Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Ο Ρουφιάνος και «εθνικός» τοκογλύφος Μακρυγιάννης

Ο αγράμματος συνωμότης και τοκογλύφος Μακρυγιάννης που ήταν ένας από τους ρουφιάνους των «Συνταγματικών» άγγλων πρακτόρων στο
Καποδιστριακό Ναύπλιο, μας άφησε στα απομνημονεύματα του, το κλειδί, για την αναζήτηση των δολοφόνων του Καποδίστρια.
Ήταν το μήνυμα που του έστειλαν από την Ύδρα, τον Αύγουστο του 1831, όταν απέτυχε το πραξικόπημα εντός του Ναυπλίου και κατάληψη του Παλαμηδιού, και το οποίο έλεγε, «Άσε θα γένει αλλιώς το πράγμα».
Ο ρουφιάνος Μακρυγιάννης φυσικά δεν γνώριζε τι θα γραφόταν από άλλες πηγές για τα γεγνότα του Ιουνίου του 1831, και παρουσίαζε ψευδώς στα απομνημονεύματα του τον εαυτό του ως κάτι διαφορετικό από την αγγλική φατρία που υπηρετούσε. Το βασικό του κίνητρο ήταν πάντως το 2000 τάλαρα που επένδυσε και τα έχασε και δεν του τα έδωσαν.
Ο Νικόλαος Σπηλιάδης στα δικά του απομνημονεύματα αποκάλυψε ότι ο Καποδίστριας γνώριζε ότι ο Μαυροκορδατος και ο Μιαούλης κατά την τετραήμερη παραμονή τους στο Ναύπλιο στις αρχές Ιουνίου 1831, έστειλαν τον Μακρυγιάννη και προσκάλεσε τον φρούραρχο του Παλαμηδίου Άναστάσιο Ροδίτη στο σπίτι που διέμεναν και εκεί παρουσία του Μακρυγιάννη και του Κωνσταντίνου Δούκα, του προσέφεραν τρεις χιλιάδες ισπανικά δίστηλα για να παραδώσει το Παλαμήδι στους Υδραίους.
Ο Ροδίτης, ανέφερε την πρόταση στον συντοπίτη του υπουργό στρατιωτικών, Παναγιώτη Ρόδιο, που ενημέρωσε τον Καποδίστρια.
Ο κυβερνήτης είπε στον φρούραρχο να πάρει τα χρήματα να δεχθεί εντός του Παλαμηδίου τούς Υδραίους ,και να τους συλλάβει κατόπιν.
Οι συνωμότες παράλληλα, προσπάθησαν να προκαλέσουν εξέγερση του τακτικού τάγματος που στάθμευε στο Ναύπλιο. Ο Α. Πολυζωίδης έγραψε επιστολή προς τον διοικητή του τακτικού τάγματος Π. Διαμαντίδη και ο Θ. Φαρμακίδης προς τους αξιωματικούς Μαμάκη, Καμπότη και Γενοβέλη για να κινήσουν σε αποστασία το τάγμα τους στο Ναύπλιο. Το εγχείρημα απέτυχε και μόνο ο Γενοβέλης αυτομόλησε στην Ύδρα. Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του ομολογεί το σχέδιο για κατάληψη του Παλαμηδιού που το εμφανίζει ψευδώς ως δικό του.
Οι «συνταγματικοί», παράλληλα με το πραξικόπημα που είχαν προσκαλέσει τους πληρεξούσιους της Τετάρτης Εθνοσυνέλευσης στην Ύδρα. Ο Μακρυγιάννης συνέχισε την επαφή με τον Ρόδιο, (που δεν ήταν ανιψιός του Ησαΐα), και βρήκε και άλλη επαφή με κάποιο Ρουμελιώτη της φρουράς, και μάζεψε στρατιώτες για να καταλάβουν το φρούριο. Αυτές οι ενέργειες έγιναν μέχρι παράλληλα με την κατάληψη του ναυστάθμου στον Πόρο. Γράφει λοιπόν ο ψεύτης και ρουφιάνος Μακρυγιάννης, οπρακτορας των άγγλων, που ορισμένοι χαζοί τον τιμούν ως πατριώτη. «τότε βρίσκω έναν ανιψιόν του Δεσπότη Ησαϊα. Αυτός ήταν φρούραρχος εις το Παλαμήδι. Τον Κυβερνήτη τον φοβέριζαν πολλοί να τον σκοτώσουνε, ότι έκαμεν εξορίαν όλους τους σημαντικούς της πατρίδας άλλους εις τη Νύδρα κι' άλλους αλλού, κ' ο καθείς από αυτούς είχε το κόμμα του και συγγενείς του, και κιντύνευε. Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια, ότι έλπιζα να μετανοήση και να 'ρθη εις τον καλόν δρόμον. Και τον 'παινούσα κι' ας με πείραζε αδίκως .Δεν μου κακοφαίνεταν. Τότε δια να μην του γένη κάνα δυστύχημα αυτεινού και κιντυνέψη η πατρίδα, μίλησα μ' εκείνον οπού ήταν φρούραρχος του Παλαμηδιού να μας δώση το Παλαμήδι και να του δώσουμεν δυο χιλιάδες τάλλαρα. Συνφωνήσαμεν 'σ αυτό και πούθε να μας μπάση και να λάβωμεν τις αναγκαίες τάμπιες. Με πήρε πήγαμεν οι δυο μας εις το Παλαμήδι. είδα τις θέσες, τα πολεμοφόδια, όλα. Τότε ορκίζομαι και με τον Μήτρο Ντεληγιώργη, στενό μου φίλον, τίμιον αγωνιστή, συνάζομεν ανθρώπους μυστικά. τους είχαμεν εις την Νεόπολη, τους δώσαμεν και χαρτζιλίκι, ξοδιάσαμεν καμμιά τετρακοσιαριά τάλλαρα. και τους λέγαμεν των ανθρώπων ότι θα πάμεν κλέφτες. Τότε είχαμεν χαζίρι αυτούς κι' ανθρώπους πιστούς να στείλωμεν συνχρόνως εις Ρούμελην, εις Πελοπόννησο και νησιά να γένουν οι πληρεξούσιοι. Θα 'ρχονταν οι ίδιγοι οπού 'ταν εις την Τετάρτη Συνέλεψη. Δεν θέλαμεν εκείνους, ότ' ήταν αγορασμένοι και να 'ρθούν πατριώτες. Τα χρήματα δεν τα 'χαμεν, τις δυο χιλιάδες τα τάλλαρα. ανταμώνομεν με τον Μιαούλη- ήταν πρωτύτερα αυτό από τα καράβια οπού κάηκαν. του λέγω του Μιαούλη να πάγη εις τη Νύδρα και ειπή του Μαυροκορδάτου, των Κουντουργιωταίων και του Ζαϊμη να του δώσουνε τις δυο χιλιάδες τα τάλλαρα κ' ύστερα τα ρίχνομεν εις την πατρίδα και πλερώνονται,
ή μόνοι μας ο καθείς τα δίνομεν, καθώς εμείς πλερώνομεν και τους ανθρώπους. Του είπα να πάρη και καμπόσους Νυδραίγους να γνωρίζουν από κανόνια και εις την Πρόνοια "ανταμωνόμαστε. Πήγε ο Μιαούλης το λέγει αυτεινών. «Πες του Μακρυγιάννη, λένε του Μιαούλη, να τραβήξη χέρι από αυτό και θα γένη διαφορετικό "το πράμα"". Τότε διαλύσαμεν τους ανθρώπους. χάσαμεν και τα χρήματά" "μας. Του λέγω του Μιαούλη. ""Πως θα γένη διαφορετικόν; Θα συβιβαστούν;" "Αυτό είναι, του λέγω, το καλύτερον, να σωθούμεν"". 'Υστερα άρχισε" ο εφύλιος πόλεμος παντού και σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Τότε άρχισε ο Πόρος και κάηκαν τα καράβια κ' έγινε παντού άνου-κάτου».

  Η διασταύρωση, αποκαλύπτει τον πραγματικό άνθρωπο. έχασε τα λεφτά του που δεν του τα έδιναν ύστερα.
Τα μούπες σούπα ειναι όλα ψευδή και αφορούν σε πεικεινωνίες που έγιναν ανάμεσα στους συνωμότες του Ναυπλίου με τον Πόρο.
Ο Μαυροκορδάτος ηταν μαζί με τον Μιούλη στο Ναύπλιο και οι επαφές με τον Ρόδιο έγιαναν μπροστά στον Μακρυγιάννη. Οπότε όλοι αυτοί οι «διάλογοι» είναι μούφα. Σάλτσα.
Ο Μακυριγάνης ο φτωχός που «δεν είχε να ζήσει» επένδυσε 400 τάλαρα για να μαζέψει τους στρατιώτες και επένδυσε 2000 τάληρα που έδωσε στον Ροδίτη και τα έχασε. Και βέβαια ο συνομώτης δεν λαέι τίποτα για τη συνομωσία και το ρπ[αξικόπημα αλλά γράφει πικρές αλήθειες για την Πατρίδα.
Πιστεύω ότι μετά και από την αποκάλυψη αυτή δεν μπορεί κανείς έντιμος πατριώτης να αναφέρεται στον Ρουφιάνο Μακρυγιάννη. Και όλες οι εθνικιστικές Ιστοσελίδες οφείλουν να διαγράψουν τις αναφορές τους σε αυτόν.
 Όποιος δεν το κάνει απλά δεν είναι πατριώτης.

Σπύρος Χατζάρας

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

To Υπόμνημα του Καποδίστρια προς τον Τσάρο Νικόλαο και η πολιτική σημασία του

Αποκαλύπτουμε δυο ντοκουμέντα του Ουέλλιγκτον από τα αγγλικά αρχεία που οι ελληνόφωνοι πράκτορες τα απέκρυβαν από τον ελληνικό λαό.

1) Επιστολή του Arthur Wellesley, Δούκα του Ουέλινγκτον, προς το Λόρδο Bathurst, υπουργό πολέμου και αποικιών για τη θέση του Καποδίστρια σε σχέση με τη Ρωσία και την πιθανότητα άφιξης του στην Αγγλία.
Πηγή http://kapodistrias1821.blogspot.gr/2016/01/blog-post_28.html
  
19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1826.

«Έλαβα την επιστολή σας [ WP1// 857/10] και λυπάμαι πολύ που δεν είχαμε τη χαρά της συντροφιάς σας χθες. Ο Capo d'Istria σίγουρα δεν έρχεται, και νομίζω ότι θα τον κρατήσουν στο Παρίσι μέχρι η παρουσία του εδώ να μπορούσε να είναι χρήσιμη για την προώθηση των σχεδίων σε σχέση με την Ελλάδα. Εάν το συμβούλιο αποφασίσει , όπως ελπίζω ότι θα κάνουν, ότι δεν πρέπει να ξεφύγει από το ρωσικό πρωτόκολλο δεν θα τον έφερναν ποτέ εδώ. Ο Capo σίγουρα προσπάθησε να επιστρέψει στη Ρωσία, αλλά έχει αποτύχει και θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η απόφαση εναντίον του σε αυτή τη χώρα είναι τελική. Θα προσπαθήσει τώρα να ανακατευτεί με την ελληνική υπόθεση, και αν αποτύχει, θα καταλήξει να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο Capo ως υπουργός της Ρωσίας, καθώς και οι απόψεις του που υποστηρίζονται από τη Ρωσία, θα μπορούσε να είναι μια ενοχλητική παρουσία στην Κέρκυρα. Αλλά ο Capo αποκομμένος από τη Ρωσία είναι ένας άνθρωπος σαν κάθε άλλο με λίγη περισσότερη γνώση από τους περισσότερους και κάποια διάθεση να προκαλεί φασαρία. Αλλά ομολογώ ότι με αφήνει πολύ αδιάφορο η ανησυχία για το τι μπορεί να κάνει ένα άτομο, και θα ήθελα να σας συστήσω να μη δείξετε ότι ζηλεύετε τον Capo, ο οποίος, αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει στην Κέρκυρα».


Ο Ουέλλιγκτον είχε δίκιο στο ότι ο Καποδίστριας δεν θα γινόταν δεκτός, τότε στο Λονδίνο. Είχε άδικο σε όλα τα άλλα, o Καποδίστριας δεν επέστρεψε στην Κέρκυρα και η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, τον Ιούνιο του 1826, αναχώρησε από το Παρίσι και επέστρεψε στη Γενεύη, αφού έκανε σταθμούς στις Βρυξέλλες, τη Χάγη, τη Φρανκφούρτη, την Έμς και την Βέρνη.

Δυό μέρες μετά την πρώτη επιστολή άνθρωπος των Ρότσιλντ που κυβερνούσε την Αγγλία, ο Άρθουρ Γουέλσλεϋ,ο πρώτος Δούκας του Ουέλινγκτον, στις , 21 Ιουνίου/3 Ιουλίου 1826 έστειλε νεα επιστολή προς τον υπουργό αποικιών Henry Bathurst που ανησυχούσε για την επιρροή του Καποδίστρια στην Κέρκυρα στην οποία προέβλεπε ότι «δεν είναι πιθανό να χρησιμοποιηθεί σύντομα από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας ο Καποδίστριας».
Η επιστολή [WP1 / 858/9] της 21ης Ιουνίου 1826, αναφέρει:

«Νομίζω ότι Capo d'Istria δεν επιστρέφει στην υπηρεσία της Ρωσίας για τους ακόλουθους λόγους:
1. Δραστηριοποιείται έντονα υπέρ των Ελλήνων, και είμαι πεπεισμένος οτι ο αυτοκράτορας δεν μπορεί να επιθυμεί να λάβει τέτοια θέση . Ο Capo δεν θα τολμούσε να πάρει τέτοια θέση αν είχε οποιαδήποτε ελπίδα ότι η υπηρεσίας της Ρωσίας ήταν ακόμη ανοικτή για αυτόν.

2. Η περίοδος κατά την οποία Capo ξεκίνησε τη νέα πολιτική. Εμφανίστηκε στο Παρίσι στις αρχές Μαΐου, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία θα είχε πληροφορηθεί την απόφαση του αυτοκράτορα να μην τον χρησιμοποιήσει.
3. Η αιτία της απομάκρυνσης του από την υπηρεσία του αείμνηστου αυτοκράτορα. Είχε απομακρυνθεί λόγω των σχέσεων του με μυστικές Εταιρίες, οι οποίες αποδείχθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα. Ο «Μπαμπούλας» του σήμερα για τη Ρωσία είναι οι μυστικές εταιρίες, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο αυτοκράτορας δεν θα επαναφέρει στην υπηρεσία του έναν άνθρωπο που απολύθηκε από τον αείμνηστο αδελφός του, λόγω της σύνδεσης του με εκείνες τις εταιρίες, σχέσεων που αποδείχθηκαν πλήρως, παρά τις προκαταλήψεις υπέρ του εν λόγω προσώπου, που είχε ο αείμνηστος.

Νομίζω, λοιπόν, ότι μπορώ να πω με σιγουριά ότι ο Capo d'Istria δεν είναι πιθανό να χρησιμοποιηθεί σύντομα από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας.»

Βλέπουμε δηλαδή ότι οι «άγγλοι», οι Ρότσιλντ και η Στοά, κατηγορούσαν το 1822 τον Καποδίστρια, ως «εταιριστή», «συνωμότη» και «επαναστάτη» και ότι απέδειξαν τις κατηγορίες αυτές ενώπιων του Αλεξάνδρου που τον «απέλυσε».

Τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1826 η πόρτα ηταν κελιστή για τον Καποδίστρια που «θα γύριζε άνεργος στο χωριό του».
  Όμως ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του προς τον Τσάρο Νικόλαο υπό τον τίτλο «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», που γράφτηκε πολύ προσεκτικά το φθινόπωρο του 1826 και υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1826, ανασκεύασε και διέψευσε όλες τις κατηγορίες των Ρότσιλντ και του Μέτερνιχ.

Στις 14 Ιανουαρίου 1827 ο Καποδίστριας έλαβε την επιστολή του Τσάρου με την οποία τον καλούσε στην Αγία Πετρούπολη. Έφυγε από τη Γενεύη στις 24 Μαρτίου 1827 και στις 12 Μαΐου έφθασε στην Αγία Πετρούπολη.
Εκείνες τις μέρες ο Κάννιγκ είχε καταφέρει να απομακρύνει τον Ουέλλιγκτον από το υπουργικό Συμβούλιο και να τον κάνει αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων.

Στις 18/30 Μαρτίου 1827 ο Καποδίστριας εκλέχθηκε κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Στην Αγία Πετρούπολη ο Τσάρος Νικόλαος τον υποδέχθηκε με εξαιρετικές τιμές και του προσέφερε την παλιά του θέση, καθώς και ισόβια χορηγία. Χρειάστηκαν πέντε συνολικά ακροάσεις μέχρι να υπογράψει ο Τσάρος Νικόλαος την παραίτησή του την 1η Ιουλίου 1827.

Ο Καποδίστριας έφθασε τελικά στο Λονδίνο στις 15/27 Αυγούστου 1827 λίγες μέρες μετά το θάνατο του Γεωργίου Κάννιγκ, και την επιστροφή του Ουέλλικλτον στην Εξουσία.
Το κλίμα στο Λονδίνο για Εκείνον ήταν πάρα πολύ ψυχρό και ο Αγγλικός τύπος δημοσίευε άρθρα εναντίον του.

Όμως αποκαλύπτεται ότι η Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», δεν είναι ένα «αυτοβιογραφικό» κείμενο αλλά ένα πολιτικό κείμενο με το οποίο έπρεπε να διαψεύσει τις κατηγορίες ότι αυτός οργάνωσε την ελληνική επανάσταση.
Αποδεικνύεται ακόμα ότι οι αγγλικές μυστικές υπηρεσίες δεν είχαν αναφέρει συνάντηση του Καποδίστρια με τον «επαναστάτη Ξάνθο» για αυτό άλλωστε και δεν την σχολιάζει στην «Επισκόπιση» ο Κάπο.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

H Ελληνική Εταιρία και τα χοντρά ψέματα του Ξάνθου

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την αρχηγία του ελληνικού επαναστατικού κινήματος στις 12 Απριλίου 1820, στην αγία Πετρούπολη, υπογράφοντας το ακόλουθο απέριττο πρωτόκολλο ,το οποίο σώζεται στον κατάλογο χειρογράφων της Φιλικής Εταιρείας.
 «Κατά την άπαξ εγκριθείσα γνώμη, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετά ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Έφορον Γενικόν της Ελληνικής Εταιρίας τον εκλαμπρότατον Πρίγκιπα κύριον Αλέξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύει και επιστατεί εν πάσιν, όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρία. Εις ασφάλειαν δε και βεβαίωσιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπογραφή των εκάστου των μελών.
Εν Πετρουπόλι τη 12 Απριλίου 1820. Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάννης Μάνος, Εμμανουήλ Ξάνθος.».
Παρόντα στο γεγονός αυτό, όπως προκύπτει από τις υπογραφές , ήσαν τρία πρόσωπα. Ο Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμανουήλ Ξάνθος .
Το μοναδικό αυτό έγγραφο, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1859,από τον Ιωάννη Φιλήμονα , ως το «ντοκουμέντο» ανάθεσης της αρχηγίας της Εταιρίας των Φιλικών.
Ο Ξάνθος, περιέγραψε στα απομνημονεύματά του το 1845 την «διαδικασία ανάθεσης της αρχηγίας στον Υψηλάντη», αναφέροντας ότι, απελπισμένος από την άρνηση του Καποδίστρια, «έστρεψε τον στοχασμό του στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και πήγε εις επίσκεψιν του». 
 Αφού , παρέθετε έναν « θεατρικό» διάλογο, με τον Πρίγκιπα που, « τον υπεδέχθει ευμενώς », ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν χαραγμένος στην μνήμη του, και τον θυμόταν στα 1845, είκοσι πέντε χρόνια μετά, έγραφε με δραματικό τόνο: « Τότε εγερθείς ο Ξάνθος με συγκίνησιν ψυχής είπε:
«Δός μοι, Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε», και μόνον κατόπιν της χειραψίας, ομολόγησε στον Υψηλάντη, ότι η επίσκεψη του στην Αγία Πετρούπολη έγινε «για άλλην σοβαρότερη αιτία», την οποία θα του την εξηγούσε, την επόμενη μέρα.
«Ο Πρίγκιψ ανυπομόνως εζήτησε τότε να μάθη, αλλ’ ο Ξάνθος τον παρεκάλεσε να λάβη υπομονήν μέχρι της αύριον, και ούτως ετελείωσεν η πρώτη συνέντευξις. Την επιούσαν ο Ξάνθος επήγεν εις αυτόν τω εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών με πάσαν θυσίαν του, και δούς εις τον Ξάνθο ένορκον και έγγραφον ομολογίαν περί της πίστεως και αφοσιώσεως του ( την οποία ο Ξάνθος έστειλεν εις τους εν Μόσχα συναδελφούς του παρ’ οις και ευρίσκεται) , ανεδέχθη τον τίτλον του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής , έλαβε δε και το όνομα Καλός, και τα στοιχεία δια να υπογράφηται Α.Ρ, και ούτως εκατορθώθη δι’αυτού ο σκοπός της Εταιρίας». 

Σύμφωνα, με την «κατάθεση» του ψευδομάρτυρα Ξάνθου, η όλη διαδικασία, κράτησε δύο μέρες. Δηλαδή η πρώτη επαφή έγινε την Κυριακή 11 Απριλίου 1820, όταν πήγε και «χτύπησε την πόρτα» του Υψηλάντη, και η μύηση άρχισε και ολοκληρώθηκε στις 12.
Η περιγραφή του ,όμως, είναι πολύ παράξενη.
Θυμόταν με λεπτομέρειες τον πρώτο διάλογο που είχε με τον Υψηλάντη αλλά είχε ξεχάσει την παρουσία του Ιωάννη Μάνου. Δεν αναφέρει αν μεσολάβησε κάποιος για να τον δεχθεί ο Υψηλάντης, και κυρίως παρακάμπτει με το σχήμα «απελπίστηκε- στράφηκε»,τρεις ολόκληρους μήνες, από τις αρχές Ιανουαρίου, που υποτίθεται ότι συνάντησε τον Καποδίστρια ως τις 11 Απριλίου.
Αναφέρεται ακόμα, σε «έγγραφο ομολογία περί της πίστεως και αφοσιώσεως», την οποία έστειλε στους «εν Μόσχα συναδελφούς», ωστόσο, οι «εν Μόσχα», παρέδωσαν το έγγραφο αυτό αργότερα, στα αρχεία του ελληνικού κράτους, και το ίδιο το κείμενο τον διαψεύδει, αφού είναι ένα λιτό, «επαγγελματικό» κείμενο ανάθεσης και αποδοχής, μία « απόδειξη», χωρίς όρκους, και το οποίο είναι αρκούντως αμφίσημο.

Η τύχη του πρωτοκόλλου περιγραφόταν κάπως διαφορετικά από τον Ξάνθο δύο χρόνια, πριν στο υπόμνημά του προς την Εθνική Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου που υπέβαλε στις 15 Δεκεμβρίου 1843.

«Ούτος, (ο Υψηλάντης), αποδεχθής μετά προθυμίας και ενθουσιασμού, ητοιμάσθη εις την εκπλήρωσιν του σκοπού, αφού πρότερον υπέγραψε έν ύποσχετικόν έγγραφο, το οποίο παρακατέθεσα εις τους κυρίους Νικόλαο Πατσιμάδη και Αντώνιο Κομιζόπουλο».

Το έστειλε η το «παρακατέθεσε»; μέσα σε δύο χρόνια τα λέει διαφορετικά , και ήταν «ύποσχετικόν έγγραφο»(1843),ή «ένορκος βεβαίωση»(1845).Μπορεί βέβαια και να μη θυμόταν. Θυμόταν όμως, τις «ατάκες»,του θεατρικού διαλόγου. Μπορούμε να αναρωτηθούμε μήπως δεν κράτησε καν αυτός το έγγραφο, αλλά ο Μάνος. ;
Τα γεγονότα , περί την μύηση του Υψηλάντη, τα περιγράφει όπως τα άκουσε από τον ίδιο , ένας άλλος μάρτυρας, η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ, στην αυτοβιογραφία της, όπου αναφέρει:

 «Τον χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία. Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρείας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρεία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με τους Έλληνες του Μωρία και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό. Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε καταστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μωρία. Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της, ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες, η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β. Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά- σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι. Με λίγα λόγια λοιπόν, εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον, του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσον ενδόξου όσον και επικινδύνου εγχειρήματος. Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και τον εβεβαίωσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης. Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφθεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επίδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού φίλο του και του επανέλαβε αυτό που είχε πει πολλές φορές τους συμπατριώτες του, ότι ακόμα και αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον Τσάρο Αλέξανδρο να κηρυχθεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υπόθεσης η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με το μέρος της Ελλάδας».

Όπως βλέπουμε η περιγραφή της Τύρχαϊμ, είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Ξάνθου. Πρώτη μεγάλη αντίφαση. Η διαδικασίας μύησης κράτησε αρκετές εβδομάδες, όπως λέει η Τύρχαϊμ, η δύο μέρες όπως υποστηρίζει ο Ξάνθος ;
«Τα επίσημα πρόσωπα» της Εταιρείας, υποστηρίζει η Τύρχαϊμ, του μίλησαν για την ανάπτυξη στην Πελοπόννησο την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, και σιγά-σιγά ο Υψηλάντης,«είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι», ενώ ο Ξάνθος, αφηγείται ότι όλα έγιναν με ενθουσιασμό και σχεδόν ακαριαία:
«Την επιούσαν, ο Ξάνθος, επήγεν εις αυτόν, του εφανέρωσε τα πάντα, και εκείνος μετά προθυμίας και ενθουσιασμού εδέχθη να αφιερωθή εις την υπηρεσίαν των ομογενών»(!!).
Η Τύρχαϊμ, μας βεβαιώνει, ότι στην μύηση του Υψηλάντη , μετείχαν τουλάχιστον δύο, αν όχι περισσότεροι αφού έγραφε:«Ορισμένα επίσημα πρόσωπα»,«του έλεγαν», «του μιλούσαν», «του έδειξαν», «του ξύπνησαν».
Μπορεί να μην συγκράτησε τα «δύσκολα» ελληνικά ονόματα που ίσως ανέφερε ο Υψηλάντης, αλλά συγκράτησε το πλήθος τους.
 Ο Ξάνθος από την πλευρά του, δεν μνημόνευε παρουσία άλλου η άλλων Σύμφωνα με την Τύρχαϊμ, τα «επίσημα πρόσωπα της εταιρείας»,στις συζητήσεις, του, «παρέστησαν την ευκαιρία που παρουσιαζόταν με τον Αλή Πασά», και αυτό μας πείθει ότι στην διάρκεια των «πολλών εβδομάδων», εξετάσθηκε το γεωπολιτικό περιβάλλον της επανάστασης, αφού,« Οι πιθανότητες, ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β» ,και οι ως τότε ενέργειες της εταιρείας, για να εξωθηθεί ο Αλής στην αποστασία.
Ο Ξάνθος, δεν αναφέρεται καθόλου στον Αλή, διότι προφανώς αγνοούσε πλήρως, ίσως ακόμα και όταν έγραφε τα απομνημονεύματά του, την «επιχείρηση» αυτή. Η ανάθεση της αρχηγίας σύμφωνα με την Τύρχαϊμ, έγινε «χωρίς πολλές διατυπώσεις» .
Το έγγραφο που διασώζεται στα ελληνικά αρχεία την επιβεβαιώνει. Αντίθετα, όπως είδαμε ο Ξάνθος αναφερόταν σε «ένορκον και έγγραφον ομολογίαν».
Το χειρόγραφο αρ. 642 της εθνικής βιβλιοθήκης τον διαψεύδει.
 Η Τύρχαϊμ στην αφήγηση της προσέθετε:
«Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφτεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς επιφυλάξεις».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Τύρχαϊμ, οι συζητήσεις με τον Υψηλάντη πρέπει να ολοκληρώθηκαν στις 7 η 8 Απριλίου, διότι η 12η ήταν Δευτέρα. Στο τριήμερο που μεσολάβησε έγινε η πρώτη συνάντηση του Υψηλάντη με τον Καποδίστρια, με θέμα την επανάσταση. Ας προσπαθήσουμε τώρα, να απαντήσουμε στα ερωτηματικά που προκαλεί το «πρακτικό ανάθεσης». 
 Ο Υψηλάντης, ο Μάνος, και ο Ξάνθος με τις υπογραφές τους μας βεβαιώσαν ότι , ο Υψηλάντης ανέλαβε Γενικός Έφορος της Ελληνικής Εταιρείας, (που αναφέρεται τρις), ενώ η«Εταιρία των Φιλικών», της οποίας υποτίθεται ότι ήταν απεσταλμένος ήταν ο Ξάνθος, δεν αναφέρεται καθόλου.
Η πρώτη φορά, που η ιστορία κατέγραψε μια «Ελληνική Εταιρία»,ήταν στο Παρίσι το 1809. Το όνομα,«Ελληνική Εταιρία», ακούστηκε και πάλι στην κατάθεση, ενώπιον της αστυνομίας της αγίας Πετρούπολης το 1817, του δολοφονηθέντος το 1819 Νικόλαου Γαλάτη, ο οποίος κατέθεσε, ότι «δεν μπορούσε λόγω των όρκων του να αναφέρει το πραγματικό όνομα της, που ήταν μυστικό» .
Μήπως γίνεται το ίδιο στο πρακτικό του 1820; Η Ελληνική Εταιρία του Υψηλάντη συνδέεται με την εταιρεία του Γαλάτη.
Το όνομα «Ελληνική Εταιρία», ήταν «συνθηματικό ψευδώνυμο» μιας άλλης που κρύβεται, και που μεταμφιέζεται;
Η Τύρχαϊμ αναφέρθηκε σε μια οργάνωση « υπό το όνομα «Εταιρεία» ;
Η «Ελληνική Εταιρία» του «πρακτικού ανάθεσης», ήταν η ελληνική μορφωτική –φιλανθρωπική εταιρία, που δημιουργήθηκε αργότερα στην Μόσχα σαν προκάλυμμα για τη συγκέντρωση χρημάτων για τον Αγώνα.
Ήταν το ταμείο της Επανάστασης .
 Ο Πρωτοψάλτης , γράφει ότι μετά από συνεννόηση του Υψηλάντη, με τα μέλη της Εταιρίας στη Μόσχα,««ετέθη σε λειτουργία η «Φιλόμουσος και Φιλάνθρωπος Γραικική Εμπορική Εταιρία», δια της οποίας ηλπίζετο να συγκεντρωθούν πολλά εκατομμύρια για την Εθνικήν Κάσσαν»», την οποία ο Υψηλάντης σε επιστολή του, τον Ιούλιο του 1820, ονόμαζε «φιλογενική Κάσσαν».Η Εταιρία κυκλοφόρησε και γραμμάτια συνεισφορών υπογεγραμμένα από τον Υψηλάντη.
Ο Φιλήμονας εξηγούσε το 1859, ότι το καταστατικό συντάχθηκε από τον Κομιζόπουλο και τον Παξιμάδη στην Μόσχα και μάλιστα δημοσίευσε, και τις τέσσερεις«μυστικές παραγράφους» του, σύμφωνα με τις οποίες: Σκοπός της εταιρίας ήταν να συγκεντρωθούν περισσότερα από 10 εκατομμύρια ρούβλια που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν « διά την ελευθερία της φιλτάτης Πατρίδος».
 Από την αλληλογραφία Ξάνθου-Κομιζόπουλου προκύπτει ότι στις 15 Μαρτίου 1820 ο «Ξενοφωντίδης» -Παξιμάδης ολοκλήρωνε τη συγγραφή του καταστατικού, το οποίο θα έστελναν στη συνέχεια στην αγία Πετρούπολη, και το οποίο θα έπρεπε να το παρουσιάσουν στον «Ευεργετικό» δηλαδή στον Καποδίστρια.
 Προφανώς λοιπόν, η «Ελληνική Εταιρία» ήταν αντικείμενο συζήτησης κατά τη διάρκεια των «πολλών εβδομάδων» που διήρκεσαν οι επαφές με τον Υψηλάντη, και ήταν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Το καταστατικό της εξετάστηκε στην τελευταία φράση, μετά τις 20 Μαρτίου, όπως μας βεβαιώνει, η αλλαγή του χαρακτηρισμού του επικεφαλής, από «Εταιρίαρχος», σε Γενικός Έφορος.
  Αυτή η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται και από τον Καποδίστρια, ο οποίος στο υπόμνημά του προς τον Τσάρο Νικόλαο , σημείωνε :« μου έδειξε τότε(ο Υψηλάντης) ένα έγγραφο με το οποίο προτείνετο η ίδρυση μιας εταιρείας με σκοπό τη συλλογή χρημάτων, με συνδρομές, που θα κατετίθεντο σε τράπεζα, για ένα χρησιμοποιηθούν για την απελευθέρωση της Ελλάδας, και μου ζήτησε να του εκφράσω τη γνώμη μου».
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο Υψηλάντης ,πριν τις 12 Απριλίου, στο τριήμερο που μεσολάβησε, όπως είδαμε προηγουμένως, από την ολοκλήρωση της μύησης του μέχρι την υπογραφή του «πρακτικού ανάθεσης», ενημέρωσε τον Καποδίστρια, και για την υπό σύσταση «Φιλόμουσο και Φιλάνθρωπο Γραικική Εμπορική Εταιρία»,που θα λειτουργούσε ως ο νόμιμος χρηματοδοτικός μηχανισμός του σχεδιαζόμενου επαναστατικού κινήματος.
Το «πρωτόκολλο», επομένως, υπεγράφη αφού πρώτα ο Υψηλάντης, πήρε τη γνώμη του Καποδίστρια.

ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΤΖΑΡΑΣ 

Ο Αληθινός Πατριώτης και το καύχημα ολοκλήρου του Ελληνικού Γένους*, ο Ιωάννης Καποδίστριας!

To Δοκίμιο περί πατριωτισμού των Φιλογενών

(Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο μου για τον Εθνάρχη Ιωάννη Καποδίστρια)

Το 1817, ενώ η πορεία της επαναστατικής προσπάθειας, (μαρξιστικά, το επαναστατικό προτσές), των Φιλογενών είχαν εισέλθει στην «τελική ευθεία», οι Φιλογενείς Εθνικιστές κυκλοφόρησαν νόμιμα στα Επτάνησα, μια ιδεολογική προκήρυξη, το «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» , που απευθυνόταν «προς τους κατοίκους των Ιονικών Επτά Νήσων», και όλο το Γένος των Ελλήνων. Αυτή η ανυπόγραφη «ιδεολογική επαναστατική μπροσούρα», ήταν το τρίτο συλλογικό πολιτικό προεπαναστατικό κείμενο των Φιλογενών, μετά την «Ελληνική Νομαρχία» και το «Ρωσοαγγλογάλλο».
Το «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» ήταν «αφιερωμένο» από τους Ε.Φ, που το έγραψαν σε «φιλογενείς ψυχές», όπως ανέφεραν στον πρόλογο, και προανήγγελλε την επερχόμενη απελευθέρωση, τονίζοντας : «Θαρσείτε Έλληνες! Των αγώνων σας το στάδιον μέγα δεν είναι. Ολίγη φιλοτιμία και η νίκη είναι βεβαία. Μικρός σπινθήρ πατριωτισμού και η γενική και μερική ευδαιμονία βεβαιοτάτη». Τα αρχικά Ε.Φ. (είτε «Εταιρεία των Φίλων» είτε «Εταιρεία του Φοίνικα»), δείχνουν ανθρώπους που ήσαν πολύ κοντά στον Καποδίστρια.
Η «ιδεολογική επαναστατική μπροσούρα» των Φιλογενών, που κυκλοφόρησε το 1817, ήταν το πρώτο «πολιτικό Δοκίμιο» στην Ελληνική γλώσσα.
Με τη λέξη «δοκίμιο», που δημιούργησαν από το ρήμα «δοκώ» οι συγγραφείς , απέδωσαν στα ελληνικά την έννοια του Essay (Essai) του Τζών Λόκ.
Είναι πιθανό η αλυσίδα της λεκτικής παραγωγής να ξεκίνησε από τον αιολικό τύπο του «δοκώ» και του «οίομαι», το «δοκίμωμι» που χρησιμοποίησε και η Σαπφώ. Μπορεί όμως η βάση της δημιουργίας της νέας λέξης να ήταν το δημώδες «δοκιούμαι», που σημαίνει, εννοώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω. Όπως και να έχει, έτσι μπήκε το «δοκίμιο»στα Ελληνικά. Το δεύτερο «Δοκίμιο», ήταν αυτό για τη «Φιλική Εταιρεία», του Φιλήμονα.

Το «Ελλληνικό» Τυπογραφείο και ο Νικόλαος Σκούφος

Η «Ελληνική Νομαρχία» ήταν αφιερωμένη από τους Φιλογενείς στον Ρήγα,
«εις τον τύμβον του μεγάλου κα αειμνήτου Έλληνος Ρήγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος», τον οποίο συναριθμούσαν , «εις τον κατάλογον των Επαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καὶ Θρασυβούλων». Κατά τον αυτό τύπο, το «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού», ήταν αφιερωμένο στον Αληθινό Πατριώτη, την Κορωνίδα και το καύχημα ολοκλήρου του Ελληνικού Γένους, τον ζωντανό στύλο της Πατρίδος , τον δεύτερο Μιλτιάδη και τον νέο Θεμιστοκλή», τον Ιωάννη Καποδίστρια, προς τον οποίο οι «Ε.Φ.» έγραφαν:
 «Το όνομα σου είναι χαραγμένο στις καρδιές όλων μας, και οι αληθινοί πατριώτες βλέπουν στο πρόσωπο σου τον δεύτερο Μιλιτιάδη και τον νέο Θεμιστοκλή», και έψαλαν προς τον «Γενναίο και ένδοξο Άνδρα», τον «Άγιο Ιωάννη του Φοίνικα»,«Πολυχρόνιο». Η «Ελληνική Νομαρχία» είχε ως προμετωπίδα τη φράση του Βιργίλιου «Αναφανήναι τις εκ των οστέων ημών έκδικος(δηλ.Τιμωρός)», (Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor).
Από αυτό τον στίχο άλλωστε άντλησε την έμπνευση ο Σολωμός για να γράψει το «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Το «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού», κατ’ αναλογία έχει σαν προμετωπίδα, το ακόλουθο απόσπασμα από επιστολή του Ι.Κ. (Ιωάννη Καποδίστρια) προς τον Α.Β. «Δι’ αυτής γαρ υπάρχομεν (της πατρίδος) , και υπέρ αυτής ζειν οφείλομεν».
Τα αρχικά, δείχνουν τον ίδιο «Κώδικα» που μας παρουσίασε χρόνια μετά ο Φιλήμων, ως κώδικα της «Φιλικής Εταιρείας».
Ο ΑΑ της Φιλογένειας, ήταν ο Ι.Κ. που έγραφε στον ΑΒ της οργάνωσης ΕΦ, ο οποίος βρισκόταν στην Κέρκυρα.
Η Ελληνική Νομαρχία, είχε συνταχθεί «ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» και εκδόθηκε «εν Ἰταλίᾳ. 1806».
Το «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού», «αφιερωθέν υπό Ε.Φ» εκδόθηκε από τον Ν. Γ, το «αωιζ», «ΕΝ ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ», εκ του «ΕΛΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ».
Η ελληνική γραφή της χρονολόγησης δείχνει την ταυτότητα των εκδοτών, και συμπίπτει με τη γραφή της χρονολογίας στους τάφους στην Πλατυτέρα.
Το «Ελληνικό Τυπογραφείο» της «Φιλαδέλφιας» ήταν ανύπαρκτο και ήταν μια σκόπιμη παραπληροφόρηση για παραπλάνηση της αγγλικής λογοκρισίας. Τυπογραφεία με ελληνικά στοιχεία υπήρχαν το 1817, στην Κωνσταντινούπολη, στην Βενετία, το Λιβόρνο, στην Βιέννη, στην Λειψία , στο Βουκουρέστι, και στην Κέρκυρα. Αλλά το μεν τυπογραφείο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Πατριαρχείου, της δε Κέρκυρας υπό τον έλεγχο του Μέτλαντ και εκείνο της Βιέννης βρισκόταν υπό τον αστυνομικό έλεγχο του Μέτερνιχ.
Τα βιβλία του τυπογραφείου του Βουκουρεστίου διαφέρουν πολύ από τυπογραφικής πλευράς από το «δοκίμιο» , οπότε απομένουν η Βενετία, την οποία έδειχναν με το «ΕΝ ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ», διότι ο ορθόδοξος Έξαρχος της Βενετίας έφερε τον τίτλο του μητροπολίτη Φιλαδελφείας, η Λειψία και το Λιβόρνο. Επειδή, ο εκδότης Ν.Γ πληροφορήθηκε «επί του πιεστηρίου», ότι «συγγραφέας» ήταν ο φιλογενής από τη Σμύρνη, ο Νικόλαος Σκούφος, που έγραψε το δοκίμιο στο Μόναχο, ( εν Μυνυχία) της Βαυαρίας,(Παυαρίας), πρέπει να αποκλείσουμε και τον γερμανικό χώρο και να υποθέσουμε ότι το «Δοκίμιο» τυπώθηκε στο Λιβόρνο. Μια αντιπαραβολή με άλλες εκδόσεις του ίδιου τυπογραφείου νομίζω ότι θα λύσει το ζήτημα.
Το «Ελλληνικό» με τρία λάμδα και μάλιστα στο εξώφυλλο, δεν ήταν τυπογραφικό λάθος αλλά συνθηματικό.
Η επιλογή του μέλους της οργάνωσης Νικολάου Σκούφου, ως του συγγραφέα, ήταν ακόμη μια σκοπούμενη παραπλάνηση, για να στρέψουν τα φώτα της «λογοκρισίας» στον «Απόστολο» Νικόλαο Σκουφά, που είχε ήδη κατέλθει από τη Μόσχα στην Οδησσό.
Ο Nικόλαος Σκούφος πάντως, εξέδωσε το 1834 στο Ναύπλιο έναν από τους δύο τόμους της συλλογής των «συνθηκών, πρωτοκόλλων και διπλωματικών εγγράφων, αποτελούντων το ουσιωδέστερον μέρος της διπλωματικής ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους».

Ο Πατριωτισμός και η Ορθοδοξία

Ο συνταγματικός (Ιακωβίνικος) Πατριωτισμός που διέδωσαν και καλλιέργησαν οι «δημοκρατικοί Γάλλοι», εξελίχθηκε από τους Φιλογενείς Εθνικιστές της Επτανήσου, σε κίνημα εθνικού αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων. Το βασικό τους επαναστατικό πρόγραμμα διατυπώθηκε στο Μανιφέστο της Επαναστατικής Οργάνωσης ,την «Ελληνική Νομαρχία».
Το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ήταν παιδί των «Φιλογενών», που άλλαξαν τον υπόδουλο χριστιανό, από ραγιά, σε υπερήφανο για την εθνική του καταγωγή «Έλληνα», και μετέτρεψαν το Γένος των Χριστιανών, στο Γένος των Ελλήνων, που σήκωσε την Ρομφαία.
Μπορεί οι Φιλογενείς να μιλούσαν γενικά από το 1803, για το «ημέτερο έθνος», όμως ως το 1817 η πολιτική τους σκέψη ωρίμασε και προχώρησε. Η Επανάσταση, ορίστηκε ως Εθνικοαπελευθερωτική, εγκαταλείφτηκε ο ταξικός χαρακτήρας της εξέγερσης των «αβράκωτων κατά της Τυραννίας» , και άφησαν πίσω τους τον σεχταρισμό των Ιακωβίνων, κάνοντας την Ορθοδοξία και τον κλήρο επαναστατική δύναμη.
Έτσι ο «αντιδραστικός» και αμόρφωτος κλήρος επιστρατεύτηκε στην υπόθεση της Ελευθερίας του Έθνους , μπήκε μπροστά με τον σταυρό και με το όπλο, συμβούλευσε τους πιστούς Χριστιανούς ότι χωρίς πατρίδα και θρησκεία δεν μπορούμε πλέον να υπάρξουμε, ευλόγησε και αγίασε τα όπλα δημοσίως, και ύψωσε την σημαία του σταυρού και του Έθνους.
Στο «Δοκίμιο», διατυπώθηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένα το επαναστατικό δόγμα «πατρὶς καὶ θρησκεία», και το σύνθημα «για του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Οι Φιλογενείς εξηγούσαν στο «Δοκίμιο», ότι «το υψηλό πατριωτικό πνεύμα», υπαγορεύεται από μια υψηλότερη , ιερότερη , και αγιότερη ηθική, από τη Χριστιανική διδασκαλία, διότι «η βάσις του Χριστιανισμού και του ιερού ευαγγελίου είναι η αγάπη προς τον πλησίον», ακριβώς όπως ο πατριωτισμός είναι η αγάπη προς τον συμπολίτη και ομογενή μας που είναι ο «πλησιέστερος πλησίον».
*(Υποσημείωση των Ε.Φ στη σελίδα 30 της έκδοσης του 1817).

«Αρκούμαι μεταξύ άλλων να αναφέρω την Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, τον αληθή και ζώντα στύλον της Πατρίδος σας, και το καύχημα του Γένους ολοκλήρου, τον εξοχώταον Κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν. Γενναίε και ένδοξε Άνερ! Οι υπέρ του Γένους σου λαμπροί αγώνες είναι πλέον παρά αξιώτεροι των ασθενών μου εγκωμίων. Δότι στεφανούνται καθ εκάστην με χρυσάς δάφνας από ολόκληρον τον εξευγενισμένον κόσμον, εις την ευδαιμονίαν του οποίου συνήργησας υπέρ άλλον τινά, και επί προσώπου όλης της οικούμενης εκύρωσας αυτήν δια της σφραγίδος σου. Το όνομά Σου, είναι εγκεχαραγμένον εις τας πλάκας των καρδιών μας, και οι αληθείς πατριώται δεν θεωρούσιν εις το πρόσωπόν Σου παρα δεύτερον Μιλιτιάδην ή άλλον Θεμιστοκλέα, οίτινες δια της απελευθερώσεως του Γένους και της Πατρίδος των απέκτησαν μνήμην αθάνατον εις τα ένδοξα χρονικά του ανθρωπίνου Γένους. Ας χαίρη η πατριωτική Σου καρδία, θερίζουζα τους δικαίους καρπούς των υπέρ του Γένους σου ενδόξων αγώνων , το οποίον ως εξ ενός στόματος Σοι εύχεται Ζωήν Πολυχρόνιον».

Αυτά, οι ιστορικοί των δολοφόνων που εξυμνούν τους ρουφιάνους Μακρυγιάννη και Ξάνθο τα έκρυψαν και τα ξέχασαν. Το 1847, το "Δοκίμιον περί πατριωτισμού" επανεκδόθηκε στην Αθήνα λογοκριμένο και πλαστογραφημένο από κάποιον Π. Πατρικίο, χωρίς την αναφορά στον Καποδίστρια. Αυτή την έκδοση έχει το Πανεπιστήμιο στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του.

Σπ. Χατζάρας

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Περί της Οικογενείας Βιττόρι και τους Καποδίστριες

Η καθολική Οικογένεια Βιττόρι,«Vittore», της «Caput Histriae», (Κόπερ) , εμφανίζεται στα Βενετσιάνικα αρχεία από το 1329. Η οικογένεια αυτή είχε πολλά κτήματα στην ενδοχώρα του Κόπερ, και ήσαν γαιοκτήμονες δύο χωριών στην Ίστρια, και συγκεκριμένα του Αγίου Πέτρου (Sveti Peter) και του Κρικάβτσε , (Krkavče). (Ανίτα Πίπαν. Πρέσβειρα της Σλοβενίας στην Αθήνα σε εκδήλωση για τον εορτασμό των 240 χρόνων από τη γέννηση του Καποδίστρια στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Το αρχείο του Κόπερ κάηκε το 1380, και έτσι δεν υπάρχει κανένα ιστορικό στοιχείο για την προέλευση της οικογενείας Βιττόρι, ούτε για το πότε εγκαταστάθηκαν στο Κόπερ. Έτσι η καταγωγή των «Βιττόρι» παραμένει μυστήριο. Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες αγνώστου προελεύσεως που επικαλούνται ορισμένοι ιστορικοί, ένας κλάδος της οικογένειας Vittore μετανάστευσε στο νησί της Κέρκυρας, το 1373, λόγω των συνεχών συγκρούσεων με μια άλλη εξέχουσα οικογένεια του Κόπερ, τους Verzi.

«Η οικογένεια Vittori, όταν μετακόμισαν στην Κέρκυρα, άλλαξαν τη θρησκεία τους και από Καθολικοί έγιναν Ορθόδοξοι , εξελληνίστηκαν και άλλαξαν επώνυμο και έγιναν Καποδίστρια». (Ανίτα Πίπαν)

Σύμφωνα πάντως με αυτήν την (αγγλική) άποψη, οι Καποδίστριες ήσαν είτε Ιταλοί, είτε Σλοβένοι, είτε Κροάτες, είτε Γερμανοί και δεν ήσαν Έλληνες, ήσαν Καθολικοί που «αλλαξοπίστησαν», και εξελληνίστηκαν.

Η συγγένεια των Καποδίστρια με τους Βιττόρι του Κόπερ, που δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά παραμένει ένας πολιτικός ισχυρισμός που λάνσαρε το 1874 ο αντικαποδιστριακός και αγγλόφιλος Αναστάσιος Γούδας.

Δέκα χρόνια πριν πάντως , το 1864 ο έγκυρος Γερμανός ιστορικός Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι που συνέγραψε βιογραφία του Καποδίστρια (Graf Johann Kapodistrias. Dissertation Univ. Heidelberg 1864; Berlin 1864) δεν έγραψε τίποτα για συγγένεια με τους Βιττόρι, ούτε για «Καθολικούς», ούτε για «εξελληνισμένους». Αντίθετα τόνισε ότι από την οικογένεια υπήρξαν ένδοξοι πολεμιστές, ιερείς, ηγούμενοι και αρχιδιάκονοι.

*Η Βίκι χαρακτήρισε το άρθρο αυτό… Γενική παρενόχληση

Αναζητείται και Καταζητείται ο Αλέξανδρος Ληψ

Ο Αλέξανδρος Ληψ είναι το σύμβολο της ελληνικής ψευδογραφίας των πρακτόρων και των ρουφιάνων της δεκάρας που παριστάνουν τους επιστήμονες και την πνευματική ηγεσία. Ο ψεύτης της Στοάς Εμμανουήλ Ξάνθος στον οποίο έδωσε σύνταξη ο Ρότσιλντ όταν έκοψαν τη σύνταξη του τυφλού Νικηταρά και τον έστειλαν στην επαιτεία, το 1845 συνεργαζόμενος με τον Φιλήμωνα εμφάνισε τα πλαστά ακαι γεμάτα ψέματα απομνημονεύματα του στα οποία ανέφερε και τα εξής καταπληκτικά:
«Εν μια των φιλικών συναναστροφών κατά το 1814, οι τρείς ούτοι φίλοι, συνομιλούντες περί της αθλίας καταστάσεως και τυραννίας εις ην οι ομογενείς υπέκειντο εις την Τουρκίαν και μάλιστα εις την Πελοπόννησον , την Ήπειρον και μερικάς νήσους , και ταλανίζοντες την σκληράν, τύχην του Έθνους, εμέφοντο την αδιαφορίαν ην οι χριστιανοί βασιλείς εις την εν Βιέννη Σύνοδον, μετά την πτώσιν και αποπομπήν εις την νησον Έλβαν του Ναπολέοντος, έδειξαν δι΄αυτό, εν ω σοφός τις εις Βιέννην εξέδωσε διατριβήν τινά εις φυλλάδιον , συμβουλεύων τους συμμάχους βασιλείς να στείλλωσι τα ηδη ενωμένα νικηφόρα στρατεύματα τους πέραν του Δουνάβεως, προς ελευθέρωσιν ενός παλαιού και ενδόξου Έθνους του ελληνικού ,προ αιώνων δουλωμένου από άλλο βάρβαρον και ανεπίδεκτον πολιτισμού έθνος το Τουρκικόν κτλ. Αλλά η αουστριακή Κυβέρνησις ειδοποιηθείσα παρα του εκεί επιτετραμμένου της οθωμανικής Πόρτας Μαυρογένους εμπόδισε κατασχούσα το ρηθέν φυλλάδιον και ειπούσα ότι δεν υπάρχει εις τους κώδικας των εθνών Ελληνικόν Έθνος και άλλα τοιαύτα».

Ένας σοφός εξέδωσε σε φυλλάδιο , διατριβή , που προέτρεπε εις τους συμμάχους βασιλείς να στείλουν τα νικηφόρα στρατεύματα τους πέραν του Δουνάβεως, προς ελευθέρωση του ελληνικού Έθνους, αλλά τον κάρφωσε ο Μαυρογένης και κατέσχε το φυλλάδιο ο Μεττερνιχ. Η πλοκή του «Δράματος» είναι αντάξια ενός λαδέμπορα. Το βιβλιαράκι, το φυλλάδιο, η διατριβή, πάντως κατασχέθηκε. Λίγα χρόνια μετά , το 1859, ενώ ο Ξάνθος έχει πεθάνει πέφτοντας από της σκάλες της παλιάς βουλής , ο Μινχάουζεν Ιωάννης Φιλήμων, εκδίδει το δεύτερο Δοκίμιο, το οποίο διορθώνει το πολλαπλά εσφαλμένο πρώτο. Στο νέο παραμύθι ο Φιλήμων -Μινχάουζεν ο δημιουργός της ανύπαρκτης «Φιλικής Εταιρείας» λάνσαρε τον Αλέξανδρο Ληψ, γράφοντάς:
«Τότε δε και πραγματεία τις σοφού ανδρός Γερμανού δημοσιευθείσα, προεχώρει πέραν της ιδέας αυτής του Καποδιστρίου. Είτε φίλος αυτού, είτε αυθόρμητος εκπληρών εν χρέος αληθούς χριστιανού και τιμίου ανθρώπου ο Αλέξανδρος Λήψ, Καθηγητής της φιλοσοφίας και τοι έχων ίδιον αντικείμενον, «τον γερμανικόν σύνδεσμον» περιέλαβεν εν αυτώ και το ελληνικόν ζήτημα, αναπτύσσων τουτο δια πολλών και συμβουλεύων τοις νικηταίς του Ναπολέοντος συμμάχοις, «ίνα πέμψωσι εν ονόματι του χριστιανισμού και της δικαιοσύνης τους ηνωμένους στρατούς εαυτών πέραν του Ίστρου, και να σώσωσιν από του ζυγού των βαρβάρων την Ελλάδα, κρημνίζοντες τον θρόνον της βαρβαρότητος».

Ο «σοφός» λεγόταν Αλέξανδρος Λήψ ήταν «πιθανώς φίλος του Καποδίστρια», (όπως ο Στάιν), και το δοκίμιο δεν κατασχέθηκε αλλά κυκλοφόρησε. Η μεγάλη πλάκα με τους «ιστοριοδίφες» του περιστυλίου είναι ότι από το 1859 δεν έχει βρει κανένας ούτε το φυλλάδιον ούτε την «πραγματεία» και κυρίως δεν έχουν βρει τον Αλέξανδρο Ληψ. Έναν Σοφό σαν τον «Σόλινγκεν» του Σακελλαρίου και τον «Δνείπερ» του Νιρβάνα. Σε αυτό το επίπεδο κινείται η ελληνική ιστοριογραφία και αυτό διδάσκουν στα σχολεία

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Περί της καταγωγής των Καποδίστρια

«Η οικογένεια Καποδιστρίου είναι αρχαιοτάτη, αναγομένη μέχρις αυτού του ΙΓ' αιώνος μ. Χ.[1] και οι ρίζες της ανιχνεύονται στο δεσποτάτο της Ηπείρου, και ήσαν συγγενείς των Νικηταίων της Κωνσταντινουπόλεως και αποτελούν επομένως, «βλαστούς του ημετέρου γένους», κατά την έκφραση του Ιωάννου Κομνηνού του Δουκός.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204, ένας κλάδος της οικογένειας εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Αργυροκάστρου,[2]και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον Δεσπότη της Ηπείρου και Βασιλέα ης Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Κομνηνό, ο οποίος ήταν σύμμαχος του αφορισμένου από τον Πάπα ,Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Χοχενστάουφεν, και ο οποίος χρειαζόταν έμπιστους Ορθοδόξους στρατιωτικούς γιατί δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τους καθολικούς μετά τον αφορισμό του.

Κατά το 1250 μ.Χ , «πρόγονός τις», των Καποδίστρια, «ανδραγαθήσας παρά τω αυτοκράτορι της Γερμανίας Φρειδερίκω τω Β'» [3],κατά την καταστρεπτική για τους Παπικούς μάχη της Τσίνγκολι στις 20 Αυγούστου 1250,έλαβε, «τον τίτλον και την κομητείαν της Ιουστινουπόλεως»,[4], δηλαδή, στο σημερινό Κόπερ της Σλοβενίας, που, ως πρωτεύουσα της Ίστριας ονομαζόταν «Caput Histriae» και λέγεται στα ιταλικά ακόμα και σήμερα Καποντίστρια ή «Capodistria».
Η καταγωγή των Καποδίστρια επομένως, δεν ήταν «από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής, (Capo d'Istria)», ούτε «από τη Βενετία».

Επειδή οι πρόγονοι των Καποδίστρια ήσαν προσκείμενοι πολιτικά στον Φρειδερίκο ανήκαν στους «Γιβελίνους» και ως Γιβελίνοι αντιμετώπισαν τους διωγμούς των Παπικών Γουέλφων. «Καταδιωκόμενοι παρά του υπερισχύσαντος εν τη πόλει Καποντίστρια κόμματος του Πατριάρχου της Ακυληίας, ούτινος επί κεφαλής ίστατο η κραταιά οικογένεια Γουέρκη»,[5] οι αδελφοί Νικηφόρος, (Βίκτωρ), και Νικόλαος Καποδίστριαι, «αφίκοντο τω 1329 εις Κέρκυραν», που βρισκόταν ακόμα στην επικράτεια του βασιλείου της Νεαπόλεως .«Εν Κερκύρα αποκαταστάντων των δύο τούτων αδελφών, ο Βίκτωρ ενυμφεύθη την μονογενή θυγατέρα του πλουσίου και ευγενούς Κερκυραίου κόμητος Κονδόκαλη και εκ του γάμου τούτου έλκει το γένος η οικογένεια του Καποδιστρίου»,[6] [7].

Πάντως οι Καποδίστριες είτε εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα το 1329, είτε το 1373, το έκαναν πριν την κατάληψη της από τη Βενετία, και το 1386 συμμετείχαν στις μάχες για την κατάληψη των φρουρίων των Κορυφών, του Αγγελόκαστρου και της Κασσιόπης από τους Ανδεγαυούς, και για αυτό συμμετείχαν εξ αρχής στο "Συμβούλιο της Κοινότητας".
Η οικογένεια των Καποδιστρίων ανήκε στους «nobili» από το 1386, και επομένως είναι εντελώς εσφαλμένο το ότι "προεγράφησαν μεταξύ των ευγενών οικογενειών της Κερκύραςτο 1477" και ότι δήθεν, «η οικογένεια Καποδίστρια στα αρχεία των ευγενών της Κέρκυρας το 1477 αναφερόταν ως καθολική».
Άλλωστε δεν υφίσταται ούτε έχει δημοσιευτεί και δεν υπάρχει απολύτως κανένα έγγραφο «του 1477», στο οποίο αναφέρονται οι Καποδίστριες ως «Καθολικοί» , ενώ το λεγόμενo “Libro d' Oro”, αποφασίστηκε να συνταχθεί το 1572.

 Σε απόφαση του Συμβουλίου γραμμένη στα ιταλικά του 1610 διαγράφηκαν από το Libro d’ Oro, τέσσερεις γιοί του Βεττούρου, (Βίκτωρα), Καποδίστρια, [8] «επειδή δεν κατοικούσαν στην πόλη της Κέρκυρας», αλλά, «εις το μεληκήον», της Λευκίμης όπου υπάρχουν συμβολαιογραφικά έγγραφα για αυτούς από το 1488.
Οι Καποδίστριες της Λευκίμης αγόρασαν σπίτι στην Κέρκυρα το 1611, στη Γαρίτσα. Εν πάσει περιπτώσει οι Καποδίστριες δεν ήσαν «καθολικοί και αλλογενείς, που εξελληνίστηκαν».

Το 1864 ο Γερμανός ιστορικός Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι[9] δεν έγραψε ούτε για «Καθολικούς», ούτε για «εξελληνισμένους». Αντίθετα τόνισε ότι από την οικογένεια υπήρξαν ιερείς, ηγούμενοι και αρχιδιάκονοι.

Οι Καποδίστριες πολέμησαν στην άμυνα κατά των γενοβέζων το 1403 και στις μάχες για την απόκρουση το Τούρκων το 1431, το 1537, το 1571, και το 1573, και επειδή, ήσαν συγγενείς του Χριστόφορου Κονδόκαλη απέκτησαν γη και στο Εξαμίλιο όπως και η οικογένεια Κονδόκαλη, αλλά και στο Βουθρωτό και , ένας από τους Καποδίστριες βρισκόταν στη γαλέρα του Κοντόκαλη στη ναυμαχία του Ακτίου.

Ο Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι που έγραψε τη βιογραφία του Καποδίστρια αναφέρει ότι, "στην οικογένεια του υπήρχαν άνδρες που διακρίθηκαν πολεμώντας γενναία εναντίον των Τούρκων", και ως πλέον ενδόξους ονόμασε τον Αλοίζο, τον Στέλιο, τον Φραγκίσκο και τον Νικόλαο, οι οποίοι, «μνημονεύονται με δόξα στα χρονικά της πατρίδας τους».

Στο πρακτικό εκλογής του Συμβουλίου των 150 του 1560 ,[10] αναφέρεται ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου ο Νικόλαος Καποδίστριας.
Το 1571, ο Αλεβίζος Καποδίστριας , ηγήθηκε της άμυνας των Χειμμαριωτών κατά των Τούρκων, και σχεδόν 100 χρόνια μετά, το 1669 , ο γιος του Βιάρου Καποδίστρια , Νικόλαος , τον οποίο είχαν εξορίσει από την Κέρκυρα λόγω μιας μονομαχίας με κάποιον από τους Κατσαΐτες, και ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, ασχολούμενος με το εμπόριο, δαπάνησε μεγάλα ποσά, για την απελευθέρωση Χριστιανών αιχμαλώτων από την πτώση του Χάνδακα.
 Σε εκείνον δόθηκε ο τίτλος του Κόμη και απόγονος του ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Το 1690 ο Γεώργιος, ο Φραγκίσκος και ο Σταύρος Καποδίστριες συγκρότησαν ιδία δαπάνη σώμα Χειμαρριωτών, και συμμετείχαν στην υπεράσπιση της περιοχής από τη νέα επίθεση των Τούρκων, και λίγο αργότερα το 1716, ο Φραγκίσκος και ο Βίκτωρ, (Νικηφόρος) Καποδίστριες διακρίθηκαν μαχόμενοι κατά την πολιορκία της Κερκύρας.
Αυτοί ήσαν και οι τελευταίοι «στρατιωτικοί» της οικογένειας διότι η πολιτική της Βενετίας μετά το 1700 δεν επέτρεπε πλέον στους Έλληνες ευγενείς να εξελίσσονται στον στρατό για να μην καθίστανται επικίνδυνοι.
Ο Κωνσταντίνος Σάθας αναφέρει επίσης τον Αντώνιο Καποδίστρια, αδελφό του Νικολάου και προπάππου του Ιωάννη, που στάλθηκε στην Πελοπόννησο το 1700 για να συγχαρεί τον Μοροζίνη για τις νίκες του κατά των Τούρκων ως έκτακτος απεσταλμένος της πόλεως της Κερκύρας. Επίσης, αναφέρεται ο Άγγελος Καποδίστριας που ήταν μέλος της Κερκυραϊκής συγκλήτου το 1681 και ο Σπυρίδωνας Καποδίστριας, «Καντζελάριος της Πόλης της Κέρκυρας», που είναι ο συντάκτης του χειρόγραφου σημειώματος του 1754 σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών του Συμβουλίου των 150.

1. Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης , Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Α. Καποδιστρίου 2. Βασίλειος Ζώτος, εν τη «Νέα Εφημερίδι» της 10 Μαΐου 1887}, 3. Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης , Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Α. Καποδιστρίου 4.Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης , Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Α. Καποδιστρίου 5. Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης , Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Α. Καποδιστρίου 6. Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης , Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννη Α. Καποδιστρίου 7.Ο Γερμανός ιστορικός Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι το 1864 χρονολόγησε τη μετακίνηση των Καποδίστρια από την Ιουστινούπολη στην Κέρκυρα στο 1373 8. βλ. Ερευνητής-συγγραφέας Κων. Καραμούτσος 9. Graf Johann Kapodistrias. Dissertation Univ. Heidelberg 1864; Berlin 1864 10.Βλ.Ανδρέας Δ. Μαζαράκης

Την εργασία αυτή η Βικιπαίδεια, που έχει βάλει αυτόματα φίλτρα για να ελέγχει το τι γράφεται για τον Καποδίστρια ώστε να διαδίδουν εκ του ασφαλούς μόνο τα ψέματα της Στοάς, την μπλοκάρει
γράφοντας: « Ένα αυτόματο φίλτρο έχει αναγνωρίσει αυτή την επεξεργασία ως βλαβερή και την έχει αποτρέψει». «Ένα αυτόματο φίλτρο έχει αναγνωρίσει αυτή την επεξεργασία ως μη εποικοδομητική».