακαλόγατος Ξάνθος ,τα Αυτοκρατορικά ψέματα της Στοάς του Λονδίνου, και η Φιλογενικη Κάσσα

Γράφει ο Σπύρος Χατζάρας

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις
31 Μαρτίου/12 Απριλίου 1820, στην αγία Πετρούπολη, υπέγραψε το ακόλουθο απέριττο πρωτόκολλο , με το οποίο αναγνωρίστηκε ως Γενικός Έφορος της «Ελληνικής Εταιρίας», το οποίο σώζεται στον κατάλογο χειρογράφων της «Φιλικής Εταιρίας», με τον αριθμό 642.

«Κατά την άπαξ εγκριθείσα γνώμη, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετά ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Έφορον Γενικόν της Ελληνικής Εταιρίας τον εκλαμπρότατον Πρίγκιπα κύριον Αλέξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύει και επιστατεί εν πάσιν, όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρία. Εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών. Εν Πετρουπόλι τη 12 Απριλίου 1820. Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάννης Μάνος, Εμμανουήλ Ξάνθος».

Επομένως, όπως προκύπτει από τις υπογραφές , οι παρόντες , ήσαν τουλάχιστον τρεις. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμανουήλ Ξάνθος .

Το έγγραφο, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1859, από τον Ιωάννη Φιλήμονα , ως το «ντοκουμέντο» ανάθεσης δήθεν της αρχηγίας της Εταιρίας των Φιλικών. Όμως πρόκειται για καθαρή λαθροχειρία.
Ο Υψηλάντης ανέλαβε Γενικός Έφορος της «Φιλομούσου και Φιλανθρώπου Γραικικής Εμπορικής Εταιρίας», που ήταν «το ταμείο της Επανάστασης» και της οποίας το καταστατικό μετέφερε στον Υψηλάντη ο Ξάνθος. Ο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, το 1964 έγραφε, ότι μετά από συνεννόηση του Υψηλάντη, με τα μέλη της Εταιρίας στη Μόσχα, «ετέθη σε λειτουργία η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», δια της οποίας ηλπίζετο να συγκεντρωθούν πολλά εκατομμύρια για την Εθνικήν Κάσσαν», την οποία ο Υψηλάντης σε επιστολή του τον Ιούλιο του 1820, ονόμαζε «φιλογενική Κάσσαν», γράφοντας: «Εντιμότατοι και ευγενέστατοι κύριοι Επίτροποι της εν Μόσχα Φιλογενικής Κάσσας».

Από το «πρακτικό ανάθεσης» , προκύπτουν αυτομάτως μια σειρά από σοβαρά ερωτήματα. 1)Γιατί αναφερόταν η Ελληνική Εταιρία και γιατί πουθενά δεν αναφερόταν η «Φιλική Εταιρεία»; 2) Ποιος ήταν ο Ιωάννης Μάνος, που «εισέβαλε» με την υπογραφή του στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης; 3) Ποια ήσαν «τα μέλη», που συσκέφθηκαν, και μετά από έρευνα, αναγνώρισαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως Γενικό Έφορο της Ελληνικής Εταιρίας; 4) Που και πότε έγινε η σύσκεψη των μελών; Και τέλος τι ακριβώς σημαίνει, η φράση,«εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών»;

Ο ένας από τους τρεις, που υπέγραψαν το πρωτόκολλο, ο Ξάνθος, περιέγραψε στα ψευδή απομνημονεύματά μια διαδικασία ανάθεσης της αρχηγίας στον Υψηλάντη, λέγοντας ότι, απελπισμένος από την άρνηση του Καποδίστρια, «έστρεψε τον στοχασμό του στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πήγε εις επίσκεψιν του». Αφού , παρέθετε έναν « θεατρικό» διάλογο, με τον Πρίγκιπα που, «τον υπεδέχθη ευμενώς », ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν χαραγμένος στην μνήμη του, και τον θυμόταν στα 1845, είκοσι πέντε χρόνια μετά, έγραφε με δραματικό τόνο: « Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δός μοι, Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε», και μόνον κατόπιν της χειραψίας, ομολόγησε στον Υψηλάντη, ότι η επίσκεψη του στην Αγία Πετρούπολη έγινε «για άλλην σοβαρότερη αιτία», την οποία θα του την εξηγούσε, την επόμενη μέρα. «ο Πρίγκιψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρι της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεως του ( την οποία ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδελφούς του παρ’ οις και ευρίσκεται) , ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής , έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία δια να υπογράφηται Α.Ρ, και ούτως εκατορθώθη δι’αυτού ο σκοπός της Εταιρίας».

Σύμφωνα με την «κατάθεση» του ψευδομάρτυρα Ξάνθου η διαδικασία, ανάθεσης της αρχηγίας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κράτησε δύο μέρες.

Η πρώτη επαφή έγινε την Κυριακή 11 Απριλίου/ 30 Μαρτίου 1820, όταν πήγε και «χτύπησε την πόρτα» του Υψηλάντη, και η «μύηση» άρχισε και ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου. Η περιγραφή του όμως, είναι πολύ παράξενη. Θυμόταν με λεπτομέρειες τον πρώτο διάλογο που είχε με τον Υψηλάντη αλλά είχε ξεχάσει την παρουσία του Ιωάννη Μάνου, και δεν θυμόταν αν μεσολάβησε κάποιος για να τον δεχθεί ο Υψηλάντης, και κυρίως παρέκαμψε με το σχήμα «απελπίστηκε- στράφηκε», τρεις ολόκληρους μήνες, από τις αρχές Ιανουαρίου, που ισχυρίστηκε ψευδώς ότι συνάντησε τον Καποδίστρια ως τις 11 Απριλίου.
Ο Ξάνθος , αναφερόταν, σε «έγγραφο ομολογία περί της πίστεως και αφοσιώσεως», την οποία έστειλε στους «εν Μόσχα συναδελφούς», ωστόσο, οι «εν Μόσχα», παρέδωσαν το έγγραφο αυτό αργότερα, στα αρχεία του ελληνικού κράτους, και το ίδιο το κείμενο τον διαψεύδει, αφού είναι ένα λιτό, «επαγγελματικό» κείμενο ανάθεσης και αποδοχής, μία «απόδειξη», χωρίς όρκους, και το οποίο είναι αρκούντως αμφίσημο.
Η τύχη του πρωτοκόλλου περιγραφόταν κάπως διαφορετικά δύο χρόνια πριν τα απομνημονεύματα, στο υπόμνημά που υπέβαλε προς την Εθνική Συνέλευση , στις 15 Δεκεμβρίου 1843. «Ούτος, (ο Υψηλάντης), αποδεχθής μετά προθυμίας και ενθουσιασμού, ητοιμάσθη εις την εκπλήρωσιν του σκοπού, αφού πρότερον υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο, το οποίο παρακατέθεσα εις τους κυρίους Νικόλαο Πατσιμάδη και Αντώνιο Κομιζόπουλο».
Το έστειλε η το «παρακατέθεσε»; Μέσα σε δύο χρόνια τα λέει διαφορετικά , και ήταν «ύποσχετικόν έγγραφο»(1843), ή «ένορκος βεβαίωση»(1845).
Μπορεί βέβαια και να μη θυμόταν. Θυμόταν όμως, τις «ατάκες», του θεατρικού διαλόγου.
Οι αντιφάσεις των ψευδών «καταθέσεων» του Ξάνθου, είναι κραυγαλέες.
Το 1843 έγραφε ότι ο Υψηλάντης «υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο», αλλά το «πρακτικό ανάθεσης» που βρίσκεται στα αρχεία του ελληνικού Κράτους, δεν είναι «υποσχετικό έγγραφο», κατά κανένα τρόπο.
Η «παραλλαγή», του 1845 , «και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν», δεν στηρίζεται πουθενά. Η ορκωμοσία, που αναφέρει ο Ξάνθος, για την είσοδο του Υψηλάντη, στην «εταιρία των Φιλικών», δεν έγινε, παρουσία του, και άλλωστε ο Ξάνθος δεν είχε να μας παρουσιάσει το «αφιερωτικό γράμμα» του αρχηγού, αλλά και ούτε ποτέ κατατέθηκε ένα τέτοιο έγγραφο, αργότερα, από άλλον, στα Αρχεία του κράτους όπως έγινε με το «πρακτικό» του Γενικού Εφόρου.
Τα γεγονότα , περί την «μύηση» του Υψηλάντη στην «Εταιρία» και την ανάληψη της αρχηγίας του Αγώνα, τα περιέγραψε διαφορετικά στην αυτοβιογραφία της η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ , όπως τα άκουσε από τον ίδιο .
«Τον χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρίας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με τους Έλληνες του Μωρία και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά. Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της, ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες, η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β. Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά- σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι. Με λίγα λόγια λοιπόν, εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον, του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσον ενδόξου όσον και επικινδύνου εγχειρήματος. Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και τον εβεβαίωσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης. Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφθεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επιδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού φίλο του και του επανέλαβε αυτό που είχε πει πολλές φορές τους συμπατριώτες του, ότι ακόμα και αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον Τσάρο Αλέξανδρο να κηρυχθεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υπόθεσης η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με το μέρος της Ελλάδας».****

Η περιγραφή της Λούλου Τύρχαϊμ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Ξάνθου. Η διαδικασίας «μύησης», και παράλληλα η διαπραγμάτευση κράτησε αρκετές εβδομάδες , σύμφωνα με όσα της έλεγε ο Υψηλάντης, ενώ ο Ξάνθος υποστηρίζει, ότι όλα έγιναν σε δύο μέρες.
Για την εξέλιξη της μύησης του Υψηλάντη, όπως έγραφε η Τύρχαϊμ ενημερωνόταν ο Καποδίστριας που ήταν, «πληροφορημένος για όλα», ενώ «στο τέλος της διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η μύηση, έδειξαν στον Υψηλάντη τους καταλόγους» με τα ονόματα των μυημένων.
«Τα επίσημα πρόσωπα» της Εταιρίας, υποστήριζε η Τύρχαϊμ, μίλησαν στον Υψηλάντη, για την ανάπτυξη του κινήματος στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, και του έλεγαν ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά, και σιγά-σιγά
ο Υψηλάντης, «είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι». Ο Ξάνθος αντίθετα, θυμόταν ότι όλα έγιναν με ενθουσιασμό και σχεδόν ακαριαία: «Την επιούσαν, ο Ξάνθος, επήγεν εις αυτόν, του εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών»(!!).

****Λούλου Τυρχάϊμ. Lulu Thürheim. Mein Leben. Erinnerungen aus Österreichs grosser Welt. 1788-1819.(μετάφραση από τα γερμανικά του Καθηγητή Π.Κ.Ενεπεκίδη). Περισσότερα στο Βιβλίο μου
«η Επανάσταση των Φιλογενών»