Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Η αγγλική υποκρισία σε βάρος της Ελλάδος

Ένα ακόμα συγκλονιστικό έγγραφο για τις πουστιές του άνθρωπου των Ρότσιλντ ,Δούκα του Ουέλλιγκτον, σε βάρος της Ελλάδας και του Καποδίστρια

Επιστολή στα γαλλικά, με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου/2 Δεκεμβρίου 1828 ,του πρεσβευτή της Γαλλίας στη Μεγάλη Βρετανία, πρίγκιπα Αρμάνδου του Πιλινιάκ, (Auguste Jules Armand Marie , Prince de Polignac) , προς τον Άρθουρ Γουέλσλεϋ πρώτο Δούκας του Ουέλλινγκτον , (Arthur Wellesley) ,, για την κατάσταση στη Πελοπόννησο, ( Μοριά) , και το τέλος της σύγκρουσης μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας. Η επιστολή αποτελεί απάντηση στην επιστολή του Ουέλλινγκτον της 26ης Νοεμβρίου 1828 της οποίας το περιεχόμενο έχει ανακοινώσει στον γάλλο υπουργό εξωτερικών Κόμη Λα Φερροναί. (Comte de la Ferronays) . Ο Πολινιάκ έγινε υπουργός εξωτερικών από τον Κάρολο στις 24 Απριλίου 1829 και πρωθυπουργός στις 8 Αυγούστου 1829 , διαδεχόμενος τον Μαρτινιάκ. ( Jean Baptiste Gay, vicomte de Martignac 4 Ιανουαρίου 1828 – 8 Αυγούστου 1829) .
Η επιστολή βρίσκεται στο Αρχείο Ουέλλινγκτον στο πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον με αριθμό WP1/970/8.

Το αγγλικό κείμενο….. «The alliance cannot at that moment ensure absolute defence of Greece or prevent acts of hostility against the Turks, as the latter have not accepted the armistice which has been proposed. Ferronays appreciates the Duke's offer to write to Capodistrias suggesting that Greece place itself under special protection and the territories be placed under the guarantee of the alliance. Polignac does not doubt that what Wellington proposes will be agreed to, if he writes it in the same sense to Capodistrias. The Greeks will welcome a course suggested simultaneously by the British and the French, especially because of the guarantee given to them. For the adoption of other means it is necessary to consult the conference of London or Prince Lieven, who received Wellington's proposition with equanimity. Wellington suggests that all the ambassadors should return to Constantinople to re-establish negotiations, but Polignac believes the presence of the Russian ambassador at Constantinople is incompatible with the state of war which exists between Russia and Turkey. For the English and French ambassadors to return without the Russian ambassador would show a lack of harmony in the alliance and would not be advisable. The French government would like the pacification of Greece to be settled immediately. Ferronays has written to St. Petersburg suggesting that negotiations should be confined to the two allies. Polignac has learned from the Duc de Mortemart, French ambassador to Russia, that the Emperor of Russia intends to end the war swiftly. Substantial indemnities have been demanded in the treaty. The Emperor has accepted the cession of the ports of Anapa and Poti for a considerable sum. The possession of the two ports is necessary to prevent the Turks from transporting arms in peacetime to commence a war against Russia. The Emperor does not intend to require the guarantee of free navigation in the Bosphorus. The Emperor is tired of the war. The Russian people will second his views. Comte de la Ferronays has sent to Count Zuylen at Constantinople the declaration made in the last conference that the allies place under guarantee the Morea and the Cyclades Islands. This is accompanied by a letter describing the agreement reached between Aberdeen and Polignac».

«Η συμμαχία δεν μπορεί προς το παρόν να εξασφαλίσει απολύτως την υπεράσπιση της Ελλάδας ή την πρόληψη εχθρικών ενεργειών εναντίον των Τούρκων, καθώς οι τελευταίοι δεν έχουν αποδεχθεί την εκεχειρία που έχει προταθεί». Ο Φερροναί θεωρεί θετική την πρόταση του Ουέλλινγκτον, (Δούκα), για να γράψει στον Καποδίστρια και να του προτείνει η Ελλάδα με πρωτοβουλία της να θέσει εαυτόν υπό καθεστώς ειδικής προστασίας ώστε τα εδάφη της να τεθούν υπό την εγγύηση της συμμαχίας.

Ο Πολινιάκ δεν αμφιβάλλει ότι η πρόταση του Ουέλινγκτον θα γίνει αποδεκτή εάν γράψει με αυτό το πνεύμα προς τον Καποδίστρια.
Οι Έλληνες θα καλωσορίσουν μια πορεία που προτείνεται ταυτόχρονα από τους Βρετανούς και τους Γάλλους, κυρίως λόγω των εγγυήσεων που τους δίδονται .

Για την έγκριση άλλων μέτρων είναι απαραίτητη η γνώμη της συνόδου του Λονδίνου ή του (ρώσου πρέσβη) πρίγκιπα Λίβεν , ο οποίος έλαβε την πρόταση του Ουέλινγκτον χωρίς να αντιδράσει.

Ο Ουέλλιγκτον πρότεινε ότι θα έπρεπε να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη όλοι οι πρεσβευτές για να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις, αλλά ο Πολινιάκ απάντησε ότι η παρουσία του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη είναι ασυμβίβαστη με την εμπόλεμη κατάσταση που υπάρχει μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας, και η επιστροφή των πρέσβεων της Αγγλίας και της Γαλλίας χωρίς τον ρώσο πρεσβευτή δεν θα ήταν σκόπιμη γιατί θα έδειχνε έλλειψη αρμονίας στη συμμαχία.

Η γαλλική κυβέρνηση θα επιθυμούσε η ειρήνευση στην Ελλάδα να τακτοποιηθεί άμεσα. Ο Φερροναί έχει στείλει επιστολή και στην Αγία Πετρούπολη γεγονός που υποδηλώνει ότι για το Παρίσι οι διαπραγματεύσεις δεν θα έπρεπε να περιορίζονται μεταξύ των δύο συμμάχων.

Ο Πολινιάκ ενημερώνει τον Ουέλλινγκτον ότι σύμφωνα με τον Γάλλο πρέσβη στη Ρωσία, Δούκα ντε Μορτεμάρ, (Duc de Mortemart), ο αυτοκράτορας έχει κουραστεί από τον πόλεμο και ο Νικόλαος της Ρωσίας σκοπεύει να τον τελειώσει γρήγορα αποδεχόμενος να καταβάλει ουσιαστικές αποζημιώσεις για την εκχώρηση των λιμανιών της Ανάπα και Πότι.
Η κατοχή των δύο λιμένων είναι αναγκαία για να μην μπορούν οι Τούρκοι να μεταφέρουν όπλα σε καιρό ειρήνης για να αρχίσουν πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στη Ρωσία.
Ο αυτοκράτορας δεν σκοπεύει να απαιτήσει να μπει στη Συνθήκη ειρήνης εγγύηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Βόσπορο. Σύμφωνα ,με τον γάλλο πρέσβη, οι Ρώσοι ακολουθούν τις απόψεις του αυτοκράτορα.
Ο Φερροναί έχει αποσταλεί στον Κόμη Ζουλέν, (Count Zuylen) στην Κωνσταντινούπολη τη δήλωση στην οποία προέβη κατά την τελευταία διάσκεψη ότι οι σύμμαχοι θέτουν υπό την εγγύηση τους τον Μοριά και τις Κυκλάδες, και συνημμένη επιστολή που αναφέρεται στη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ του υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Αμπερντίν και του Πολινιάκ».

Ο Λόρδος Αμπερντίν, στις οδηγίες του προς τον Στάτφορντ Κάνιγκ, στις 25 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου του 1828, τόνιζε ότι «η τελική απόφαση της βρετανικής κυβερνήσεως», ήταν «να μην περιλάβει η Ελλάς τίποτα βορείως της Κορίνθου». Και ότι «ο διαχωρισμός της Πελοποννήσου από την άμεσο εξουσία του σουλτάνου» αρκούσε για την ικανοποίηση της συνθήκης του Λονδίνου».

Ο δούκας του Ουέλλινγκτον που από τις 22 Ιανουαρίου ήταν πρωθυπουργός, (μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 1830), στο ίδιο πλαίσιο, της απόσπασης της Πελοποννήσου από την άμεση εξουσία του σουλτάνου, με την πληρωμή ίσως κάποιου φόρου, προωθούσε την ιδέα να καταστεί η Ελλάς όχι ανεξάρτητη αλλά προτεκτοράτο και ανησυχούσε για το τι θα έκανε η Ρωσία.

Οι Γάλλοι είχαν δίκιο ότι ο Νικόλαος είχε κουραστεί από τον Πόλεμο και όντως άφησε το μέτωπο στη Βουλγαρία και επέτρεψε στη Ρωσία. Αλλά στις 2 Ιουλίου1829, ο πρώσος στρατάρχης Χανς Καρλ φον Ντίμπιτς, που στη συνέχεια έλαβε το προσωνύμιο «Ζαμπαλκάνσκι», ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση της ρωσικής στρατιάς στον Δούναβη, εξαπέλυσε την Διαβαλκανική του επίθεση προς την Κωνσταντινούπολη, την πρώτη στην ιστορία της Ρωσίας από την εποχή του Σιατοσλάβου τον 10ο αιώνα, και 35.000 Ρώσοι πέρασαν μέσα από τα βουνά, παρακάμπτοντας την πολιορκημένη Σούμλα και δέκα μέρες μετά κατέλαβαν τον Πύργο, μετά την Σιλιστρία και μετά έφθασαν μπροστά στην Ανδριανούπολη.
Εκεί στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829 με τη Συνθήκη της Ανδιανούπολης η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος.

Ένα συγκλονιστικό Ντοκουμέντο. Πως οι Άγγλοι έσφαξαν τους Έλληνες της Πόλης της Σμύρνης; Και της Θεσσαλονίκης το 1821.

Αδημοσίευτο Ντοκουμέντο του 1821:   Ενημέρωση από την Κωνσταντινούπολη στον Λόρδο του Λόντοντερυ ,Υπουργό Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας.Πρόκειται για αντίγραφο επιστολής του λόρδου Στράνγκφορντ πρεσβευτή της Μεγ. Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη προς τον υπουργό εξωτερικώνΚάστερλι, Λόρδο του Λόντοντερυ που βρίσκεται στο Αρχείο Γουέλιγκτον στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον με αριθμό  «Docref=WP1/667/7».

Ο πρέσβης Πέρσυ Κλίντον Σίδνεϊ Σμιθ, (λόρδος Στράνγκφορντ) ενημερώνει   τον Λόντοντερι, για το διάβημα του Ρώσου πρέσβη βαρόνου Γκρογκόρι Αλεξάντροβιτς  Στρογκανώφ  με τον Οθωμανό υπουργός εξωτερικών (Ρείς Εφέντη) Χαμίντ Μπέη, σχετικά με τους Έλληνες, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και το εμπόριο μεταξύ Οδησσού και Κωνσταντινουπόλεως. Η Επιστολή στάλθηκε στις 28 Απριλίου/10 Μαΐου 1821, ενώ διαρκούσε το Συνέδριο του Λάιμπαχ.

« Ο Στρογκανώφ  έγινε δεκτός από τον  Ρείς Εφέντι Reis στις 7 Μαΐου, (Σ.Σ. 25 Απριλίου με το Ιουλιανό ), στην οποία του έθεσε το ζήτημα των κατασταλτικών μέτρων που αποφάσισε η Υψηλή Πύλη σε βάρος των μελών της Ελληνικής Εκκλησίας , την καταστροφή εκκλησιών , και τις εκτελέσεις θρησκευτικών  λειτουργών.
Ο Στρογκανώφ  έκανε έντονο διάβημα επικαλούμενος το  έβδομο  και το δέκατο άρθρο  της Συνθήκης του 1774, (Κιουτσούκ Καιναρτζή) αντίγραφο του οποίου σας αποστέλλω.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην κατάσταση στη Βλαχία και της Μολδαβία, στην εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλαντη  και στην πρόταση για ακτοπλοϊκή  γραμμή Οδησσού και Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ρείς Εφέντι απέρριψε τα επιχειρήματα του Στρογκανώφ, σχετικά με τον Υψηλάντη και τη ναυτιλιακή σύνδεση. Ο Στρογκανώφ, έκανε έναν πολύ σαφή υπαινιγμό για την πιθανή εμφάνιση  ρωσικών πολεμικών πλοίων στην Μαύρη θάλασσα».

  «Stroganov had a conference with       the Reis Effendi on 7 May at which they discussed the alarming measures       adopted by the Porte to members of the Greek church, the destruction of       churches, and the execution of ministers of religion. Stroganov made  strong representations grounding them on the seventh and fourteenth       articles of the treaty of 1774, a copy of which is enclosed. Also under       discussion were the state of Wallachia and Moldavia; the revolt of       Alexander Hypsilantes; and the proposal to establish packets between       Odessa and Constantinople. The Reis Effendi rejected Stroganov's arguments       relating to Hypsilantes and to the packets. Stroganov apparently made a       very clear allusion to the probable appearance of Russian warships in the       Black Sea».

Από αυτό το σύντομο «γράμμα» προκύπτει ο ρόλος του Στράνγκφορντ και του Λονδίνου στο πλευρό των Τούρκων και μάλιστα βλέπουμε ότι οι Τούρκοι εκα;ναν και αντίγραφο του διαβήματος Στρογκανώφ για να ενημερωθούν οι Άγγλοι.

Η είδηση για την κήρυξη  Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες από τον Υψηλάντη,  έφθασε στην Υψηλή Πύλη την 1η /13 Μαρτίου και η πρώτη αντίδραση των Τούρκων   ήταν η διαταγή να οπλιστούν  όλοι οι Τούρκοι στα αστικά Κέντρα. Όπως αναφέρει ο Δ. Κόκκινος  στις κωμοπόλεις και τα χωριά του Βοσπόρου οι ντόπιοι μουσουλμάνοι είχαν μεταβληθεί σε πολιτοφύλακες  και όταν αποσύρονταν   της  «υπηρεσίας» , τους αναπλήρωναν  οι Ιουδαίοι, «ως θεωρούμενοι ως μόνοι πιστοί εις τους τούρκους».

Οι Τούρκοι  γνώριζαν το σχέδιο Υψηλάντη, για εκδήλωση επανάστασης των Χριστιανών στην πρωτεύουσα, για πρόκληση πυρκαγιάς, και για  δολοφονία του σουλτάνου, από πληροφορίες που τους έδινε ο άγγλος πρέσβης Πέρσυ Σμιθ , ο λόρδος του Στράνγκφορντ και για αυτό διοργάνωσαν πογκρόμ κατά των χριστιανών την  Κυριακή των Βαϊων.

Οι  Άγγλοι,  ο Στράνγκφορντ και ο Εβραίος  Σαράφ Μπασί ,Μεχμέτ Σαίντ Χαλέντ Εφέντι , ήσαν οι υποκινητές.

Ο Βεζίρης Σαγιέντ Αλή Πασάς, ζήτησε τον σφαγιασμό των Χριστιανών αλλά , ο σεϊχ-ουλ-ισλάμ Χατζή Χαλίλ αφέντης, αρνήθηκε να υπογράψει τον φετβά.

Στις 23 Μαρτίου/ 4 Απριλίου, διαβιβάστηκε στις εκκλησιές  της Κωνσταντινούπολης η αμνηστία του σουλτάνου προς τους επαναστάτες με την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν τα όπλα και ο αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το Ορθόδοξο Πατριαρχείο.
Στην εβραιοκρατουμένη Θεσσαλονίκη  εφαρμόστηκε η πολιτική του Βεζύρη και της Εταιρείας της Ανατολής. Στις  23 Μαρτίου σφαγιάστηκαν στο  διοικητήριο  και στο προαύλιο του μητροπολιτικού Ναού  3.000 Θεσσαλονικείς, μαζί με τους πρόκριτους της πόλης.

Στις 31 Μαρτίου/12 Απριλίου ,ο Άγγλος πρόξενος, της Λεβάντ Κόμπανι στη Σμύρνη, Φράνσις Γουέρυ , κυκλοφόρησε τη φήμη ότι η Ρωσία είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας για να βοηθήσει τους χριστιανούς, και για προληπτικούς λόγους εκτελέστηκαν  23 «επώνυμοι» Έλληνες. Στις 6/18 Απριλίου, άρχισαν οι λεηλασίες Σμύρνη, και οι σκοτωμοί.
Ακολούθησε, στις 10/22 Απριλίου, την ημέρα του Πάσχα, ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’  ενώ την ίδια μέρα  εκτελέστηκαν άλλοι τρεις ιεράρχες, και στη Νικομήδεια  έπνιξαν 500 Πελοποννήσιους.  Μετά από λίγες μέρες εκτελέστηκαν  στην Κωνσταντινούπολη ακόμα περίπου  200 Έλληνες από την Πελοπόννησο, τη Ρούμελη, τη  Κρήτη και τα νησιά. Εκτελέστηκαν ακόμα, τρείς Χαντζερήδες και άλλοι δέκα «επώνυμοι».
Στις 21 Απριλίου/3 Μαίου αντικαταστάθηκε ο Βεζύρης Σαγιέντ, από τον Μολδαβό  Αλή πασά, που όμως,  αποκεφαλίστηκε 9 μέρες μετά, ως συνωμοτών  με τους Έλληνες, και στις 30 Απριλίου, ανέλαβε ο μεταλλαγμένος Εβραίος, (Ντονμές), Χασί Σαλίχ πασάς, που διέταξε τη σφαγή των Ελλήνων στις Κυδωνίες, προς όφελος των εβραίων της Σμύρνης .

Πάντως το διάβημα  του Ρώσου πρέσβη Στρόγγανωφ , στις 25 Απριλίου/7 Μαΐου  σταμάτησε τις  μαζικές σφαγές στην Κωνσταντινούπολη.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Η παρουσία των Ελλήνων προσφύγων στον ρωσικό νότο μετα το Ορλωφικά

Στην Σταροτσερκάσκαγια (Старочерка́сская), της Περιφέρειας του Ροστόφ, στην πρωτεύουσα των Κοζάκων, στο Ιστορικό Μουσείο που δημιούργησαν οι Σοβιετικοί το 1970, βρίσκεται αυτή η εκπληκτική Ταπισερί τοίχου που δείχνει τους έλληνες από τα νησιά και την Πελοπόννησο που μετέφερε εκεί ο ρωσικός στόλος μετά τα Ορλοφικά.
Το έκθεμα το άρπαξαν οι κομμουνιστές από κάποιο σπίτι και οι ξεναγός μας έλεγε ότι έδειχνε Τάταρους. Για σοβιετικό Μουσείο μιλάμε.
Εκεί, πήγα να μπω στην Εκκλησία Πέτρου και Παύλου, που την έχουν κάνει Μουσείο τα κομμούνια και η φύλακας μου ζητούσε να πληρώσω εισιτήριο. Αρνήθηκα και φώναξα την αστυνομία να τη συλλάβει διότι παραβίαζε τη θρησκευτική μου ελευθερία.
Τελικά της εξήγησαν ότι ήμουν έλληνας διπλωμάτης και ότι δεν έπρεπε να πληρώσω εισιτήριο μου ζήτησε συγγνώμη. Η εκκλησία παρέμεινε Μουσείο
όπως και η Αγία Σοφία.

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812 ο Καποδίστριας και η Επανάσταση

του Σπύρου Χατζάρα

Στις 16/28 Μαΐου 1812 υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου με την οποία τελείωσε ο έκτος Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1806-1812.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει με την "βοήθεια" της Αγγλίας από τον Οκτώβρη του 1811 στη σημερινή Ρούσε της Βουλγαρίας.
Ο κύριος υποστηρικτής της συμφωνίας ήταν ο άγγλος επιτετραμμένος στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνινγκ και ο φίλος των Αγγλων Ρείς Εφέντης Μεχμέτ Σαίντ Γκαλίπ , που τον υποστήριζε και ο Μέγας Βεζύρης Λαζ Αζίζ Αχμέτ Πασά.
Τη συμφωνία διαπραγματεύτηκε ο διπλωματικός σύμβουλος του στρατηγού Μιχαήλ Κουτούζωφ, ο κόμης Αντρέι Ιταλίνσκι, που πριν τον πόλεμο ήταν ο ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη.
Στην ουσία, οι μεγάλοι χαμένοι ήσαν οι Ορθόδοξοι των Βαλκανίων, και ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης.
Ο Σέρβοι έλαβαν το καθεστώς της Υδρας, οι βλαχομπογδαναίοι έμειναν αφορολόγητοι για δυο χρόνια και οι Έλληνες δεν πήραν τίποτα.
Τα σύνορα Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ορίστηκαν στην στην αριστερή ακτή του Δούναβη και τον Προύθο. Οι Ρώσοι, κέρδισαν την Βεσσαραβία, αλλά θα έπρεπε να εκκενώνουν τη Βλαχία και Μολδαβία.
Οι κάτοικοι της Μολδαβίας, και της Βλαχίας για δύο χρόνια δεν θα πλήρωναν φόρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι χριστιανοί που ήθελαν θα μπορούσαν να πουλήσουν την περιουσία τους και να φύγουν μέσα σε ένα χρόνο. Το ίδιο και οι μουσουλμάνοι ης Βεσσαραβίας.
Η ναυσιπλοΐα στο Δούναβη θα ήταν ελεύθερη. Το ίδιο και στα Στενά.
Η Ρωσία θα έπρεπε να επιστρέψει τα φρούρια που είχε καταλάβει στον Καυκάσιο. Η Τουρκία που είχε υποστεί συντριπτικές ήττες στο μέτωπο, τα έπαιρνε όλα πίσω, δίνοντας κάποια δικαιώματα στους Σέρβους και τη Βεσσαραβία.
Η Συμφωνία ηταν πολύ καλή για την Τουρκία και πολύ κακή για τη Ρωσία.
Αλλά , υπήρχε η αγγλική εγγύηση ότι η Τουρκία σαν σύμμαχος πλέον των Άγγλων δεν θα έπαιρνε μέρος στην επίθεση του Ναπολέοντα και ο στρατός του Δούναβη θα μπορούσε να στραφεί κατά των Γάλλων.
Αυτή ήταν η ουσία της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Ο Κουτούζωφ πριν υπογράψει τη Συνθήκη, είχε λάβει φύλλο πορείας για τη Μόσχα.
Από τις 2/14 Μαίου 1812 είχε διοριστεί από τον Τσάρο διοικητής της Στρατιάς του Δούναβη ο ναύαρχος Πάβελ Τσιτσαγκόφ, που στις 11/23 Mαΐου βρισκόταν στο Ιάσιο, και στις 16/28 είχε φθάσει στο Βουκουρέστι για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς.
4 ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης και την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Τσιτσαγκόφ, υποδέχτηκε στο Βουκουρέστι, στις 20 Μαίου/1 Ιουνίου 1812, τον διευθυντή του διπλωματικού του γραφείου που ερχόταν από την Βιέννη. Τον Ιωάννη Καποδίστρια που επιτέλους κατάφερε να φθάσει στο μέτωπο.
Το κύριο «ρωσικό διπλωματικό πρόβλημα», μετα την υπογραφή της Συνθήκης ήταν να παρουσιαστεί η εγκατάλειψη «των ομοδόξων της Ρωσίας στην ανατολή», και κυρίως των Σέρβων, και των Ελλήνων, ως «προσωρινός τακτικός ελιγμός», ώστε οι Σέρβοι και οι άλλοι ορθόδοξοι της Ανατολής να μην χάσουν την πίστη τους στη Ρωσία. Στόχος της Αυτοκρατορικής Αυλής ήταν να αφήσουν να αιωρείται η «υπόσχεση» ότι τα πράγματα θα άλλαζαν μετά την απόκρουση της Γαλλικής εισβολής στη Ρωσία.
Ο Καποδίστριας εκμεταλλεύτηκε προς δικό του όφελός τις ρωσικές «ανάγκες». Στο «υπόμνημα» που υπέβαλε στον προϊστάμενο του , τον διοικητή της στρατιάς του Δούναβη ναύαρχο Τσιτσαγκόφ , και το οποίο βρήκε και δημοσίευσε ο ρώσος ιστορικός Γρηγκόρι Αρς, σημείωνε: «Έχω φίλους και γνωστούς ανάμεσα στους έλληνες εμπόρους και τραπεζίτες. Τους έχω υποσχεθεί να τους τροφοδοτώ με ειδήσεις. Έχοντας την τιμή να είμαι κοντά στην εξοχότητα σας, μπορώ να τους κάνω να πιστέψουν για τα πολιτικά ζητήματα ό,τι θα ήθελα» .
Οι «φίλοι και γνωστοί» του, ήσαν τα μέλη της Φιλογένειας και του Φοίνικα.
Το δικό του δίκτυο. Ο Καποδίστριας πριν φύγει από τη Ρωσία για τη Βιέννη είχε επισκεφτεί στη Μόσχα τον δημιουργό και αρχηγό του Φοίνικα Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, και αποκατέστησε την πλήρη συνεργασία του «δικτύου» του Φοίνικα με τους «Φιλογενείς» της Κέρκυρας. Με την τοποθέτηση του στη Βιέννη απέκτησε και τον έλεγχο της ομάδας των «Λαμπρινών» και των «Φίλων του Ρήγα». Ο αυστριακός υπουργός της αστυνομίας Χάγκερ σττην αναφορά με ημερομηνία 14/26 Νοεμβρίου 1811, που υπέβαλε στον Μέττερνιχ έγραφε:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία , ότι ο Καποδίστριας προορίζεται εκτός του επισήμου ρόλου του να προσηλυτίσει και να οργανώσει κατά το πνεύμα της ρωσσικής πολιτικής τους Έλληνας στη Βιεννη», και τόνιζε: «Τούτο συνάγεται και εκ των ημετέρων ερευνών, καθ' ας συνδέεται ούτος μετά τινών πλουσίων ελληνικών εμπορικών οίκων με διακλαδώσεις, διά των οποίων είναι εις θέσιν ο Καποδίστριας όχι μόνο να ασκήση επιρροήν επί άλλων, αλλά και να συγκεντρώση δι' αυτών πληροφορίας πολιτικής φύσεως εκ πολλών περιοχών».
Το δίκτυο Καποδίστρια το είχαν καταλάβει και οι «μυστικοί» της Βέννης που τον νόμιζαν για άνθρωπο των Ρώσων.
Ο Καποδίστριας, προσφερόταν επομένως , να δημιουργήσει, με δαπάνες της Ρωσίας και με την πολιτική της κάλυψη, ένα δίκτυο, που θα χρησίμευε στην ελληνική επαναστατική Εταιρία, και στην κατάλληλη στιγμή θα δούλευε για τον «ιερό σκοπό».
Υποσχόταν να εξαπατά τους Έλληνες υπέρ της Ρωσίας και να τους κάνει να πιστέψουν ότι θα ήθελε η ρωσική πολιτική, και ταυτόχρονα όλο του το δίκτυο , θα εξαπατούσε την Ρωσία, και θα δούλευε υπέρ του Ελληνικού Έθνους.
Η «τέχνη της υποκρισίας», σε ανώτατο επίπεδο.

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, ενεκρίθη από τον Τσάρο στις
23 Ιουνίου/ 5 Ιουλίου 1812, και το ουκάζιο έφθασε στο Βουκουρέστι στις 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1812.
Στις 120 μέρες που έμεινε στο Βουκουρέστι, ο Καποδίστριας με την έγκριση του Τσιτσαγκόφ και του Τσάρου διόρισε από το διπλωματικό γραφείο της στρατιάς του Δούναβη, έναν «στρατό προξενικών πρακτόρων» της Ρωσίας, στην Οθωμανική αυτοκρατορία, την Ιταλία και την Αυστρία, δημιουργώντας ένα αμφίδρομο δίκτυο συλλογής και αποστολής πληροφοριών , στο οποίο ενσωμάτωσε Έλληνες εμπόρους, κληρικούς, και δασκάλους.
Ένας από αυτούς, ήταν ο Γ.Π. που αναφέρει ο Σπηλιάδης, ο Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, ο μεταφραστής του ρωσικού προξενείου στην Πάτρα, με αποστολή να προσεγγίσει την Αυλή του Αλή Πασά και να συλλέγει πληροφορίες. Στο υπόμνημά του προς τον Τσάρο Νικόλαο το 1826 ο Καποδίστριας, θέλησε να δικαιολογήσει τη στρατιά των πρακτόρων που δημιούργησε, όταν «εγκαταλείφθηκαν οι ομόδοξοι της Ρωσίας», με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου. Εξήγησε ότι, «οι ομόδοξοι της Ρωσίας εν τη Ανατολή εβεβαιώθησαν επίσης περί της και εν τω μέλλοντι αναλλοιώτου ρωσικής προστασίας, δια του διορισμού πολλών προξενικών πρακτόρων, οίτινες απεστάλησαν άνευ αναβολής εκ του αρχηγείου του στρατού του Δουνάβεως, ως και δια των οδηγιών αίτινες εδόθησαν εις τους πράκτορες τούτους και εις την Κωνσταντινουπόλει ρωσσικήν πρεσβεία».
Στην αμέσως επόμενη παράγραφο φρόντιζε να πει στον Νικόλαο, ότι τις ενέργειές αυτές τις επιδοκίμασε ο Τσάρος Αλέξανδρος και του απένειμε στις
8 Νοεμβρίου 1812 με διάταγμα τον βαθμό του «conseiller d’ etat actuel».
Η κύρια αποστολή του διπλωματικού γραφείου της στρατιάς του Δούναβη, ήταν να εργαστεί, για το προσωρινό καθεστώς διοίκησης των Μολδαβικών εδαφών (Βεσσαραβία) που προσαρτήθηκαν στη Ρωσία, και για την κατ’ αρχήν εφαρμογή του άρθρου 8 της συνθήκης, που αναφερόταν στη Σερβία, και κυρίως να αποκλείσει την προέλαση του γαλλικού στρατού από τις δαλματικές ακτές προς την Ουκρανία. Ο Καποδίστριας που διαφωνούσε με τον Τσάρο, όπως και ο Τσιτσαγκόφ , για την συνθήκη που υπέγραψαν οι Κουτούζωφ-Ιταλίνσκι, συνέταξε με την άδεια του ναυάρχου, αναλυτικό υπόμνημα για τα σφάλματα της συνθήκης του Βουκουρεστίου , δεσμεύοντας έτσι τον Τσάρο, και στη συνέχεια έκαναν ότι μπορούσαν για να μην την εφαρμόσουν, στο σύνολο της. Οι Σέρβοι δεν ήξεραν τι είχε συμφωνηθεί στο Βουκουρέστι.
Ο Καραγκεώργιεβιτς πληροφορήθηκε ότι ο Τσάρος, κατήργησε το κράτος του, στις 15/27 Αυγούστου, στο μοναστήρι της Βρατσέβσνιτσα, (κάπου 20 χλμ από το Γκόρνι Μιλάνοβατς), από ειδικό απεσταλμένο του Καποδίστρια.
Οι διαπραγματεύσεις του Καποδίστρια με τους Τούρκους διεξήγοντο μέσω της Νις, όπου ήταν η έδρα του, Χουρσίτ Αχμέτ Πασά, που τον Ιούλιο του 1812, διορίστηκε Βεζύρης, αλλά παρέμεινε «σερασκέρης» στο μέτωπο.
Στη Νις στάλθηκαν και οι Σέρβοι αντιπρόσωποι.

Η συνεχεία της συναρπαστικής αυτής
Ιστορίας στο βιβλίο μου, «Η Επανάσταση των Φιλογενών» . *

ΥΓ. Ο λαδέμπορας της Στοάς της Λευκάδας και το τέκνο του κόντε Ρωμα και της «μητέρας», του Λονδίνου, άρχισε να «γράφει μέλη», το… 1817. (Χοχοχοχοοοοοο)

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ο Λάμπρος οι Υψηλάνται και ο Φοίνικας

Με την ευκαιρία της εισβολής στις 18/19 Μαίου 1792 της Μεγάλης Γερμανίδας Αρκουδας στην Πολωνία με πρόταση
των Ρότσιλντ. Έτσι η Αρκούδα αντί για την Πόλη,
πήγε στη Βαρσοβία.

του Σπύρου Χατζάρα

Το όραμα για την απελευθέρωση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, «με το σπαθί και την φωτιά», διατυπώθηκε από τον απεσταλμένο του Αλέξανδρου Υψηλάντη , τον εξάδελφό του Αλέξανδρο Μουρούζη, το 1781, στην Στοά του Αγίου Ανδρέα στην Ερμανούπολη.

Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στο Βουκουρέστι, λειτουργούσε από το 1780, υπό την κάλυψη του Αλ. Υψηλάντη, η πρώτη « Εταιρία των Φίλων», η οποία, όπως γράφει ο Πρωτοψάλτης, ήταν «ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση , στην οποία μετείχαν εκτός των Ελλήνων και εντόπιοι Βλάχοι» .

Στην πρώτη « Εταιρία των Φίλων», συμμετείχαν και τα παιδιά του ηγεμόνα, ο εικοσάχρονος Κωνσταντίνος, και ο δεκαοκτάχρονος Δημήτριος, καθως και οι αξιωματικοί των 58 ελληνικών λόχων ,που είχε συγκροτήσει στη Βλαχία ο Υψηλάντης. Το 1782 που ο Υψηλάντης ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη εμπιστευόμενος τη ζωή του στον φίλο του Πόντιο βεζίρη, Ιτζέτ Αχμέτ Πασά , και η «Εταιρεία των Φίλων», έμεινε εν υπνώσει , η «πεφωτισμένη» Μ. Αικατερίνη της Ρωσίας, υπέβαλε στον επίσης «πεφωτισμένο» Ιωσήφ Β' της Αυστρουγγαράις, το «Ελληνικό» της σχέδιο, του οποίου εμπνευστής υπήρξε ο Γρηγόρης Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν.

Οι επαφές των δύο αυτοκρατόρων , «που ήσαν πλασμένοι από την θεία πρόνοια να συμφωνούν», κατέληξαν μετά από 4 χρόνια, σε ένα γενικό σχέδιο διανομής του «Μεγάλου ασθενούς», σύμφωνα με το οποίο:
1) Η Ρωσία θα καταλάμβανε το Ότσακώφ , την Κριμαία, τη Γεωργία, τον Καύκασο, και θα έπαιρνε δύο νησιά στο Αιγαίο, «χάριν των εμπορικών της συμφερόντων».
2) Το Βελιγράδι και η Σερβία, η Βοσνία- Ερζεγοβίνη μέχρι των εκβολών του Δρίνου και τη λίμνη Σκόδρα, η Ολτενία, (Μικρά Βλαχία) μέχρι τον ποταμό Ολτ,
( Αλούτα), το Βιδίνι, το λιμάνι της Όρσοβα επί του Δουνάβεως, και η Δαλματία, (που θα την αφαιρούσαν από τη Βενετία), θα περνούσαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
3)Η Βενετία, που είχε αποδεχθεί το σχέδιο και ήταν «αφανής» σύμμαχος, θα έπαιρνε πίσω τις παλιές ελληνικές κτήσεις της, την Κύπρο, την Κρήτη, και την Πελοπόννησο.
4) Επί των ερειπίων του Οθωμανικού Κράτους θα εδημιουργούντο δύο νεα κράτη, το Δακικό και το «Ελληνικό βασίλειο», που επίσης ονομαζόταν, «ανατολική αυτοκρατορία», που θα είχαν ορθόδοξους ηγεμόνες. Το «βασίλειο των Δακών», θα περιελάμβανε την Βεσσαραβία, την Μολδαβία , τη νότια Ποντόλια, και την Μπουκοβίνα.

Στο «Βασίλειο των Ελλήνων», που θα είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θα ανήκαν οι περιοχές νότια του Δούναβη, (η Δοβρουτσά και η σημερινή Βουλγαρία, η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Στερεά, η Αλβανία ,το Μαυροβούνιο, και παράλια της Μικράς Ασίας και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου.

Η Αικατερίνη προόριζε για τον θρόνο της Δακίας τον αγαπημένο της πρίγκιπα Ποτέμκιν, και για τον θρόνο του ελληνικού βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη, τον εγγονό της Κωνσταντίνο, γύρω από τον οποίο υπήρχε μια ομάδα προσφυγόπουλων , όπως ο γεννημένος το 1770 Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Κουρούτας , που αργότερα έγινε στρατηγός, και ο επίσης γεννημένος το 1770 Χιώτης Ιωάννης Καραγεώργης, που αργότερα παντρεύτηκε τη νόθα κόρη της Αικατερίνης και του Ποτέμκιν, Ελισάβετ.

Για να κάνουν το σχέδιο «ελκυστικό» στις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Ιωσήφ και η Αικατερίνη, προσέφεραν την Αλγερία στην Ισπανία, τη Λιβύη και την Τυνησία στην Αγγλία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, και τον Λίβανο στη Γαλλία. Το οθωμανικό κράτος, θα περιοριζόταν στην Ανατολία, το Ιράκ, την Ιορδανία και την Αραβία.
Η Πολωνία, θα έμενε ως είχε.

Η πρώτη αντίδραση από πλευράς των Ελλήνων εκδηλώθηκε το 1785, με το «Ελληνικό» σχέδιο, που υπέβαλε στον Ιωσήφ Β' και μέσω εκείνου στην Μ. Αικατερίνη, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που διατηρούσε αλληλογραφία με τον καγκελάριο της Αυστρίας Ιωσήφ, Κάουνιτς, το οποίο «ενεκρίθη».
Προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, εμφανίστηκε στο Ιάσιο, και ο «πολιτικός φορέας», της «Ρουσογραικίας», που ήθελε να δημιουργήσει η Αικατερίνη, μέσα από την Στοά «Φοίνιξ», που ίδρυσε , με την έγκριση της μητέρας Στοάς της Βιέννης, ο «πεφωτισμένος» Αλέξανδρος Ι. Μαυροκορδάτος, που διορίστηκε ηγεμόνας της Μολδαβίας . Με τα «σούρτα- φέρτα» των «αποστόλων» στα σχέδιο εντάχθηκαν και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, που συγκρότησαν την «Ομοσπονδία των αρματωλών», υπό τον Ζαχαριά.

Η Στοά «Φοίνιξ», κάλυπτε τη δράση της ομώνυμης μυστικής εταιρίας , που διαδέχθηκε την «Εταιρία των Φίλων», ως η ελληνική μυστική απελευθερωτική οργάνωση, η οποία θα εργαζόταν προς όφελος των Ελλήνων, αλλά και του ίδιου του Μαυροκορδάτου, που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο Ρωσικό του παρελθόν και την Αυστριακή πολιτική, ώστε να γίνει ανεξάρτητος ηγεμών μετά τον αναμενόμενο, 8ο Ρώσσο-τουρκικό πόλεμο. Η «μυστική εταιρία» , διαδόθηκε ταχέως , όπως αναφέρει και ο Ε.Γ. Πρωτοψάλτης, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μολδοβλαχία, στη Στερεά, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, και τη νησιώτικη Ελλάδα, και απέκτησε μέλη και παραρτήματα στη Βιέννη, τη Μόσχα, τη Νίζνα, και την αγία Πετρούπολη . Τα μέλη του «Φοίνικα» , ήσαν κατά κύριο λόγο οι έλληνες έμποροι, στα εμπορικά κέντρα, και διανοούμενοι. Οι περισσότεροι ήσαν Τέκτονες, διότι η διάδοση της «εταιρείας», έγινε μέσω των «Στοών» της Ανατολής, στην Κωνσταντινούπολη τη Σμύρνη, και τα Επτάνησα.

Oι «πράκτορες» της Αικατερίνας, που διέσχιζαν και πάλι τον ελληνικό χώρο, όπως και στα Ορλωφικά, για να ξεσηκώσουν τους Έλληνες σε επανάσταση, ήσαν άνθρωποι συνδεδεμένοι με τον «Φοίνικα». Παράλληλα, για τον καλύτερο συντονισμό της προσπάθειας, η Μεγάλη Αικατερίνη, διόρισε ως Ρώσο πρόξενο στην Κέρκυρα, τον Λυμπεράκη Μπενάκη γιό του Παναγιώτη, και εγγονό του Λυμπέριου Γερακάρη, που ήταν η ψυχή της όλης κίνησης.

Ο Λυμπέριος Μπενάκης, κατά τα Ορλωφικά, κατατάχθηκε στο ρωσικό στόλο, (όπως και ο Λάμπρος Κατσώνης), και το 1774 προήχθη σε ανθυπολοχαγό.
Το 1776, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να επιτύχει στα πλαίσια των ρωσο-τουρκικών διαπραγματεύσεων, την αποκατάσταση της περιουσίας του. Επέστρεψε στη Ρωσία, στην Κριμαία, και το 1783 προήχθη σε ταγματάρχη, και μετά διορίσθηκε γενικός πρόξενος στην Κέρκυρα, όπου συνδέθηκε στενά με την οικογένεια Καποδίστρια. Διορίστηκαν ακόμα ο πρώην αρματολός Ζαγορίσκος ως υποπρόξενος, στην Ζάκυνθο, ο υπολοχαγός του Ρωσικού στρατού Πάνος Μητσικέλης πρόξενος στην Ήπειρο, ο ταγματάρχης Λουίτζι Σωτήρης στη Χειμάρα , και στην Κεφαλληνία ο πρίγκιπας Δ. Κομνηνός, οι οποίοι είχαν οδηγίες να έρθουν σε επαφή με τους κυριότερους κατά τόπους οπλαρχηγούς και άρχοντες, για να προετοιμάσουν το κίνημα. Από ρωσικής πλευράς γενικός συντονιστής ήταν, ο Ρώσος πρέσβης στη Βενετία στρατηγός Ιβάν Ζαμπορόβσκι , ο οποίος έλαβε οδηγίες «να ενεργήσει για την εξέγερση των ορθοδόξων λαών»,(Έλληνες και Σέρβοι), να συνάψει στενές σχέσεις με τους έλληνες στο Αιγαίο και την Ήπειρο, «προσέχοντας να μην τους δυσαρεστήσει» και «ακλουθώντας τις προτάσεις τους», ώστε,«να επιτύχει να αποσπάσει την εμπιστοσύνη τους», προς τη Ρωσία. Οι διαφωνίες των Ελλήνων, με το σχέδιο Ποτέμκιν, αφορούσαν προφανώς την τύχη της Πελοποννήσου, της Κρήτης, και της Κύπρου. Ούτε ο Μπενάκης, ούτε ο Κομνηνός μπορούσαν να δεχθούν τη νέα Ενετοκρατία .

Οι οδηγίες προς τον Ζαμπορόβσκι, αποκαλύπτουν την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην επανάσταση του 1770, και το ελληνικό επαναστατικό κίνημα, που άρχισε να δημιουργείται το 1785. Τα «Ορλωφικά», δεν είχαν πίσω τους οργανωμένο πολιτικό φορέα. Ήσαν κίνημα προσωπικοτήτων, που πείστηκαν ή παρασύρθηκαν από τη ρωσική προπαγάνδα και τις υποκειμενικές τους επιθυμίες. Τ ο κίνημα του 1785, που καλλιεργήθηκε από τη ρωσική προπαγάνδα, είχε πίσω του έναν πολιτικό φορέα, που είχε προτάσεις για τα ελληνικά συμφέροντα, και υποστήριξε πολιτικά τον Λάμπρο. Το φθινόπωρο του 1786 στην Πόλη , ή φιλοπόλεμη μερίδα των Τούρκων είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Σε αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και συσκέψεις εξετάσθηκε ο κατάλογος των απαιτήσεων , για την Κριμαία, τον Καύκασο, και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, πού έχει φέρει από την αγία Πετρούπολη ό ειδικός απεσταλμένος της Τσαρίνας Λάσκαροφ. Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε και την παραμικρή παραχώρηση. Παράλληλα η πολιτική δραστηριότητα του Μαυροκορδάτου στο Ιάσιο, και οι επαφές του μέσω του δικτύου του «Φοίνικα», οι συζητήσεις και τα σχέδια για την απελευθέρωση από τον Τουρκικό Ζυγό , των Ελλήνων, και των άλλων υποδούλων λαών της Βαλκανικής , έφτασαν και στα αυτιά των Τούρκων. Ο μεγάλος ενθουσιασμός που επικρατούσε, λόγω του επικείμενου πολέμου, οδήγησε στην ευρύτερη διάδοση των πληροφοριών οπότε οι ανταγωνιστικές «Φαναριώτικες» οικογένειες των μεταφραστών κάρφωσαν τα σχέδια του Μαυροκορδάτου στις διπλωματικές αποστολές της Αγγλίας και της Γαλλίας που με τη σειρά τους κατέδωσαν τους Ρώσους στους Τούρκους.
Το Φιρμάνι για την καθαίρεση τού ηγεμόνα της Μολδαβίας, υπογράφηκε στην Πόλη στις 3 /14 Δεκεμβρίου 1786 και έφτασε Ιάσιο 9 μέρες μετά.
Ο Μαυροκορδάτος, δεν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Την νύχτα της 25ης προς την 26η ‘Ιανουαρίου τού 1787, μετά από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόξενο στο ‘Ιάσιο, έγινε «Φυραρής» . Το βράδυ τής 27ης πέρασε τον Δνείστερο και εισήλθε στο πολωνικό έδαφος. Λίγες μέρες αργότερα, έφτασε στις όχθες τού Δνείπερου, για να ζητήσει την προστασία της Αικατερίνης και να βρει καταφύγιο στην ρωσική επικράτεια . Μαζί του ήσαν 30 άτομα. Ανάμεσα τους ο Αντώνης Ζαγοραίος, ο μετέπειτα Ρήγας Φεραίος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην τρίτη ιστορία του μυθιστορήματος του Μαυροκορδάτου, «Έρωτος Αποτελέσματα», που εκτυλίσσετο στην Πολτάβα, τόπο της πρώτης εγκατάστασης του Φυραρή , στην ρωσική επικράτεια.

Ο εξωμότης ,Πόντιος Βεζύρης, Γιουσούφ πασάς, που ηγείτο της φιλοπόλεμης και αγγλόφιλης παράταξης, μαζί με τον Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά, διόρισαν αντικαταστάτη τού Μαυροκορδάτου, έναν δικό τους άνθρωπο, τον ‘Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος ωστόσο, είχε και την υποστήριξη της Ρωσίας καθώς και της Αυστρίας, λόγω και του υπομνήματος του, στον οποίο ανέθεσαν τη διοίκηση των τουρκιών δυνάμεων στον Δούναβη, ενώ ο Ρήγας , που προήρχετο από τον «οίκο των Υψηλαντών», επέστρεψε στο Ιάσιο, και ανέλαβε τον συντονισμό του Φοίνικα και του δικτύου του.
Στο πλαίσιο τής προετοιμαζόμενης σύρραξης, από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο τού 1787 (οπότε ή Τουρκία κήρυξε τον Πόλεμο κατά τής Ρωσίας), το ζήτημα του Μαυροκορδάτου περιελήφθη στις διακοινώσεις, και τα τελεσίγραφα των αντιπάλων .
Η τουρκική πλευρά ζητούσε να της παραδοθεί ο φυγάδας έκπτωτος ηγεμόνας, αλλά αντιμετώπισε την κατηγορηματική άρνηση της Τσαρίνας. Τον Ιανουάριο του 1787, η Μ. Αικατερίνη ξεκίνησε από την Αγία Πετρούπολη, μια εξάμηνη «θριαμβευτική περιοδεία» προς τη Νέα Ρωσία , για «να γνωρίσει από κοντά την ανορθωμένη οικονομική και αμυντική κατάσταση στα απελευθερωμένα εδάφη». Στην επίσημη συνοδεία της αυτοκράτειρας συμμετείχαν, ως προσκεκλημένοι, και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας και της Γαλλίας , οι οποίοι θα έπρεπε να αναφέρουν στις κυβερνήσεις τους, την πολεμική ισχύ της Ρωσίας και την ετοιμότητα της για τον αναμενόμενο πόλεμο με την Τουρκία στη Μαύρη Θάλασσα.
Η «παράσταση», για την τη λατρεία και την αφοσίωση των Ελλήνων στην Αικατερίνη, από την οποία περίμεναν την λύτρωση των σκλάβων αδελφών τους, άρχισε από τη Νίζνα, όπου ενσωματώθηκε στην «αυλή» και ο Μαυροκορδάτος. Στην Κριμαία, όπου έφτασε στα τέλη Μαΐου , την ανέμεναν ο «πεφωτισμένος», αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄, (που συμμετείχε στην συνέχεια της περιοδεία με το ψευδώνυμο «κόμης Φαλκενστάιν»), και ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάβ-Αύγουστος Πονιατόφσκι.
Η Μ. Αικατερίνη και οι προσκεκλημένοι της, επιθεώρησαν τις οχυρώσεις και τις ναυτικές υποδομές της Σεβαστούπολης, και στις 24 Μαΐου/4 Ιουνίου, στον δρόμο προς την Μπαλακλάβα, στις εννέα το πρωί, συνάντησαν το πρώτο γυναικείο στρατιωτικό σώμα στη σύγχρονη ιστορία, τον λόχο των ελληνίδων αμαζόνων, που είχε δημιουργήσει ο Ποτέμκιν. Εκατό έφιππες «Αμαζόνες», αρματωμένες με μακρύκαννα τουφέκια με επικεφαλής την διοικητή τους Ελένη Σαράντη, (σύζυγο του Ιωάννη Σαράντη, αδελφού του αντισυνταγματάρχη του Τάγματος της Μπαλακλάβα Πάβελ Σαράντοβ) , ήταν παραταγμένες σε μια ψευτο-δεντροστοιχία από πορτοκαλιές, λεμονιές και δάφνες.
Στο σημείο αυτό συνενώθηκαν με τον «λόχο των Αμαζόνων» οι έλληνες πρόσφυγες των Ορλοφικών από τη Μπαλακλάβα.
Στην τελετή της υποδοχής, πρωτοστατούσε ο Έλληνας ιερέας του Τάγματος της Μπαλακλάβα, Ανανίας. Στο τέλος της περιοδείας, η Μεγάλη Αικατερίνη και ο «κόμης Φαλκενστάιν», εισήλθαν στη Χερσώνα περνώντας κάτω από κάτω μια αψίδα που έγραφε στα ελληνικά, «προς το Βυζάντιο», και έμειναν τρείς μέρες στην πόλη, όπου τότε ζούσε και ο Ευγένιος Βούλγαρης, και ολοκλήρωσαν τις συμφωνίες για τον επικείμενο πόλεμο.
Η ώρα της «χριστιανικής σταυροφορίας» στην Ανατολή πλησίαζε. Στο πολεμικό «μανιφέστο» της Αικατερίνης, πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, η Τσαρίνα, προσκαλούσε όλο τον χριστιανικό κόσμο να ενώσει «τις ευχές και τις δυνάμεις του, εναντίον τού εχθρού τής Χριστιανοσύνης»,και καλούσε τον ορθόδοξο κλήρο και τον κάθε Έλληνα, κατά τη γραφή του Π. Χιώτη, «…να συμεθέξωσι προς την επιθυμίαν της, εις το να ελευθερώση την ορθόδοξον εκκλησίαν από τον θεοστηγή Τουρκικόν ζυγόν.
Να λάβωσι τα όπλα και να υπάγωσι να αποδιώξωσι τους εχθρούς του χριστιανικού ονόματος εκ των τόπων, ους αδίκως αφήρπασαν, και να αναλάβωσιν οι Έλληνες την αρχαίαν των ελευθερίαν και εθνικήν ανεξαρτησίαν….». Η διακήρυξη της Μ.Αικατερίνης , στην οποία γινόταν αναφορά στον φόνο τού ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (το 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ό ‘Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη, και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , η οποία και του έδωσε άσυλο, όπως είχε υποχρέωση», μοιράστηκε σε χιλιάδες αντίτυπα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα Επτάνησα, με ευθύνη των προξένων της Ρωσίας.

Οι επιχειρήσεις των Τούρκων άρχισαν στον Δνείστερο, στο «θέατρο» της Ουκρανίας, και στόχευαν στην ανακατάληψη της Κριμαίας.
Η Τουρκική επίθεση αποκρούστηκε τον Οκτώβριο από τον στρατηγό Σουβαρόφ. Την ίδια εποχή, ο ταγματάρχης του ρωσικού στρατού Λάμπρος Κατσώνης, στάλθηκε από τον Ποτέμκιν, «ανεπίσημα», στην Ελλάδα, ο δε Μυκονιάτης Αντώνιος Ψαρρός , εστάλη στις Συρακούσες , με τον τίτλο του στρατηγού και με άφθονα χρηματικά μέσα, για να διοργανώσει την επανάσταση των Χριστιανών τής Βαλκανικής, και ιδίως των Ελλήνων, που έπρεπε να αρχίσει μόλις εμφανιζόταν στο Αιγαίο, η Ρωσική μοίρα της Μεσογείου, που προετοιμαζόταν στον ναύσταθμο της Κροστάνδης.
Διοικητής του ρωσικού κρατικού στόλου στη Μεσόγειο, σε αντίθεση με τη μοίρα του Κατσώνη που ήταν «ιδιωτικού δικαίου», ήταν ο εγγλέζος υποναύαρχος Γκίμπς , που προσέλαβε έναν Μαλτέζο καπετάνιο τον Γουλιέλμο Λορέντσο, που ουδέν προσέφερε στον Κατσώνη, αλλά αντίθετα λεηλάτησε ελληνικά νησιά, ενώ ο Ψαρρός, βασικά κοίταξε να επωφεληθεί από τη διαχείριση.

Ο Λάμπρος Κατσώνης, έφυγε από το στρατόπεδο του Ποτέμκιν, που πολιορκούσε το Ουσακόφ , με 6 Έλληνες συντρόφους του, έχοντας την άδεια να υψώσει τη Ρωσική πολεμική σημαία σε δεκαοκτώ καράβια, και ταξίδεψε δια ξηράς μέχρι την Τεργέστη. Στη Βιέννη έγινε ενθουσιωδώς δεκτός, και το παράρτημα της «Εταιρίας του Φοίνικα» , και δημιούργησε ερανική επιτροπή για τη χρηματοδότηση της επανάστασης.
Ο ίδιος μηχανισμός μερικά χρόνια αργότερα στήριξε τον Ρήγα. Μεταξύ των Ελλήνων της αυστριακής πρωτεύουσας επικρατούσε η πεποίθηση ότι επιτέλους είχε έλθει ή ώρα τής συντριβής τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ή απελευθέρωση τής Πατρίδας. «Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι».

Τα βλέμματα όλων των Ελλήνων είχαν στραφεί στη σκλάβα πατρίδα και όλοι ετοιμάζονταν να τη βοηθήσουν να σπάσει τα δεσμά της.
Οι ενθουσιώδεις επικλήσεις του Κατσώνη τους εύρισκαν όλους πρόθυμους για θυσίες για την μεγάλη ιδέα. Οι νέοι έτρεχαν να καταταγούν στα πληρώματα του στόλου πού ετοιμαζόταν. Όπως έγραφε ο Κ. Κούμας « Ταύτην τήν φοράν, έφαίνοντο οί Τούρκοι ότι δεν θέλουν αποφύγει την μοίραν των».

Στο μέτωπο του Δούναβη, η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία
στις 9 Φεβρουαρίου 1788. Ο Ιωσήφ βρισκόταν στο μέτωπο του Βελιγραδίου, και από το Σεμλίνο,(Ζέμουν), εξέδωσε την πολεμική του διακοίνωση, προς τις ευρωπαϊκές αυλές στην οποία ανέφερε : «Επέστη ό χρόνος, κατά τον οποίο , εμφανιζόμενος ως εκδικητής της ανθρωπότητος , αναλαμβάνω να αποζημιώσω την Ευρώπη δια όσα έπαθεν άλλοτε δεινά υπό των κανιβάλων Τούρκων και ελπίζω να αποκαθάρω τον κόσμο, φυλής βαρβάρου, που για τόσον χρόνο ήτο ή μάστιξ αυτού» Ανατολικότερα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, που βρισκόταν σε επαφή με τη Βιέννη, και τη Ρωσία, «αιφνιδιάστηκε», και ο στρατηγός Freiherr von Laudon κατάλαβε το Ιάσιο, τον Απρίλιο του 1788, συλλαμβάνοντας τον αιχμάλωτο.
Η Τουρκική αντεπίθεση, ανάγκασε τους Αυστριακούς να υποχωρήσουν και η Πύλη διόρισε, με την υποστήριξη του γηραιού Χασάν Τζαζαερλή Καπουδάν Πασά , ηγεμόνα και της Μολδαβίας, τον Νικόλαο Μαυρογένη, στον οποίο ανατέθηκε η αρχιστρατηγία των τουρκικών δυνάμεων.
Στη Βιέννη, «ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι» του δύστυχου Ιωσήφ, που κήρυξε τον πόλεμο κατά των «κανιβάλων Τούρκων», παρά την αντίθεση της «μητέρας του Κόσμου». Το εσωτερικό μέτωπο κατέρρευσε. Η στοά της Βιέννης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση και τον κατήγγειλε ότι πρόδωσε τις αρχές της «πεφωτισμένης δεσποτείας».
Οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν και για πρώτη φορά στη Βιέννη, οι πεινασμένοι λεηλάτησαν αρτοποιεία , ενώ ο «φόβος» της υποχρεωτικής στράτευσης, οδήγησε πολλές αριστοκρατικές οικογένειες να εγκαταλείψουν τη Βιέννη. Ωστόσο μετά την άφιξη στο μέτωπο του Δούναβη, της Ρωσικής δύναμης που ενώθηκε με τους Αυστριακούς, οι Τούρκοι υπέστησαν δύο συντριπτικές ήττες τον Ιούλιο του 1789 στη Φωξάνη και τον Σεπτέμβριο στο Μαρτινέστι, και υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Στις 8 Οκτώβριου οι Αυστριακοί κατέλαβαν το φρούριο του Βελιγραδίου, και στις 6 Δεκεμβρίου, οι Ρώσοι υπό τον στρατηγό Ποτέμκιν κατέλαβαν το Φρούριο του Ουσακόφ. Παράλληλα ο τουρκικός στόλος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει, στη Μαύρη Θάλασσα, τον ρωσικό, που διοικούσε ο Φιόντορ Ουσακόφ. Έδωσε τέσσερεις ναυμαχίες, και υποχώρησε σε όλες, με απώλειες. Ο 8ος ρώσο-τουρκικός πόλεμος, είχε ουσιαστικά τελειώσει τον χειμώνα του 1789.

Ο τουρκικός στρατός είχε καταρρεύσει, και είχε υποστεί τεράστιες απώλειες ενώ η τακτική και τεχνολογική αδυναμία του ήταν ολοφάνερη. Ο δρόμος για την Κωνσταντινούπολη ήταν ανοιχτός. Τα πράγματα όμως, δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν, οι Έλληνες, ο Υψηλάντης , ο Μαυροκορδάτος, και ο Κατσώνης.

Οι διπλωματικές προσπάθειες της Αγγλίας, με τη βοήθεια και του «Φωτός» της μητέρας του Κόσμου», απέτρεψαν, την προέλαση των ρωσικών και των Αυστριακών στρατευμάτων στο νότο. Η Ελλάδα δεν επρόκειτο να απελευθερωθεί με το «σπαθί και τη φωτιά». Το Λονδίνο προσεφερε στην Αικατερίνη την Πολωνία.

Περισσότερα για την συναρπαστική συνεχεία στο Βιβλίο μου 
"Η Επανάσταση των Φιλογενών".

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δεν έγινε αρχηγός της ανύπαρκτης «Φιλικής» στις 12 Φεβρουαρίου 1820!

Γράφει ο Σπύρος Χατζάρας

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις 31 Μαρτίου/12 Απριλίου 1820, στην αγία Πετρούπολη, υπέγραψε το ακόλουθο απέριττο πρωτόκολλο , με το οποίο αναγνωρίστηκε ως Γενικός Έφορος της «Ελληνικής Εταιρίας», το οποίο σώζεται στον κατάλογο χειρογράφων της «Φιλικής Εταιρίας», με τον αριθμό 642.
«Κατά την άπαξ εγκριθείσα γνώμη, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετά ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Έφορον Γενικόν της Ελληνικής Εταιρίας τον εκλαμπρότατον Πρίγκιπα κύριον Αλέξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύει και επιστατεί εν πάσιν, όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρία. Εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών. Εν Πετρουπόλι τη 12 Απριλίου 1820. Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάννης Μάνος, Εμμανουήλ Ξάνθος»

Επομένως, όπως προκύπτει από τις υπογραφές , οι  παρόντες , ήσαν τουλάχιστον τρεις. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμανουήλ Ξάνθος .
Το έγγραφο, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1859, από τον Ιωάννη Φιλήμονα , ως το «ντοκουμέντο» ανάθεσης δήθεν της αρχηγίας της Εταιρίας των Φιλικών. Όμως πρόκειται για καθαρή λαθροχειρία.
Ο Υψηλάντης ανέλαβε Γενικός Έφορος της «Φιλομούσου και Φιλανθρώπου Γραικικής Εμπορικής Εταιρίας», που ήταν «το ταμείο της Επανάστασης» και της οποίας το καταστατικό μετέφερε στον Υψηλάντη ο Ξάνθος.

Ο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, το 1964 έγραφε, ότι μετά από συνεννόηση του Υψηλάντη, με τα μέλη της Εταιρίας στη Μόσχα, «ετέθη σε λειτουργία η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», δια της οποίας ηλπίζετο να συγκεντρωθούν πολλά εκατομμύρια για την Εθνικήν Κάσσαν», την οποία ο Υψηλάντης σε επιστολή του τον Ιούλιο του 1820, ονόμαζε «φιλογενική Κάσσαν», γράφοντας: «Εντιμότατοι και ευγενέστατοι κύριοι Επίτροποι της εν Μόσχα Φιλογενικής Κάσσας».

Από το «πρακτικό ανάθεσης» , προκύπτουν αυτομάτως μια σειρά από σοβαρά ερωτήματα. 1)Γιατί αναφερόταν η Ελληνική Εταιρία και γιατί πουθενά δεν αναφερόταν η «Φιλική Εταιρεία»; 2) Ποιος ήταν ο Ιωάννης Μάνος, που «εισέβαλε» με την υπογραφή του στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης;
3) Ποια ήσαν «τα μέλη», που συσκέφθηκαν, και μετά από έρευνα, αναγνώρισαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως Γενικό Έφορο της Ελληνικής Εταιρίας; 4) Που και πότε έγινε η σύσκεψη των μελών;
Και τέλος τι ακριβώς σημαίνει, η φράση,«εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών»;

Ο ένας από τους τρεις, που υπέγραψαν το πρωτόκολλο, ο Ξάνθος, περιέγραψε στα ψευδή απομνημονεύματά μια διαδικασία ανάθεσης της αρχηγίας στον Υψηλάντη, λέγοντας ότι, απελπισμένος από την άρνηση του Καποδίστρια, «έστρεψε τον στοχασμό του στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πήγε εις επίσκεψιν του». Αφού , παρέθετε έναν « θεατρικό» διάλογο, με τον Πρίγκιπα που, «τον υπεδέχθη ευμενώς », ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν χαραγμένος στην μνήμη του, και τον θυμόταν στα 1845, είκοσι πέντε χρόνια μετά, έγραφε με δραματικό τόνο: « Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε: Δός μοι, Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε», και μόνον κατόπιν της χειραψίας, ομολόγησε στον Υψηλάντη, ότι η επίσκεψη του στην Αγία Πετρούπολη έγινε «για άλλην σοβαρότερη αιτία», την οποία θα του την εξηγούσε, την επόμενη μέρα.
«ο Πρίγκιψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρι της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεως του ( την οποία ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδελφούς του παρ’ οις και ευρίσκεται) , ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής , έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία δια να υπογράφηται Α.Ρ, και ούτως εκατορθώθη δι’αυτού ο σκοπός της Εταιρίας».

Σύμφωνα με την «κατάθεση» του ψευδομάρτυρα Ξάνθου η διαδικασία, ανάθεσης της αρχηγίας στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κράτησε δύο μέρες.
Η πρώτη επαφή έγινε την Κυριακή 11 Απριλίου/ 31 Μαρτίου 1820, όταν πήγε και «χτύπησε την πόρτα» του Υψηλάντη, και η «μύηση» άρχισε και ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου. Η περιγραφή του όμως, είναι πολύ παράξενη. Θυμόταν με λεπτομέρειες τον πρώτο διάλογο που είχε με τον Υψηλάντη αλλά είχε ξεχάσει την παρουσία του Ιωάννη Μάνου, και δεν θυμόταν αν μεσολάβησε κάποιος για να τον δεχθεί ο Υψηλάντης, και κυρίως παρέκαμψε με το σχήμα «απελπίστηκε- στράφηκε», τρεις ολόκληρους μήνες, από τις αρχές Ιανουαρίου, που ισχυρίστηκε ψευδώς ότι συνάντησε τον Καποδίστρια ως τις 11 Απριλίου.

Ο Ξάνθος , αναφερόταν, σε «έγγραφο ομολογία περί της πίστεως και αφοσιώσεως», την οποία έστειλε στους «εν Μόσχα συναδελφούς», ωστόσο, οι «εν Μόσχα», παρέδωσαν το έγγραφο αυτό αργότερα, στα αρχεία του ελληνικού κράτους, και το ίδιο το κείμενο τον διαψεύδει, αφού είναι ένα λιτό, «επαγγελματικό» κείμενο ανάθεσης και αποδοχής, μία «απόδειξη», χωρίς όρκους, και το οποίο είναι αρκούντως αμφίσημο.

Η τύχη του πρωτοκόλλου περιγραφόταν κάπως διαφορετικά δύο χρόνια πριν τα απομνημονεύματα, στο υπόμνημά που υπέβαλε προς την Εθνική Συνέλευση , στις 15 Δεκεμβρίου 1843. «Ούτος, (ο Υψηλάντης), αποδεχθής μετά προθυμίας και ενθουσιασμού, ητοιμάσθη εις την εκπλήρωσιν του σκοπού, αφού πρότερον υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο, το οποίο παρακατέθεσα εις τους κυρίους Νικόλαο Πατσιμάδη και Αντώνιο Κομιζόπουλο». Το έστειλε η το «παρακατέθεσε»; Μέσα σε δύο χρόνια τα λέει διαφορετικά , και ήταν «ύποσχετικόν έγγραφο»(1843), ή «ένορκος βεβαίωση»(1845). Μπορεί βέβαια και να μη θυμόταν. Θυμόταν όμως, τις «ατάκες», του θεατρικού διαλόγου. Οι αντιφάσεις των ψευδών «καταθέσεων» του Ξάνθου, είναι κραυγαλέες.

Το 1843 έγραφε ότι ο Υψηλάντης «υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο», αλλά το «πρακτικό ανάθεσης» που βρίσκεται στα αρχεία του ελληνικού Κράτους, δεν είναι «υποσχετικό έγγραφο», κατά κανένα τρόπο. Η «παραλλαγή», του 1845 , «και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν», δεν στηρίζεται πουθενά. Η ορκωμοσία, που αναφέρει ο Ξάνθος, για την είσοδο του Υψηλάντη, στην «εταιρία των Φιλικών», δεν έγινε, παρουσία του, και άλλωστε ο Ξάνθος δεν είχε να μας παρουσιάσει το «αφιερωτικό γράμμα» του αρχηγού, αλλά και ούτε ποτέ κατατέθηκε ένα τέτοιο έγγραφο, αργότερα, από άλλον, στα Αρχεία του κράτους όπως έγινε με το «πρακτικό» του Γενικού Εφόρου.

Τα γεγονότα , περί την «μύηση» του Υψηλάντη στην «Εταιρία» και την ανάληψη της αρχηγίας του Αγώνα, τα περιέγραψε διαφορετικά στην αυτοβιογραφία της η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ , όπως τα άκουσε από τον ίδιο .

«Τον χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρίας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με τους Έλληνες του Μωρία και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά. Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της, ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες, η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β. Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά- σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι. Με λίγα λόγια λοιπόν, εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον, του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσον ενδόξου όσον και επικινδύνου εγχειρήματος. Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και τον εβεβαίωσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης. Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφθεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επιδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού φίλο του και του επανέλαβε αυτό που είχε πει πολλές φορές τους συμπατριώτες του, ότι ακόμα και αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον Τσάρο Αλέξανδρο να κηρυχθεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υπόθεσης η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με το μέρος της Ελλάδας».****

Η περιγραφή της Λούλου Τύρχαϊμ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Ξάνθου. Η διαδικασίας «μύησης», και παράλληλα η διαπραγμάτευση κράτησε αρκετές εβδομάδες , σύμφωνα με όσα της έλεγε ο Υψηλάντης, ενώ ο Ξάνθος υποστηρίζει, ότι όλα έγιναν σε δύο μέρες. Για την εξέλιξη της μύησης του Υψηλάντη, όπως έγραφε η Τύρχαϊμ ενημερωνόταν ο Καποδίστριας που ήταν, «πληροφορημένος για όλα», ενώ «στο τέλος της διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η μύηση, έδειξαν στον Υψηλάντη τους καταλόγους» με τα ονόματα των μυημένων.
«Τα επίσημα πρόσωπα» της Εταιρίας, υποστήριζε η Τύρχαϊμ, μίλησαν στον Υψηλάντη, για την ανάπτυξη του κινήματος στην Πελοπόννησο, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, και του έλεγαν ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωριά, και σιγά-σιγά ο Υψηλάντης, «είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι». Ο Ξάνθος αντίθετα, θυμόταν ότι όλα έγιναν με ενθουσιασμό και σχεδόν ακαριαία: «Την επιούσαν, ο Ξάνθος, επήγεν εις αυτόν, του εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών»(!!).

****Λούλου Τυρχάϊμ. Lulu Thürheim. Mein Leben. Erinnerungen aus Österreichs grosser Welt. 1788-1819.(μετάφραση από τα γερμανικά του Καθηγητή Π.Κ.Ενεπεκίδη).

Περισσότερα στο Βιβλίο μου
"η Επανάσταση των Φιλογενών"

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

O Ψεύτης και πλαστογράφος μασόνος Ξάνθος

Ξεβρακώνω τους Μινχάουζεν , τους τενεκέδες και ψεύτες
δήθεν «ιστορικούς» «Εθνο- μασόνους» της Στοάς του Λονδίνου

Ο ψευδομάρτυρας και πλαστογράφος της Στοάς Εμμανουήλ Ξάνθος, στον οποίο έδωσε σύνταξη ο Ρότσιλντ όταν έκοψαν τη σύνταξη του τυφλού Νικηταρά και τον έστειλαν στην επαιτεία, εμφάνισε το 1845, συνεργαζόμενος με τον Φιλήμωνα, την τελική τέταρτη εκδοχή των πλαστών και γεμάτων από ψέματα απομνημονευμάτων του.
Είχαν προηγηθεί το «υπόμνημα προς Θεοχάρη» του 1835,το ανυπόγραφο μανιφέστο του 1837,το «υπόμνημα προς την Εθνοσυνέλευση» το 1843, και τα «απομνημονεύματα» του 1845, που έχουν μεταξύ τους ουσιωδέστατες διαφορές. Επειδή δε από το 1839, ο Φιλήμων και ο Ξάνθος συνέπλεαν, ουσιαστικά έχουμε μια πηγή.
Στην εισαγωγή του 1845 ο Ξάνθος ανέφερε και τα εξής καταπληκτικά:
«Εν μια των φιλικών συναναστροφών κατά το 1814, οι τρείς ούτοι φίλοι, συνομιλούντες περί της αθλίας καταστάσεως και τυραννίας εις ην οι ομογενείς υπέκειντο εις την Τουρκίαν και μάλιστα εις την Πελοπόννησον , την Ήπειρον και μερικάς νήσους , και ταλανίζοντες την σκληράν, τύχην του Έθνους, εμέφοντο την αδιαφορίαν ην οι χριστιανοί βασιλείς εις την εν Βιέννη Σύνοδον, μετά την πτώσιν και αποπομπήν εις την νησον Έλβαν του Ναπολέοντος, έδειξαν δι΄αυτό, εν ω σοφός τις εις Βιέννην εξέδωσε διατριβήν τινά εις φυλλάδιον , συμβουλεύων τους συμμάχους βασιλείς να στείλλωσι τα ηδη ενωμένα νικηφόρα στρατεύματα τους πέραν του Δουνάβεως, προς ελευθέρωσιν ενός παλαιού και ενδόξου Έθνους του ελληνικού , προ αιώνων δουλωμένου από άλλο βάρβαρον και ανεπίδεκτον πολιτισμού έθνος το Τουρκικόν κτλ. Αλλά η αουστριακή Κυβέρνησις ειδοποιηθείσα παρα του εκεί επιτετραμμένου της οθωμανικής Πόρτας Μαυρογένους εμπόδισε κατασχούσα το ρηθέν φυλλάδιον και ειπούσα ότι δεν υπάρχει εις τους κώδικας των εθνών Ελληνικόν Έθνος και άλλα τοιαύτα».

Σύμφωνα με τους πλαστογράφους μασόνους ιστορικούς και τους ψευδομάρτυρες , οι «τρείς φίλοι», συζητούσαν και εμέμφοντο την αδιαφορία, των χριστιανών βασιλέων, για την υπόθεση του ελληνικού έθνους, που επεδείχθη στο Συνέδριο της Βιέννης, το οποίο όμως που άρχισε με το παλιό ημερολόγιο που ακολουθούσαν στην Οδησσό, στις 2 Οκτωβρίου 1814.
Η δε συζήτηση για την Ελλάδα έγινε στην Ολομέλεια τον Δεκέμβριο, όταν είχε φθάσει στη Βιέννη ο Καποδίστριας και μετείχε στις διαπραγματεύσεις.
Η πλαστογραφία είναι απόλυτη.

Ο ψευδομάρτυρας της Στοάς Ξάνθος, το 1845 θυμόταν: «Μετά δε ταύτα κατεπείγουσαι υποθέσεις ηνάγκασαν τους μεν Σκουφά και Τσακάλωφ να απέλθωσι περί τον Σεπτέμβριον του αυτού έτους εις Μόσχαν, όπου αυτοί ετελειοποίησαν τον κανονισμόν αυτής, τον οποίον Εταιρίαν των Φιλικών ωνόμασαν, τον δε Ξάνθο περί τον Δεκέμβριον ομοίως να απέλθη εις Κωνσταντινούπολιν».
Οι τρείς «φίλοι» δεν ήσαν ποτέ μαζί όταν άρχισε το Συνέδριο της Βιέννης.
Το ημερολόγιο αποδεικνύει τα ψέματα που δεν θέλουν να βλέπουν οι πλαστογράφοι και ρουφιάνοι.

Ο αρχιμασόνος και οργανωτής της δολοφονίας του Καποδίστρια Διονύσιος Ρώμας επιστράτευσε ως «ψευδομάρτυρα» τον μασόνο Ξάνθο, ο οποίος ,«είχε ελεύθερες ιδέες και έτρεφε μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας», έτσι ώστε μόλις μυήθηκε στην «εταιρία των ελεύθερων Κτιστών», στη στοά της Λευκάδας, «συνέλαβε αμέσως την ιδέα, ότι μπορούσε να δημιουργηθεί μια μυστική εταιρία που θα ακολουθούσε τους κανόνες των ελεύθερων Κτιστών, η οποία θα συνένωνε τους καπετάνιους αρματολούς πού ήσαν στην Ελλάδα και αλλού, τους επίσημους, τους ομογενείς, και τον εμφάνισαν ως «συναρχηγό».
Έτσι διορθώθηκαν οι παραλήψεις της πρώτης «εκδοχής» που έγραψε το 1834
ο πλαστογράφος Φιλήμων ,ώστε να μην είναι απόντες οι «αδελφοί» της Ζακύνθου και της Πόλης.
Όπως λενε τα απομνημονεύματα του 1845, «Τότε ο Ξάνθος έλαβεν αφορμήν νά προτείνει είς τους ρηθέντας φίλους του την ήν συνέλαβεν ιδέαν, νά συστήσωσι μίαν έταιρίαν, σκοπον άμετάτρεπτον εχουσαν την ελευθέρωσιν της πατρίδος. Φανερώσας δέ είς αυτούς την είσοδον του είς τήν Εταιρίαν τών Μασσόνων καί τινα των σημείων αυτής, όσα έδύναντο νά προσαρμοσθώσιν εις αύτήν….».

Η μεγάλη πλάκα βεβαίως είναι ότι ο αδελφός τέκτων, Παναγιώτης Καραγιάννης, που μύησε τον ιδρυτή Ξάνθο, στη Στοά της Λευκάδας το 1813, ήταν ήδη μέλος της «Εταιρίας των Φίλων», και διέτρεχε την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο κάνοντας μυήσεις στην Εταιρία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στον Σοφό. «Ένας σοφός» εξέδωσε σε φυλλάδιο μια διατριβή , που προέτρεπε εις τους συμμάχους βασιλείς να στείλουν τα νικηφόρα στρατεύματα τους πέραν του Δουνάβεως, προς ελευθέρωση του ελληνικού Έθνους, αλλά τον κάρφωσε ο Μαυρογένης και κατέσχε το φυλλάδιο ο Μεττερνιχ. Η πλοκή του «Δράματος» είναι αντάξια ενός λαδέμπορα.
Το βιβλιαράκι, το φυλλάδιο, η διατριβή, πάντως κατασχέθηκε. Λίγα χρόνια μετά , το 1859, ενώ ο Ξάνθος έχει σκοτωθεί πέφτοντας από της σκάλες της παλιάς βουλής , ο Μινχάουζεν Ιωάννης Φιλήμων, έβγαλε το δεύτερο Δοκίμιο, το οποίο διόρθωσε το «πολλαπλά εσφαλμένο» πρώτο.
Στο νέο παραμύθι ο Φιλήμων -Μινχάουζεν ο δημιουργός της ανύπαρκτης «Φιλικής Εταιρείας» λάνσαρε τον Αλέξανδρο Ληψ, γράφοντάς:
«Τότε δε και πραγματεία τις σοφού ανδρός Γερμανού δημοσιευθείσα, προεχώρει πέραν της ιδέας αυτής του Καποδιστρίου. Είτε φίλος αυτού, είτε αυθόρμητος εκπληρών εν χρέος αληθούς χριστιανού και τιμίου ανθρώπου ο Αλέξανδρος Λήψ, Καθηγητής της φιλοσοφίας και τοι έχων ίδιον αντικείμενον, «τον γερμανικόν σύνδεσμον» περιέλαβεν εν αυτώ και το ελληνικόν ζήτημα, αναπτύσσων τουτο δια πολλών και συμβουλεύων τοις νικηταίς του Ναπολέοντος συμμάχοις, «ίνα πέμψωσι εν ονόματι του χριστιανισμού και της δικαιοσύνης τους ηνωμένους στρατούς εαυτών πέραν του Ίστρου, και να σώσωσιν από του ζυγού των βαρβάρων την Ελλάδα, κρημνίζοντες τον θρόνον της βαρβαρότητος».

Ο «ανώνυμος» Σοφός του 1845, λεγόταν πλέον Αλέξανδρος Ληψ, ήταν «πιθανώς φίλος του Καποδίστρια», (όπως ο Στάιν), και το δοκίμιο δεν κατασχέθηκε αλλά κυκλοφόρησε. Η μεγάλη πλάκα με τους «ιστοριοφίδες» του περιστυλίου είναι ότι από το 1859 κανένας δεν έχει βρει ούτε το φυλλάδιον ούτε την «πραγματεία» και κυρίως δεν έχουν βρει τον Αλέξανδρο Ληψ, ο οποίος αναζητείται και καταζητείται.
Ο "Αλέξανδρος Ληψ" του Φιλήμονα είναι το σύμβολο της ελληνικής ψευδογραφίας των πρακτόρων και των ρουφιάνων της δεκάρας που παριστάνουν τους επιστήμονες και την πνευματική ηγεσία.
Ένας Σοφός σαν τον «Δνείπερ» του Νιρβάνα.
Σε αυτό το επίπεδο κινείται η ελληνική ιστοριογραφία και αυτό διδάσκουν στα σχολεία Τον Αλέξανδρο Ληψ.
Το δήθεν κείμενο του ανυπάρκτου Ληψ,  ήταν το σχέδιο της Πρωσίας, πού είχε συντάξει ο φίλος του καποδίστρια , Βαρόνος Φον Στάιν,   και το οποίο  
ο Καποδίστριας  το κοινοποίησε εμπιστευτικά στις Αυλές με επιστολή που ενέκρινε ο Τσάρος στις 9/23 Ιουλίου 1821 ,   με το οποίο προτεινόταν να εκδιωχθούν οι Τούρκοι από τα ευρωπαϊκά εδάφη και να αποκατασταθεί η Ελληνική Αυτοκρατορία  στην Ανατολή. 
Και βέβαια υπάρχει η επιστολή Αναγνωστόπουλου προς τον Τσακάλωφ στην οποία τονιζεται.
«Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν εν, ως ο ίδιος το ωνόμασε, ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωνσταντινούπολι εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν όπου ευρών το μακαρίτη Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν και υμάς δεύτερον τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθό μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της εταιρίας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη από τον μακαρίτην Σκουφάν κατά το 1818 εν Κωνσταντινουπόλι, την ιδίαν ημέραν, καθ’ ην κατηχήθη και ο Π. Σέκερης από εμέ. Είπατε με τα περί του ανθρώπου τούτου ότι εγκρίνητε».
Ο γέρων Αναγνωστόπουλος από παραδρομή έγραψε 1818 ενώ το σωστό ήταν 1817 όταν έφθασαν το Πάσχα στην Κωνσταντινούπολη ο Σκουφάς, ο Αναγωνστόπουλς, και ο Χριστόδουλος Λουριώτης στην Πόλη.
Αυτά τα ολίγα.

Όποιος φιλομαθής πατριώτης ενδιαφέρεται μπορεί να βρει την πλήρη ανάλυση στο βιβλίο μου «Η Επανάσταση των Φιλογενών».

ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΤΖΑΡΑΣ