Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ο Λάμπρος οι Υψηλάνται και ο Φοίνικας

Με την ευκαιρία της εισβολής στις 18/19 Μαίου 1792 της Μεγάλης Γερμανίδας Αρκουδας στην Πολωνία με πρόταση
των Ρότσιλντ. Έτσι η Αρκούδα αντί για την Πόλη,
πήγε στη Βαρσοβία.

του Σπύρου Χατζάρα

Το όραμα για την απελευθέρωση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, «με το σπαθί και την φωτιά», διατυπώθηκε από τον απεσταλμένο του Αλέξανδρου Υψηλάντη , τον εξάδελφό του Αλέξανδρο Μουρούζη, το 1781, στην Στοά του Αγίου Ανδρέα στην Ερμανούπολη.

Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στο Βουκουρέστι, λειτουργούσε από το 1780, υπό την κάλυψη του Αλ. Υψηλάντη, η πρώτη « Εταιρία των Φίλων», η οποία, όπως γράφει ο Πρωτοψάλτης, ήταν «ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση , στην οποία μετείχαν εκτός των Ελλήνων και εντόπιοι Βλάχοι» .

Στην πρώτη « Εταιρία των Φίλων», συμμετείχαν και τα παιδιά του ηγεμόνα, ο εικοσάχρονος Κωνσταντίνος, και ο δεκαοκτάχρονος Δημήτριος, καθως και οι αξιωματικοί των 58 ελληνικών λόχων ,που είχε συγκροτήσει στη Βλαχία ο Υψηλάντης. Το 1782 που ο Υψηλάντης ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη εμπιστευόμενος τη ζωή του στον φίλο του Πόντιο βεζίρη, Ιτζέτ Αχμέτ Πασά , και η «Εταιρεία των Φίλων», έμεινε εν υπνώσει , η «πεφωτισμένη» Μ. Αικατερίνη της Ρωσίας, υπέβαλε στον επίσης «πεφωτισμένο» Ιωσήφ Β' της Αυστρουγγαράις, το «Ελληνικό» της σχέδιο, του οποίου εμπνευστής υπήρξε ο Γρηγόρης Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν.

Οι επαφές των δύο αυτοκρατόρων , «που ήσαν πλασμένοι από την θεία πρόνοια να συμφωνούν», κατέληξαν μετά από 4 χρόνια, σε ένα γενικό σχέδιο διανομής του «Μεγάλου ασθενούς», σύμφωνα με το οποίο:
1) Η Ρωσία θα καταλάμβανε το Ότσακώφ , την Κριμαία, τη Γεωργία, τον Καύκασο, και θα έπαιρνε δύο νησιά στο Αιγαίο, «χάριν των εμπορικών της συμφερόντων».
2) Το Βελιγράδι και η Σερβία, η Βοσνία- Ερζεγοβίνη μέχρι των εκβολών του Δρίνου και τη λίμνη Σκόδρα, η Ολτενία, (Μικρά Βλαχία) μέχρι τον ποταμό Ολτ,
( Αλούτα), το Βιδίνι, το λιμάνι της Όρσοβα επί του Δουνάβεως, και η Δαλματία, (που θα την αφαιρούσαν από τη Βενετία), θα περνούσαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
3)Η Βενετία, που είχε αποδεχθεί το σχέδιο και ήταν «αφανής» σύμμαχος, θα έπαιρνε πίσω τις παλιές ελληνικές κτήσεις της, την Κύπρο, την Κρήτη, και την Πελοπόννησο.
4) Επί των ερειπίων του Οθωμανικού Κράτους θα εδημιουργούντο δύο νεα κράτη, το Δακικό και το «Ελληνικό βασίλειο», που επίσης ονομαζόταν, «ανατολική αυτοκρατορία», που θα είχαν ορθόδοξους ηγεμόνες. Το «βασίλειο των Δακών», θα περιελάμβανε την Βεσσαραβία, την Μολδαβία , τη νότια Ποντόλια, και την Μπουκοβίνα.

Στο «Βασίλειο των Ελλήνων», που θα είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θα ανήκαν οι περιοχές νότια του Δούναβη, (η Δοβρουτσά και η σημερινή Βουλγαρία, η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Στερεά, η Αλβανία ,το Μαυροβούνιο, και παράλια της Μικράς Ασίας και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.

Η Αικατερίνη προόριζε για τον θρόνο της Δακίας τον αγαπημένο της πρίγκιπα Ποτέμκιν, και για τον θρόνο του ελληνικού βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη, τον εγγονό της Κωνσταντίνο, γύρω από τον οποίο υπήρχε μια ομάδα προσφυγόπουλων , όπως ο γεννημένος το 1770 Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Κουρούτας , που αργότερα έγινε στρατηγός, και ο επίσης γεννημένος το 1770 Χιώτης Ιωάννης Καραγεώργης, που αργότερα παντρεύτηκε τη νόθα κόρη της Αικατερίνης και του Ποτέμκιν, Ελισάβετ.

Για να κάνουν το σχέδιο «ελκυστικό» στις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Ιωσήφ και η Αικατερίνη, προσέφεραν την Αλγερία στην Ισπανία, τη Λιβύη και την Τυνησία στην Αγγλία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, και τον Λίβανο στη Γαλλία. Το οθωμανικό κράτος, θα περιοριζόταν στην Ανατολία, το Ιράκ, την Ιορδανία και την Αραβία.
Η Πολωνία, θα έμενε ως είχε.

Η πρώτη αντίδραση από πλευράς των Ελλήνων εκδηλώθηκε το 1785, με το «Ελληνικό» σχέδιο, που υπέβαλε στον Ιωσήφ Β' και μέσω εκείνου στην Μ. Αικατερίνη, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που διατηρούσε αλληλογραφία με τον καγκελάριο της Αυστρίας Ιωσήφ, Κάουνιτς, το οποίο «ενεκρίθη».
Προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, εμφανίστηκε στο Ιάσιο, και ο «πολιτικός φορέας», της «Ρουσογραικίας», που ήθελε να δημιουργήσει η Αικατερίνη, μέσα από την Στοά «Φοίνιξ», που ίδρυσε , με την έγκριση της μητέρας Στοάς της Βιέννης, ο «πεφωτισμένος» Αλέξανδρος Ι. Μαυροκορδάτος, που διορίστηκε ηγεμόνας της Μολδαβίας . Με τα «σούρτα- φέρτα» των «αποστόλων» στα σχέδιο εντάχθηκαν και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, που συγκρότησαν την «Ομοσπονδία των αρματωλών», υπό τον Ζαχαριά.

Η Στοά «Φοίνιξ», κάλυπτε τη δράση της ομώνυμης μυστικής εταιρίας , που διαδέχθηκε την «Εταιρία των Φίλων», ως η ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση, η οποία θα εργαζόταν προς όφελος των Ελλήνων, αλλά και του ίδιου του Μαυροκορδάτου, που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο Ρωσικό του παρελθόν και την Αυστριακή πολιτική, ώστε να γίνει ανεξάρτητος ηγεμών μετά τον αναμενόμενο, 8ο Ρώσσο-τουρκικό πόλεμο. Η «μυστική εταιρία» , διαδόθηκε ταχέως , όπως αναφέρει και ο Ε.Γ. Πρωτοψάλτης, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μολδοβλαχία, στη Στερεά, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, και τη νησιώτικη Ελλάδα, και απέκτησε μέλη και παραρτήματα στη Βιέννη, τη Μόσχα, τη Νίζνα, και την αγία Πετρούπολη . Τα μέλη του «Φοίνικα» , ήσαν κατά κύριο λόγο οι έλληνες έμποροι, στα εμπορικά κέντρα, και διανοούμενοι. Οι περισσότεροι ήσαν Τέκτονες, διότι η διάδοση της «εταιρείας», έγινε μέσω των «Στοών» της Ανατολής, στην Κωνσταντινούπολη τη Σμύρνη, και τα Επτάνησα.

Oι «πράκτορες» της Αικατερίνας, που διέσχιζαν και πάλι τον ελληνικό χώρο, όπως και στα Ορλωφικά, για να ξεσηκώσουν τους Έλληνες σε επανάσταση, ήσαν άνθρωποι συνδεδεμένοι με τον «Φοίνικα». Παράλληλα, για τον καλύτερο συντονισμό της προσπάθειας, η Μεγάλη Αικατερίνη, διόρισε ως Ρώσο πρόξενο στην Κέρκυρα, τον Λυμπεράκη Μπενάκη γιό του Παναγιώτη, και εγγονό του Λυμπέριου Γερακάρη, που ήταν η ψυχή της όλης κίνησης.

Ο Λυμπέριος Μπενάκης, κατά τα Ορλωφικά, κατατάχθηκε στο ρωσικό στόλο, (όπως και ο Λάμπρος Κατσώνης), και το 1774 προήχθη σε ανθυπολοχαγό.
Το 1776, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να επιτύχει στα πλαίσια των ρωσο-τουρκικών διαπραγματεύσεων, την αποκατάσταση της περιουσίας του. Επέστρεψε στη Ρωσία, στην Κριμαία, και το 1783 προήχθη σε ταγματάρχη, και μετά διορίσθηκε γενικός πρόξενος στην Κέρκυρα, όπου συνδέθηκε στενά με την οικογένεια Καποδίστρια. Διορίστηκαν ακόμα ο πρώην αρματολός Ζαγορίσκος ως υποπρόξενος, στην Ζάκυνθο, ο υπολοχαγός του Ρωσικού στρατού Πάνος Μητσικέλης πρόξενος στην Ήπειρο, ο ταγματάρχης Λουίτζι Σωτήρης στη Χειμάρα , και στην Κεφαλληνία ο πρίγκιπας Δ. Κομνηνός, οι οποίοι είχαν οδηγίες να έρθουν σε επαφή με τους κυριότερους κατά τόπους οπλαρχηγούς και άρχοντες, για να προετοιμάσουν το κίνημα. Από ρωσικής πλευράς γενικός συντονιστής ήταν, ο Ρώσος πρέσβης στη Βενετία στρατηγός Ιβάν Ζαμπορόβσκι , ο οποίος έλαβε οδηγίες «να ενεργήσει για την εξέγερση των ορθοδόξων λαών»,(Έλληνες και Σέρβοι), να συνάψει στενές σχέσεις με τους έλληνες στο Αιγαίο και την Ήπειρο, «προσέχοντας να μην τους δυσαρεστήσει» και «ακλουθώντας τις προτάσεις τους», ώστε,«να επιτύχει να αποσπάσει την εμπιστοσύνη τους», προς τη Ρωσία. Οι διαφωνίες των Ελλήνων, με το σχέδιο Ποτέμκιν, αφορούσαν προφανώς την τύχη της Πελοποννήσου, της Κρήτης, και της Κύπρου. Ούτε ο Μπενάκης, ούτε ο Κομνηνός μπορούσαν να δεχθούν τη νέα Ενετοκρατία .

Οι οδηγίες προς τον Ζαμπορόβσκι, αποκαλύπτουν την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην επανάσταση του 1770, και το ελληνικό επαναστατικό κίνημα, που άρχισε να δημιουργείται το 1785. Τα «Ορλωφικά», δεν είχαν πίσω τους οργανωμένο πολιτικό φορέα. Ήσαν κίνημα προσωπικοτήτων, που πείστηκαν ή παρασύρθηκαν από τη ρωσική προπαγάνδα και τις υποκειμενικές τους επιθυμίες. Τ ο κίνημα του 1785, που καλλιεργήθηκε από τη ρωσική προπαγάνδα, είχε πίσω του έναν πολιτικό φορέα, που είχε προτάσεις για τα ελληνικά συμφέροντα, και υποστήριξε πολιτικά τον Λάμπρο. Το φθινόπωρο του 1786 στην Πόλη , ή φιλοπόλεμη μερίδα των Τούρκων είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Σε αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και συσκέψεις εξετάσθηκε ο κατάλογος των απαιτήσεων , για την Κριμαία, τον Καύκασο, και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, πού έχει φέρει από την αγία Πετρούπολη ό ειδικός απεσταλμένος της Τσαρίνας Λάσκαροφ. Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε και την παραμικρή παραχώρηση. Παράλληλα η πολιτική δραστηριότητα του Μαυροκορδάτου στο Ιάσιο, και οι επαφές του μέσω του δικτύου του «Φοίνικα», οι συζητήσεις και τα σχέδια για την απελευθέρωση από τον Τουρκικό Ζυγό , των Ελλήνων, και των άλλων υποδούλων λαών της Βαλκανικής , έφτασαν και στα αυτιά των Τούρκων. Ο μεγάλος ενθουσιασμός που επικρατούσε, λόγω του επικείμενου πολέμου, οδήγησε στην ευρύτερη διάδοση των πληροφοριών οπότε οι ανταγωνιστικές «Φαναριώτικες» οικογένειες των μεταφραστών κάρφωσαν τα σχέδια του Μαυροκορδάτου στις διπλωματικές αποστολές της Αγγλίας και της Γαλλίας που με τη σειρά τους κατέδωσαν τους Ρώσους στους Τούρκους.
Το Φιρμάνι για την καθαίρεση τού ηγεμόνα της Μολδαβίας, υπογράφηκε στην Πόλη στις 3 /14 Δεκεμβρίου 1786 και έφτασε Ιάσιο 9 μέρες μετά.
Ο Μαυροκορδάτος, δεν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Την νύχτα της 25ης προς την 26η ‘Ιανουαρίου τού 1787, μετά από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόξενο στο ‘Ιάσιο, έγινε «Φυραρής» . Το βράδυ τής 27ης πέρασε τον Δνείστερο και εισήλθε στο πολωνικό έδαφος. Λίγες μέρες αργότερα, έφτασε στις όχθες τού Δνείπερου, για να ζητήσει την προστασία της Αικατερίνης και να βρει καταφύγιο στην ρωσική επικράτεια . Μαζί του ήσαν 30 άτομα. Ανάμεσα τους ο Αντώνης Ζαγοραίος, ο μετέπειτα Ρήγας Φεραίος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην τρίτη ιστορία του μυθιστορήματος του Μαυροκορδάτου, «Έρωτος Αποτελέσματα», που εκτυλίσσετο στην Πολτάβα, τόπο της πρώτης εγκατάστασης του Φυραρή , στην ρωσική επικράτεια.

Ο εξωμότης ,Πόντιος Βεζύρης, Γιουσούφ πασάς, που ηγείτο της φιλοπόλεμης και αγγλόφιλης παράταξης, μαζί με τον Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά, διόρισαν αντικαταστάτη τού Μαυροκορδάτου, έναν δικό τους άνθρωπο, τον ‘Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος ωστόσο, είχε και την υποστήριξη της Ρωσίας καθώς και της Αυστρίας, λόγω και του υπομνήματος του, στον οποίο ανέθεσαν τη διοίκηση των τουρκιών δυνάμεων στον Δούναβη, ενώ ο Ρήγας , που προήρχετο από τον «οίκο των Υψηλαντών», επέστρεψε στο Ιάσιο, και ανέλαβε τον συντονισμό του Φοίνικα και του δικτύου του.
Στο πλαίσιο τής προετοιμαζόμενης σύρραξης, από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο τού 1787 (οπότε ή Τουρκία κήρυξε τον Πόλεμο κατά τής Ρωσίας), το ζήτημα του Μαυροκορδάτου περιελήφθη στις διακοινώσεις, και τα τελεσίγραφα των αντιπάλων .
Η τουρκική πλευρά ζητούσε να της παραδοθεί ο φυγάδας έκπτωτος ηγεμόνας, αλλά αντιμετώπισε την κατηγορηματική άρνηση της Τσαρίνας. Τον Ιανουάριο του 1787, η Μ. Αικατερίνη ξεκίνησε από την Αγία Πετρούπολη, μια εξάμηνη «θριαμβευτική περιοδεία» προς τη Νέα Ρωσία , για «να γνωρίσει από κοντά την ανορθωμένη οικονομική και αμυντική κατάσταση στα απελευθερωμένα εδάφη». Στην επίσημη συνοδεία της αυτοκράτειρας συμμετείχαν, ως προσκεκλημένοι, και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας και της Γαλλίας , οι οποίοι θα έπρεπε να αναφέρουν στις κυβερνήσεις τους, την πολεμική ισχύ της Ρωσίας και την ετοιμότητα της για τον αναμενόμενο πόλεμο με την Τουρκία στη Μαύρη Θάλασσα.
Η «παράσταση», για την τη λατρεία και την αφοσίωση των Ελλήνων στην Αικατερίνη, από την οποία περίμεναν την λύτρωση των σκλάβων αδελφών τους, άρχισε από τη Νίζνα, όπου ενσωματώθηκε στην «αυλή» και ο Μαυροκορδάτος. Στην Κριμαία, όπου έφτασε στα τέλη Μαΐου , την ανέμεναν ο «πεφωτισμένος», αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄, (που συμμετείχε στην συνέχεια της περιοδεία με το ψευδώνυμο «κόμης Φαλκενστάιν»), και ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάβ-Αύγουστος Πονιατόφσκι.
Η Μ. Αικατερίνη και οι προσκεκλημένοι της, επιθεώρησαν τις οχυρώσεις και τις ναυτικές υποδομές της Σεβαστούπολης, και στις 24 Μαΐου/4 Ιουνίου, στον δρόμο προς την Μπαλακλάβα, στις εννέα το πρωί, συνάντησαν το πρώτο γυναικείο στρατιωτικό σώμα στη σύγχρονη ιστορία, τον λόχο των ελληνίδων αμαζόνων, που είχε δημιουργήσει ο Ποτέμκιν. Εκατό έφιππες «Αμαζόνες», αρματωμένες με μακρύκαννα τουφέκια με επικεφαλής την διοικητή τους Ελένη Σαράντη, (σύζυγο του Ιωάννη Σαράντη, αδελφού του αντισυνταγματάρχη του Τάγματος της Μπαλακλάβα Πάβελ Σαράντοβ) , ήταν παραταγμένες σε μια ψευτο-δεντροστοιχία από πορτοκαλιές, λεμονιές και δάφνες.
Στο σημείο αυτό συνενώθηκαν με τον «λόχο των Αμαζόνων» οι έλληνες πρόσφυγες των Ορλοφικών από τη Μπαλακλάβα.
Στην τελετή της υποδοχής, πρωτοστατούσε ο Έλληνας ιερέας του Τάγματος της Μπαλακλάβα, Ανανίας. Στο τέλος της περιοδείας, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο «κόμης Φαλκενστάιν», εισήλθαν στη Χερσώνα περνώντας κάτω από κάτω μια αψίδα που έγραφε στα ελληνικά, «προς το Βυζάντιο», και έμειναν τρείς μέρες στην πόλη, όπου τότε ζούσε και ο Ευγένιος Βούλγαρης, και ολοκλήρωσαν τις συμφωνίες για τον επικείμενο πόλεμο.
Η ώρα της «χριστιανικής σταυροφορίας» στην Ανατολή πλησίαζε. Στο πολεμικό «μανιφέστο» της Αικατερίνης, πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, η Τσαρίνα, προσκαλούσε όλο τον χριστιανικό κόσμο να ενώσει «τις ευχές και τις δυνάμεις του, εναντίον τού εχθρού τής Χριστιανοσύνης»,και καλούσε τον ορθόδοξο κλήρο και τον κάθε Έλληνα, κατά τη γραφή του Π. Χιώτη, «…να συμεθέξωσι προς την επιθυμίαν της, εις το να ελευθερώση την ορθόδοξον εκκλησίαν από τον θεοστηγή Τουρκικόν ζυγόν.
Να λάβωσι τα όπλα και να υπάγωσι να αποδιώξωσι τους εχθρούς του χριστιανικού ονόματος εκ των τόπων, ους αδίκως αφήρπασαν, και να αναλάβωσιν οι Έλληνες την αρχαίαν των ελευθερίαν και εθνικήν ανεξαρτησίαν….». Η διακήρυξη της Μ.Αικατερίνης , στην οποία γινόταν αναφορά στον φόνο τού ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (το 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ό ‘Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη, και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , η οποία και του έδωσε άσυλο, όπως είχε υποχρέωση», μοιράστηκε σε χιλιάδες αντίτυπα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα Επτάνησα, με ευθύνη των προξένων της Ρωσίας.

Οι επιχειρήσεις των Τούρκων άρχισαν στον Δνείστερο, στο «θέατρο» της Ουκρανίας, και στόχευαν στην ανακατάληψη της Κριμαίας.
Η Τουρκική επίθεση αποκρούστηκε τον Οκτώβριο από τον στρατηγό Σουβαρόφ. Την ίδια εποχή, ο ταγματάρχης του ρωσικού στρατού Λάμπρος Κατσώνης, στάλθηκε από τον Ποτέμκιν, «ανεπίσημα», στην Ελλάδα, ο δε Μυκονιάτης Αντώνιος Ψαρρός , εστάλη στις Συρακούσες , με τον τίτλο του στρατηγού και με άφθονα χρηματικά μέσα, για να διοργανώσει την επανάσταση των Χριστιανών τής Βαλκανικής, και ιδίως των Ελλήνων, που έπρεπε να αρχίσει μόλις εμφανιζόταν στο Αιγαίο, η Ρωσική μοίρα της Μεσογείου, που προετοιμαζόταν στον ναύσταθμο της Κροστάνδης.
Διοικητής του ρωσικού κρατικού στόλου στη Μεσόγειο, σε αντίθεση με τη μοίρα του Κατσώνη που ήταν «ιδιωτικού δικαίου», ήταν ο εγγλέζος υποναύαρχος Γκίμπς , που προσέλαβε έναν Μαλτέζο καπετάνιο τον Γουλιέλμο Λορέντσο, που ουδέν προσέφερε στον Κατσώνη, αλλά αντίθετα λεηλάτησε ελληνικά νησιά, ενώ ο Ψαρρός, βασικά κοίταξε να επωφεληθεί από τη διαχείριση.

Ο Λάμπρος Κατσώνης, έφυγε από το στρατόπεδο του Ποτέμκιν, που πολιορκούσε το Ουσακόφ , με 6 Έλληνες συντρόφους του, έχοντας την άδεια να υψώσει τη Ρωσική πολεμική σημαία σε δεκαοκτώ καράβια, και ταξίδεψε δια ξηράς μέχρι την Τεργέστη. Στη Βιέννη έγινε ενθουσιωδώς δεκτός, και το παράρτημα της «Εταιρίας του Φοίνικα» , και δημιούργησε ερανική επιτροπή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης.
Ο ίδιος μηχανισμός μερικά χρόνια αργότερα στήριξε τον Ρήγα. Μεταξύ των Ελλήνων της αυστριακής πρωτεύουσας επικρατούσε η πεποίθηση ότι επιτέλους είχε έλθει ή ώρα τής συντριβής τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ή απελευθέρωση τής Πατρίδας. «Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι».

Τα βλέμματα όλων των Ελλήνων είχαν στραφεί στη σκλάβα πατρίδα και όλοι ετοιμάζονταν να τη βοηθήσουν να σπάσει τα δεσμά της.
Οι ενθουσιώδεις επικλήσεις του Κατσώνη τους εύρισκαν όλους πρόθυμους για θυσίες για την μεγάλη ιδέα. Οι νέοι έτρεχαν να καταταγούν στα πληρώματα του στόλου πού ετοιμαζόταν. Όπως έγραφε ο Κ. Κούμας « Ταύτην τήν φοράν, έφαίνοντο οί Τούρκοι ότι δεν θέλουν αποφύγει την μοίραν των».

Στο μέτωπο του Δούναβη, η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία
στις 9 Φεβρουαρίου 1788. Ο Ιωσήφ βρισκόταν στο μέτωπο του Βελιγραδίου, και από το Σεμλίνο,(Ζέμουν), εξέδωσε την πολεμική του διακοίνωση, προς τις ευρωπαϊκές αυλές στην οποία ανέφερε : «Επέστη ό χρόνος, κατά τον οποίο , εμφανιζόμενος ως εκδικητής της ανθρωπότητος , αναλαμβάνω να αποζημιώσω την Ευρώπη δια όσα έπαθεν άλλοτε δεινά υπό των κανιβάλων Τούρκων και ελπίζω να αποκαθάρω τον κόσμο, φυλής βαρβάρου, που για τόσον χρόνο ήτο ή μάστιξ αυτού» Ανατολικότερα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που βρισκόταν σε επαφή με τη Βιέννη, και τη Ρωσία, «αιφνιδιάστηκε», και ο στρατηγός Freiherr von Laudon κατάλαβε το Ιάσιο, τον Απρίλιο του 1788, συλλαμβάνοντας τον αιχμάλωτο.
Η Τουρκική αντεπίθεση, ανάγκασε τους Αυστριακούς να υποχωρήσουν και η Πύλη διόρισε, με την υποστήριξη του γηραιού Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά , ηγεμόνα και της Μολδαβίας, τον Νικόλαο Μαυρογένη, στον οποίο ανατέθηκε η αρχιστρατηγία των τουρκικών δυνάμεων.
Στη Βιέννη, «ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι» του δύστυχου Ιωσήφ, που κήρυξε τον πόλεμο κατά των «κανιβάλων Τούρκων», παρά την αντίθεση της «μητέρας του Κόσμου». Το εσωτερικό μέτωπο κατέρρευσε. Η στοά της Βιέννης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση και τον κατήγγειλε ότι πρόδωσε τις αρχές της «πεφωτισμένης δεσποτείας».
Οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν και για πρώτη φορά στη Βιέννη, οι πεινασμένοι λεηλάτησαν αρτοποιεία , ενώ ο «φόβος» της υποχρεωτικής στράτευσης, οδήγησε πολλές αριστοκρατικές οικογένειες να εγκαταλείψουν τη Βιέννη. Ωστόσο μετά την άφιξη στο μέτωπο του Δούναβη, της Ρωσικής δύναμης που ενώθηκε με τους Αυστριακούς, οι Τούρκοι υπέστησαν δύο συντριπτικές ήττες τον Ιούλιο του 1789 στη Φωξάνη και τον Σεπτέμβριο στο Μαρτινέστι, και υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Στις 8 Οκτώβριου οι Αυστριακοί κατέλαβαν το φρούριο του Βελιγραδίου, και στις 6 Δεκεμβρίου, οι Ρώσοι υπό τον στρατηγό Ποτέμκιν κατέλαβαν το Φρούριο του Ουσακόφ. Παράλληλα ο τουρκικός στόλος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει, στη Μαύρη Θάλασσα, τον ρωσικό, που διοικούσε ο Φιόντορ Ουσακόφ. Έδωσε τέσσερεις ναυμαχίες, και υποχώρησε σε όλες, με απώλειες. Ο 8ος ρώσο-τουρκικός πόλεμος, είχε ουσιαστικά τελειώσει τον χειμώνα του 1789.

Ο τουρκικός στρατός είχε καταρρεύσει, και είχε υποστεί τεράστιες απώλειες ενώ η τακτική και τεχνολογική αδυναμία του ήταν ολοφάνερη. Ο δρόμος για την Κωνσταντινούπολη ήταν ανοιχτός. Τα πράγματα όμως, δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν, οι Έλληνες, ο Υψηλάντης , ο Μαυροκορδάτος, και ο Κατσώνης.

Οι διπλωματικές προσπάθειες της Αγγλίας, με τη βοήθεια και του «Φωτός» της μητέρας του Κόσμου», απέτρεψαν, την προέλαση των ρωσικών και των Αυστριακών στρατευμάτων στο νότο. Η Ελλάδα δεν επρόκειτο να απελευθερωθεί με το «σπαθί και τη φωτιά». Το Λονδίνο προσεφερε στην Αικατερίνη την Πολωνία.

Περισσότερα για την συναρπαστική συνεχεία στο Βιβλίο μου 
"Η Επανάσταση των Φιλογενών".

Δεν υπάρχουν σχόλια: