Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

Η 1η Νοεμβρίου 1800 στην Βασιλεύουσα και ο Αντώνιος Καποδίστριας

του Σπύρου Χατζάρα

Η 1η/13η Νοεμβρίου 1800, ήταν μια ημέρα ελληνικού μεγαλείου που οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, μικροί και μεγάλοι, περίμεναν 347 χρόνια. 
Οι μύθοι, οι προσευχές, και οι προφητείες γίνονταν πραγματικότητα. «Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ΄ναι». Ειδοποιημένοι έγκαιρα οι Έλληνες, είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, παρόλο που ήταν εργάσιμη μερα. 
Ήταν Πέμπτη. 
Στις 11 το πρωί, ο Κόμης Αντώνιος Καποδίστριας και ο Κόμης Νικόλαος Σιγούρος-Δεσύλας ,έφιπποι, διέσχιζαν τους δρόμους της Πόλης, πηγαίνοντας από τον Τοπχανέ, στο Σεράι, για να πάρουν από τον Βεζίρη, το φιρμάνι για την ίδρυση της Ιονίου Πολιτείας. Από την Άλωση της Πόλης το 1453, για πρώτη φορά, Έλληνες, διέσχιζαν έφιπποι τη βασιλεύουσα.
Μπροστά από τον Καποδίστρια και τον Σιγούρο πήγαινε ουλαμός έφιππων γενιτσάρων και ακολουθούσαν ο διερμηνέας, οι γραμματείς της πρεσβείας της Ιονίου Πολιτείας και το προσωπικό. 
Οι δύο πρέσβεις, όταν έφθασαν στο γιαλό, αφίππευσαν και μ’ ένα «μεγαλοπρεπές πλοίο», κατευθύνθηκαν προς το Σεράι. Δίπλα τους, έπλεαν όλα τα ελληνικά πλοία, ακόμα και οι βάρκες, με Νησιώτες και ομογενείς που γεμάτοι χαρά και συγκίνηση συνόδευαν τους δύο πρέσβεις. 
Όταν έπιασαν στην αποβάθρα του Βαλσέ-καπί ,περίμεναν τους πρέσβεις πλουσιοστόλιστα άλογα «κεκοσμημένα χρυσοχαλίνοις και αργυρομένοις εφίπποις», όπως εγραφε ο Χιωτης στην περιγραφή του, τα οποία είχε στείλει η Υψηλή Πύλη. Η συνοδεία τώρα ήταν 24 γενίτσαροι, Τζοχαδαραίοι και Τσασίσηδες. Πίσω τους ακολουθούσαν εκατοντάδες «Ρωμιοι». Όταν τελείωσε η τελετή στο Σεράι, οι πρέσβεις βγήκαν και ο χώρος μπροστά τους ήταν γεμάτος ασφυκτικά από Ρωμιούς που φώναζαν «ζήτω» για τη η Νέα Πολιτεία. 
Ο νεαρός Αυγουστίνος Καποδίστριας, κατέβαινε τις σκάλες κρατώντας τη σημαία με τον Σταυρό, που επιτέλους κυμάτιζε ξανά στην πόλη των Βασιλέων . 
Η πομπή των πρέσβεων ξεκίνησε για το Πατριαρχείο. Μπροστά πήγαινε έφιππος ένας Κεφαλλονίτης πλοίαρχος κρατώντας τη σημαία της Πολιτείας των Επτά Νήσων, που έφερε σε κυανό φόντο, τον πτερωτό λέοντα της πρώην κυριάρχου Βενετίας και επτά λόγχες που συμβόλιζαν τις επτά νήσους του Νεου Ελληνικού Κράτους. 
Οι Εθνικιστές της Φιλογένειας, είχαν προτείνει για σημαία τον αναγεννώμενο Φοίνικα, ως σύμβολο εθνικής αναγεννήσεως και προάγγελο της μελλούσης αναστάσεως ολοκλήρου του Έθνους, αλλά η πρόταση απερρίφθη από τους Ιταλογενείς και το συντηρητικό αρχοντολόι , που θεωρούσαν τη Νέα Πολιτεία όχι το κύτταρο της απελευθέρωσης του Εθνους, αλλά συνέχεια της Βενετοκρατίας . 

Στο Πατριαρχείο, περίμενε τον Καποδίστρια και τον Σιγούρο, όλη η Σύνοδος και ο Πατριάρχης, κρατώντας τον σταυρό, και το Ευαγγέλιο . 
Ο Πατριάρχης, όρθιος και δακρυσμένος ευλόγησε τη σημαία και το Σύνταγμα, τα οποία και ασπάσθηκε. 
Ακολούθησε δοξολογία και δέηση υπέρ της ευημερίας της νέας πολιτείας, και στο τέλος η εκκλησία αντήχησε από την κραυγή, «Ζήτω η νέα ελληνική πολιτεία !». Από το Πατριαρχείο, έφιπποι οι αντιπρόσωποι της Ιονίου Πολιτείας, πέρασαν απ όλη τη συνοικία του Φαναρίου , και ξαναμπήκαν στα πλοία για να διασχίσουν το στενό. Όταν το πλοίο που μετέφερε τη σημαία και τους δύο πρέσβεις πέρασε μπροστά από τα βασιλικά πλοία της Ρωσίας και της Αγγλίας, που περίμεναν, χαιρετίστηκε με 21 κανονιοβολισμούς. Το πλοίο των πρέσβεων το συνόδευαν όλα τα ελληνικής ιδιοκτησίας, πλωτά μέσα ,που βρίσκονταν στην Πόλη. Σαν έπιασε το πλοίο ξανά στον Τοπχανέ, η πρεσβεία έγινε δεκτή με κανονιοβολισμούς από το Φρούριο και από τα τούρκικα πλοία που ήσαν προσορμισμένα στον Ντολμά Βακσί. Αυτές , ήταν στιγμές μεγαλείου που προοιώνιζαν την Ανάσταση του Γένους. Η δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους πυρπόλησε τις ψυχές των Ελλήνων.
 Η Επτάνησος Πολιτεία, αναπτέρωσε τις ελπίδες του Πανελληνίου για εθνική αποκατάσταση. Η δημιουργία της Ιονίου Πολιτείας ήταν σχέδιο και επίτευγμα των Υψηλαντών, πατρός και υιού. Του Αλέξανδρου και του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ο οποίος το 1796 , σε ηλικία 36 ετών, είχε διοριστεί Μέγας Δραγουμάνος της Πύλης. Αυτός συνέλαβε την μεγαλοφυή ιδέα της τριπλής συμμαχίας Αγγλίας, Ρωσσίας και Τουρκίας κατά του Ναπολέοντα, που εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και την ασφάλεια της Τουρκίας αλλά και την Μεγάλη Ιδέα της Ανάστασης του ελληνικού Έθνους. 
Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πρότεινε στους τρεις συμμάχους την κοινή κατάληψη των Επτανήσων, από Ρώσσους και Τούρκους και προκάλεσε την επιστολή του Πατριάρχη προς τον λαό των νησιών, με τη ρητή υπόσχεση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους, και πέτυχε μετά την κατάληψη, σε συνεργασία με τον πληρεξούσιο πρέσβη του λαού της Επτανήσου Αντώνιο Καποδίστρια, να αποτραπούν τόσο η παραχώρηση των νησιών στον βασιλέα της Νεαπόλεως όσο και η μονομερής κατοχή τους, είτε από την Τουρκία, είτε από την Ρωσσία. Ο ανταγωνισμός των τριών Υπερδυνάμεων λειτούργησε υπέρ των Ελλήνων. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν βρισκόταν στην Πόλη εκείνες τις Ιστορικές ώρες αφού τον Νοέμβριο του 1799 είχε διοριστεί ηγεμόνας της Μολδαβίας. 
Το Κράτος των Επτανήσων θα ήταν η εστία της αναγέννησης του ελληνικού κράτους, που γύρο του θα συσπειρώνονταν όλο το Έθνος. Αυτή ήταν η Μεγάλη Ιδέα που έγινε πολιτικό πρόγραμμα από τούς Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Αντώνιο Καποδίστρια. Παράλληλα η τριπλή συμμαχία ακύρωνε την μόνιμη Ρωσσική απειλή κατά της Τουρκίας, μείωνε την στρατιωτική πίεση , και ενίσχυε έτσι τις πιθανότητες εφαρμογής από τον Σελίμ Γ΄ των εκσυγχρονιστικών σχεδίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που του προωθούσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο πρεσβύτερος, που απέβλεπε στην εκμετάλλευση της παρακμής και των δομικών αδυναμιών του τουρκικού κράτους και στην τελική ,εξ εφόδου κατάληψη του, εκ των έσω. 

(Απόσπασμα από την Επανάσταση των Φιλογενών)

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

H καταστροφή της Πάτρας το 1595

Κατά τον Μακρύ τουρκικό Πόλεμο (1591-1606) , ένας ισπανικός στόλος από τη Νάπολη και τη Σικελία, υπό τον Πέδρο Αλβάρεζ ντε Τολέδο, Μαρκήσιος της Βιλαφράνκα, κατέστρεψε την Πάτρα, σε αντίποινα για τις τουρκικές επιδρομές κατά των ιταλικών ακτών. Η επιδρομή ήταν τόσο καταστροφική που ο Σουλτάνος Μουράντ Γ συζήτησε την εξολόθρευση των Χριστιανών της Κωνσταντινούπολης για εκδίκηση, αλλά τελικά αποφάσισε να διατάξει την απέλαση όλων των ανύπανδρων Ελλήνων από την πόλη.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

10 Μαΐου 1829. Ο Άγγλος πρωθυπουργός Δούκα του Ουέλινγκτον, διάταξε την έκδοση της εφημερίδας της Ύδρας «ο Απόλλων», με αρχισυντάκτη τον Πολυζωίδη και τον επικοινωνιακό Πόλεμο εναντίον του Καποδίστρια

#Docref=WP1/1022/8 
Αντίγραφο του υπομνήματος από τον Δούκα του Ουέλινγκτον προς τον Τζώρτζ Χάμιλτον Γκόρντον Λόρδο Άμπερτιν σχετικά με την σκοπιμότητα έναρξης πόλεμου δια των εφημερίδων με τον Καποδίστρια. «ένας πόλεμος δια των εφημερίδων στα Ιόνια νησιά Ionian, και στον Μωριά , κλπ., μπορεί να είναι χρήσιμος για να κάνει τον Καποδίστρια να συνειδητοποιήσει ότι και οι άλλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό το όπλο, όπως και αυτός. Ο κ. Ντόκινς θα μπορούσε να δώσει στον Καποδίστρια το μήνυμα ότι η συμπεριφορά του δεν έχει την υποστήριξη μας.». 

Copy of a memorandum from Arthur Wellesley, first Duke of Wellington, to Lord Aberdeen on the expediency of entering into a newspaper war with Capodistrias, 10 May 1829 «a newspaper warr in the Ionian Islands, the Morea, etc., may be useful now and again to make Capodistrias realise that others can use this weapon as well as he. Mr. Dawkins could give Capodistrias a hint that his conduct does not have whole hearted approval».

10 Φεβρουάριου1830. Ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Δούκας του Ουέλινγκτον, διέταξε την παρακολούθηση της οικογένειας του Καποδίστρια

Αντίγραφο επιστολής του Δούκα του Ουέλινγκτον, προς τον Σερ Τζώρτζ Μάρρευ υπουργό πολέμου και αποικιών της 10ης Φεβρουάριου 1830. (Κωδικός εγγράφου Wp1/1098/21) 

«Επιστρέφω τα αποσταλθέντα εκ της Κέρκυρας. Η οικογένεια του Καποδίστρια , είναι δυσαρεστημένοι υπήκοοι της Αυτού Μεγαλειότητας και ο Ιωάννης Καποδίστριας , σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, εκδήλωσε την εχθρότητά του προς τη χώρα, και δια τούτο επιθυμούμε λίαν ο σερ Φρέντερικ Ανταμ να συνεχίσει να παρακολουθεί στενά όλες αυτές τις οικογένειες, και ιδιαίτερα τον επικεφαλής της, σε ότι κάνουν και με ότι εμπλέκονται . Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η Ελλάδα είναι τόσο κοντά στα νησιά, και ο πληθυσμός είναι τόσο παρόμοιος και τόσο συνδεδεμένος με αυτούς των Ιόνιων Νήσων, ώστε ο κύριος Αρμοστής θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί στενά όλους όσους περνούν από εκεί .Αλλά πρέπει να απόσχει από την άσκηση οποιασδήποτε επιρροής, ή ακόμη και από οποιαδήποτε επικοινωνία, με οποιοδήποτε μέρος, είτε ασκεί κυβερνητική εξουσία είτε όχι. Η μοναδική του επαφή, εκτός από την επικοινωνία με άτομα που μπορούν να λάβουν τις κατάλληλες ανακοινώσεις προς αυτόν ή τους υπαλλήλους που απασχολούνται από αυτόν, θα πρέπει να είναι με τους οργανωμένους υπαλλήλους της ελληνικής κυβέρνησης, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Δεν υπάρχει άλλος ασφαλής ή πιό ειλικρινής τρόπος για να προχωρήσουμε». Φυσικά, ο Λόρδος Επίτροπος θα πρέπει να ενημερώνει τον Υπουργό για όλα όσα μαθαίνει».
 #Docref=WP1/1098/21
Copy of a letter from Arthur Wellesley, first Duke of Wellington, to Sir G.Murray, [Lieutenant General] , [G.C.B., G.C.H., Secretary of State for War and the Colonies], ordering the surveillance of the Capodistrias family and communications between Greece and the Ionian Islands, 10 February 1830: "I return the Corfu dispatches. The family of Capo d'Istrias being discontented subjects of His Majesty and John Capo d'Istrias having upon more than one occasion manifested his hostility towards this country, it is very desireable that Sir Frederick Adam should continue to observe closely all that this family, and particularly the head of it, do or engage in. It must be observed likewise that Greece being so near the islands, the population [f.1v] so similar and so nearly connected with those in the Ionian Islands, the Lord Commissioner must continue to observe closely all that passes there. But he must abstain from exercising any influence over, or even holding any communication, with any party, whether exercising the powers of government or not. His one intercourse, excepting with individuals to receive the communications which they may think proper to make to him or the officers employed by him, ought to be be with the organized officers of the Greek government, whatever [f.2r] that may be. There is no other safe or \ even / honest mode of proceeding." 10 Feb 1830: contemporary copy #Adate=10/02/1830 [Transcript] "Of course, the Lord Commissioner must keep the Secretary of State informed of all that he hears."

Προσπάθειες του Ουέλινγκτον να προσεταιριστεί τη Γαλλία

Το Νοέμβριο του 1828, το Λονδίνο, και του Δούκας του Ουέλινγκτον, ήθελαν το τέλος της σύγκρουσης μεταξύ της Τουρκίας και Ρωσίας, την επιστροφή των Πρέσβεων στην Κωνσταντινούπολη, και τη μετατροπή της ελληνική επικράτειας σε προτεκτοράτο. 
Στις 2 Δεκεμβρίου 1828, ο Ουέλινγκτον έλαβε επιστολή, (στα γαλλικά), του Γάλλου πρεσβευτή στο Λονδίνο, Πρίγκιπα ντε Πολινιάκ, ο οποίος απαντούσε με οδηγίες από το Παρίσι, στις προτάσεις που είχε υποβάλλει στις 26 Νοεμβρίου. προς τον Άρθουρ Γουέλσλεϋ, Δούκα του Ουέλινγκτον, για την κατάσταση στο Μοριά, που απαντούσε σε επιστολή του Δούκα της 26ης Νοεμβρίου που την είχε κοινοποιήσει στο Παρίσι στον υπουργό εξωτερικών Κόμη Φερροναί. 
Το Παρίσι, δεν συμφωνούσε με τον Ουέλλιγκτον και σημείωνε ότι , «η συμμαχία δεν μπορεί προς το παρόν να εξασφαλίσει την απόλυτη άμυνα της Ελλάδας ή την αποτροπή επιθέσεων εναντίον των Τούρκων, καθώς οι τελευταίοι δεν έχουν αποδεχθεί την εκεχειρία που έχει προταθεί». 
Ο Πολινιάκ σημείωνε ότι ο Φερροναί εκτιμούσε θετικά την πρόθεση του Δούκα να γράψει στον Καποδίστρια και να του προτείνει η Ελλάδα να αιτηθεί «ειδική προστασία» και τα εδάφη της να τεθούν υπό την εγγύηση της συμμαχίας και προσέθετε ότι « (το Παρίσι), δεν αμφέβαλε ότι αυτό που πρότεινε ο Ουέλλιγκτον θα μπορούσε να είναι το πλαίσιο μιας συμφωνίας, αν η επιστολή προς τον Καποδίστρια ήταν στο ίδιο πνεύμα .
«Οι Έλληνες θα αποδεχτούν έναν οδικό χάρτη που θα προτείνουν ταυτόχρονα η Βρετανία και η Γαλλία, κυρίως λόγω της εγγύησης που θα δοθεί σε αυτούς. Για την έγκριση των άλλων σημείων είναι απαραίτητη η γνώμη της διάσκεψης του Λονδίνου και του πρίγκιπα Λίβεν, ο οποίος αντιμετώπισε τις προτάσεις του Ουέλινγκτον ανέκφραστος» .
 Ο Ουέλλιγκτον πρότεινε την επιστροφή των πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων, και ο Πολινικάκ απαντούσε αρνητικά λέγοντας ότι «η παρουσία του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη είναι ασυμβίβαστη με την εμπόλεμη κατάσταση που υπάρχει μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας», και ότι «η επιστροφή του Άγγλου και του Γάλλου πρεσβευτή χωρίς τον Ρώσο πρεσβευτή δεν θα ήταν σκόπιμη διότι θα έδειχνε έλλειψη αρμονίας στη συμμαχία». Ο Πολινιάκ σημείωνε ότι η γαλλική κυβέρνηση θα ήθελε να τακτοποιηθεί άμεσα η ειρήνευση στην Ελλάδα, και προσέθετε ότι ο Φερροναί είχε γράψει στην Αγία Πετρούπολη προτείνοντας οι διαπραγματεύσεις να περιοριστούν στους δύο συμμάχους. 
Ο Πολινιάκ προσέθετε ότι σύμφωνα με τον Γάλλο πρεσβευτή στη Ρωσία Δούκα του Μορτεμάρ ο αυτοκράτορας της Ρωσίας σκόπευε να σταματήσει τον πόλεμο γρήγορα, και σημείωνε: «Ο αυτοκράτορας έχει κουραστεί από τον πόλεμο. 
Ο ρωσικός λαός θα υποστηρίξει τις απόψεις του. Ήδη είχαν γίνει σημαντικά βήματα για τη συνθήκη. Ο αυτοκράτορας είχε αποδεχθεί την εκχώρηση των λιμανιών της Ανάπα και του Πότι έναντι πληρωμής ενός σημαντικού ποσό. 
Η κατοχή των δύο λιμένων από τη Ρωσία είναι αναγκαία για την πρόληψη της μεταφοράς όπλων από τους Τούρκους σε καιρό ειρήνης ώστε να αρχίσουν πόλεμο κατά της Ρωσίας. Ο αυτοκράτορας δεν προτίθετο να απαιτήσει την εγγύηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Βόσπορο». Ο Πολινικάκ ενημέρωνε τον Ουέλινγκτον ότι ο Κόμης Φερροναί είχε διαβιβασει στον Επιτεταμένο της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Κόμη Ζουλιέν τη δήλωση στην οποία προέβη στο τελευταίο συνέδριο ότι οι σύμμαχοι θα θέσουν υπό την εγγύηση τους το Μοριά και τις Κυκλάδες, καθώς και τα σημεία της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ του υπουργού εξωτερικών λόρδου Αμπερντίν και του Πολινιάκ. Οι γαλλικές πληροφορίες για την πρόθεση του Αυτοκράτορα να τερματίσει τον πόλεμο ήσαν εσφαλμένες. Ο πόλεμος συνεχίστηκε .
Έγγραφο αναφοράς WP1/970/8
«The alliance cannot at that moment ensure absolute defence of Greece or prevent acts of hostility against the Turks, as the latter have not accepted the armistice which has been proposed. Ferronays appreciates the Duke's offer to write to Capodistrias suggesting that Greece place itself under special protection and the territories be placed under the guarantee of the alliance.



Polignac does not doubt that what Wellington proposes will be agreed to, if he writes it in the same sense to Capodistrias. The Greeks will welcome a course suggested simultaneously by the British and the French, especially because of the guarantee given to them. For the adoption of other means it is necessary to consult the conference of London or Prince Lieven, who received Wellington's proposition with equanimity.



Wellington suggests that all the ambassadors should return to Constantinople to re-establish negotiations, but Polignac believes the presence of the Russian ambassador at Constantinople is incompatible with the state of war which exists between Russia and Turkey. For the English and French ambassadors to return without the Russian ambassador would show a lack of harmony in the alliance and would not be advisable. The French government would like the pacification of Greece to be settled immediately. Ferronays has written to St. Petersburg suggesting that negotiations should be confined to the two allies.



Polignac has learned from the Duc de Mortemart, French ambassador to Russia, that the Emperor of Russia intends to end the war swiftly. Substantial indemnities have been demanded in the treaty. The Emperor has accepted the cession of the ports of Anapa and Poti for a considerable sum. The possession of the two ports is necessary to prevent the Turks from transporting arms in peacetime to commence a war against Russia. The Emperor does not intend to require the guarantee of free navigation in the Bosphorus.





The Emperor is tired of the war. The Russian people will second his views.



Comte de la Ferronays has sent to Count Zuylen at Constantinople the declaration made in the last conference that the allies place under guarantee the Morea and the Cyclades Islands. This is accompanied by a letter describing the agreement reached between Aberdeen and Polignac».

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

Μια εικόνα για τους Έλληνες το 1824 από τον Κάρολο Σέρινταν

 O ιρλανδός Κάρολος Μπρίνσλευ Σέρινταν ο υιός του Ουίγου Ρίτσαρντ Μπρίνσλευ Σέρινταν σε ηλικία 28 ετών, έγραψε στο περιοδικό «The Pamphleteer», (τόμος 24) «Σκέψεις για την ελληνική επανάσταση». Στο άρθρο αυτό ο νεαρός «αναλυτής» κατέγραψε τις πληροφορίες του για τα «βαριά ονόματα» των Ελλήνων. Στον χώρο της πολιτικής και της διπλωματίας ο Σέρινταν ανέφερε ως μεγαλύτερο όνομα τον Καποδίστρια και ακολούθως τους , Στούρτζα, Νέγρη Κρούτα, Νεράντζη, (Άγγελο) Μουστοξύδη, Περσιάνη. (Capodistrias, Sturdzas, Negris, Croutaz, Neranzis, Mustoxidis, Persianis). 
Μεταξύ των καθηγητών τον Νικόλαο Μαυρομμάτη στην Μπολώνια, τον Αγγελο Ντέλα Ντεσιμα στην Πάντοβα και τον Σπυρίδωνα Παπαδόπουλο στην Πάβια, ενώ μεταξύ των ελλήνων διανοουμένων ανέφερε τους Ευγένιο Βούλγαρη, Νικηφόρο Θεοτόκη, Κωνσταντίνο Καραιωάννη, Μπαλάνος των Ιωαννίνων, Αθανάσιος της Πάρου, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης Γεώργιος Κ. Σακελλάριος, Δανιήλ Φιλλιπίδης, Αθανάσιος Ψαλλίδας, Αθανάσιος Χριστόπουλος , Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, Κωνσταντίνος Κούμας, Λάμπρος Φωτιάδης, Αναστάσιος Γεωργιάδης, Αδαμάντιος Κοραής, Νεόφυτος Δούκας, Ανθιμος Γαζής.
( Eugenius Vulgaris, Nicephorus Theotokis, Constantinus Karaioannis, Balanus of Joannina, Athanasius of Paros, Joseph the Mcesodacian, Neophytus the Kapsokalivitis, Georgius Sakellarius, Daniel Philippidis, Athanasius Psallidi, Demetrius Darvazis, Athanasius Christopulus, Constantinus Kokkinakis, Constantinus Kumas, Lamprus Photiadis, Anastasius Georgiatedis, Adamantinus Koray, Neophytus Ducas, Anthimus Gazi).
 Από τους Εμπόρους ανέφερε τους αδελφούς Ζωσιμάδες , Τους Οίκους Γαλάτη,Σκαρτικιώτη και Ζωγράφου στην Τεργέστη, (The houses of Galatis, of Scartikiotis, and of Zographos), τον Ράλλη στην Βιέννη και τους αδελφούς Βλάστη Υποστήριζε ακόμα ότι υπήρχαν 300-400 Έλληνες φοιτητές στα Γερμανικά Πανεπιστήμια και 400-500 στα Ιταλικά.

Η Επανάσταση, η Ανεξαρτησία και ο Καποδίστριας

του Σπύρου Χατζάρα 

Η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος με την υπογραφή από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) του «Πρωτοκόλλου του Λονδίνου» στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830. 
Όταν ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο, εννέα μήνες μετά την εκλογή του από την Τρίτη Εθνική Συνέλευση, στις 8 Ιανουαρίου 1828, ο Κιουταχής κατείχε σχεδόν ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Ιμπραήμ, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία είχαν συμφωνήσει στην δημιουργία ενός Αυτόνομου Ελληνικού Προτεκτοράτου, που θα περιλάμβανε την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
 Η τελική «Νίκη», της Ελληνικής Επανάστασης, που εξ αρχής είχε σχεδιαστεί να οδηγήσει σε «διπλωματική λύση», επετεύχθη με διπλωματικά μέσα, όταν ψυχορραγούσε στρατιωτικά και οικονομικά, μετά την εισβολή του Αβραάμ (Ιμπραχίμ) και την πτώση του Μεσολογγίου. 
Η πολιτική λύση, θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί από το 1821, είτε μετά τη νίκη στα Δερβενάκια το 1822, είτε το 1824-25, αλλά ήρθε μέσα από τρία στάδια το 1830. 
Πρώτος σταθμός το Πρωτοκόλλο της Αγίας Πετρούπολης, το 1826. Δεύτερος σταθμός , η Συνθήκη της Αδριανούπολης, στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829 και τρίτος σταθμός τα δυο πρωτόκολλα του Λονδίνου, τον Φεβρουάριο του 1830 και τον Σεπτέμβριο του 1831. 
Η Ανεξαρτησία της Ελλάδος, δεν επετεύχθη ούτε με τα δάνεια της Αγγλίας, ούτε με τις προσπάθειες της «Επιτροπής της Ζακύνθου», ούτε με το ψήφισμα υποτέλειας του Μαυροκορδάτου, με το οποίο το ελληνικό έθνος, έθετε «εκουσίως», την Ελευθερία, την Εθνική του Ανεξαρτησία και την πολιτική του ύπαρξη, «υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας», αλλά, με τις διπλωματικές προσπάθειες του Καποδίστρια. Η διπλωματική νίκη της ελληνικής επανάστασης, προήλθε από τις ενέργειες του Καποδίστρια, που δεν έχασε ποτέ τα στηρίγματα του στο ρωσικό υπουργείο εξωτερικών, και ήταν πολιτικό παρακολούθημα ,του πραξικοπήματος του Δεκεμβρίου του 1825, που απομάκρυνε από τον θρόνο τον Τσάρο Αλέξανδρο, και την ομάδα των «αγγλόφιλων» συμβούλων του. 

Αμέσως μετά την επιστροφή των στελεχών του «πατριωτικού πολέμου» , στην εξουσία, μαζί με τον Τσάρο Νικόλαο, ο «Καποδιστριακός» πρώην πρέσβης της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, και φανατικός «ρώσος πατριώτης» , Γκριγκόρι Στρόγκανωφ, που και αυτός μετά την αποχώρηση του Καποδίστρια είχε ζητήσει και λάβει επ΄ αόριστον άδεια και ζούσε στην Δρέσδη, έσπευσε στην ρωσική πρωτεύουσα, και στις 30 Ιανουαρίου 1826, με υπόμνημα προς το Νικόλαο Α’, επανέφερε την πολιτική Καποδίστρια του 1822, επισημαίνοντας ότι οι όροι της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812,είχαν παραβιαστεί από την Τουρκία, γεγονός που επέτρεπε την κήρυξη πολέμου, που θα είχε την υποστήριξη όλου του ρωσικού λαού, και που θα οδηγούσε στη σωτηρία των χριστιανών Ελλήνων, από τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι. 

Ο Τσάρος Νικόλαος, απεδέχθη την εισήγηση και διέταξε τη συγκέντρωση στρατευμάτων στον Προύθο. 

Στο Λονδίνο, μόλις έμαθαν τα νέα επικράτησε πανικός, και ο Ουέλινγκτον μη έχοντας άλλα μέσα για να αποτρέψει τον πόλεμο, και για να μην ξεπεραστεί από τα γεγονότα, έσπευσε με δική του πρωτοβουλία στην Αγία Πετρούπολη, για να προσφέρει στον Τσάρο την υποστήριξη της Αγγλίας για τη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος.

 Η φίλο «Καποδιστριακή» ομάδα, επειδή τα άλλα «διμερή», ζητήματα με την Τουρκία, όπως το «Σερβικό», το ζήτημα της ναυσιπλοΐας στα στενά, και το ζήτημα των Ηγεμονιών, ήσαν ανοιχτά, αγνόησε την αναμενόμενη άφιξη Ουέλινγκτον στην Αγία Πετρούπολη, και κοινοποίησε στις 17 Μαρτίου 1826, δια του εμπορικού ακολούθου, που παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη, ως «επιτετραμμένος, τον Ματθαίο Μιντσιάκη, έναν άνθρωπο του μηχανισμού των Φιλογενών, τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε διορίσει πρόξενο στην Πάτρα το 1812, ένα σύντομο τελεσίγραφο, προς την Πύλη, και απαίτησε να γίνουν σεβαστά από τον σουλτάνο Μαχμούτ, τα προνόμια των ηγεμονιών της Βλαχίας, και της Μολδαβίας καθώς και η αυτονομία της Σερβίας, όπως προβλεπόταν από τη συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812. 
Το ρωσικό τελεσίγραφο απαιτούσε, την αποστολή εντός έξι ημερών διαπραγματευτών στα σύνορα για τη διευθέτηση του Σερβικού ζητήματος και την υλοποίηση των εγγυήσεων προς τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
 Σε λίγες ημέρες, στην Άγιας Πετρούπολη και σε όλη την Ευρώπη, έφτασαν τα συνταρακτικά νέα για την έξοδο του Μεσολογγίου. 
Στις 3 Ιουνίου 1826 εκδηλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το (αναμενόμενο) πραξικόπημα των Γενιτσάρων και ακολούθησε η (προγραμματισμένη) σφαγή τους. 
Η αγγλική πολιτική, στο μεταξύ, κινητοποίησε την Περσία για να αποσπάσει την προσοχή της Ρωσίας, αλλά η νίκη του στρατηγού Πάσκεβιτς τον Σεπτέμβριο του 1826 στο Ελισάβετπολ , απέδειξε ότι η Ρωσία μπορούσε και να συντρίψει την Περσία και να επιτεθεί εναντίον των Οθωμανών, και επομένως, για να αποτραπεί ο πόλεμος , οι Τούρκοι υπό την πίεση της Αγγλίας, υπέγραψαν στις 25 Σεπτεμβρίου /7 Οκτωβρίου 1826, τη συνθήκη του Άκκερμαν «ως συμπλήρωμα και επεξήγηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου». 
Με τη Συνθήκη του Άκκερμαν , η Τουρκία αποδέχτηκε την εκλογή των ηγεμόνων της Μολδαβίας και της Βλαχίας για επταετή περίοδο, από τα τοπικά «Ντιβάνια», τους οποίους ο Σουλτάνος δεν μπορούσε να απομακρύνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ρωσίας. Οι Τούρκοι δέχτηκαν την αποχώρηση των οθωμανικών δυνάμεων και από τις δύο παραδουνάβιες ηγεμονίες , όπου παρέμεναν μετά από τα γεγονότα του 1821 και δέχτηκαν ακόμα να εκχωρήσουν στη Βλαχία τον έλεγχο των λιμένων, Τζιούργκιου, Βραΐλας και Τούρνου του Δούναβη, ενώ στο άρθρο 5, προβλέφτηκε αυτονομία για το Πριγκιπάτο της Σερβίας και η επιστροφή των εδαφών του που αφαιρέθηκε το 1813.
 Στους Σέρβους χορηγήθηκε επίσης ελευθερία κινήσεων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το ελληνικό ζήτημα η συνθήκη του Άκκερμαν δεν προέβλεπε τίποτα, αφού σε αυτό αναφερόταν το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, με το οποίο οι δύο Δυνάμεις συμφωνούσαν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους, που κατόπιν της επιμονής της Αγγλίας, θα ήταν φόρου υποτελές στο Σουλτάνο, για να μην ανατραπεί το «στάτους κβο». 
Η «πλατφόρμα» Ρότσιλντ, που πέρασε ο Ουέλινγκτον, στο Πρωτόκολλο της Αγ. Πετρουπόλεως προέβλεπε «τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους το οποίο θα ήταν αυτόνομο και φόρου υποτελές στο σουλτάνο». 
Για τα σύνορα προέβλεπε ότι «θα περιλάμβανε τις επαρχίες που επαναστάτησαν ή όπου είχαν ντε φάκτο είχαν εγκατασταθεί ελληνικές πολιτικές αρχές». Η Αγγλία, για να εμποδίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδος έθεσε στο πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, το ζήτημα της «αποζημίωσης» των Τούρκων, για τις περιουσίες τους στην Πελοπόννησο, μέσω δανείου που θα χορηγούσαν οι Ρόστιλντ. 
Το ίδιο επανέλαβε αργότερα το Λονδίνο για την Αττική. 

Ο Καποδίστριας ανασκεύασε τις προτάσεις του Ουέλινγκτον, για αποζημίωση των Τούρκων με υπόμνημα προς τον Νέσελροντ, που υπέγραψε ο Μιντσιάκης τον Απρίλιο του 1826. Στο υπόμνημα Καποδίστρια/Μιτσιάκη, τονιζόταν, ότι «η εξαγορά των τουρκικών περιουσιών στον Μοριά, τόσο των ιδιωτικών όσο και εκείνων που ανήκαν στα τζαμιά, και στα φιλανθρωπικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης , σύμφωνα με το σύστημα των Βακουφιών, θα απαιτούσε αναγκαστικά τεράστια ποσά. 

Σύμφωνα με ένα κατά προσέγγιση υπολογισμό, οι τουρκικές περιουσίες αποτελούσαν σχεδόν τα δύο τρίτα της Χερσονήσου, αλλά καλλιεργούνταν αποκλειστικά από τον ελληνικό πληθυσμό». 
«Μόνον οι προεστοί στις πόλεις ή τα χωριά ,κατείχαν ιδιοκτησία. Οι πλουσιότεροι ιδιοκτήτες μεταξύ αυτών ήσαν οι Δεληγιαννόπουλοι στο Μυστρά, ο Νοταράς στην Κόρινθο, ο Ζαΐμης στα Καλάβρυτα, και ο Λόντος στο Αίγιο. Στην Αττική, και στις άλλες ηπειρωτικές επαρχίες της ηπείρου, οι ακίνητες περιουσίες ήταν μοιρασμένες σχεδόν στην ίδια αναλογία. Στην Κρήτη , την Κύπρο, τη Ρόδο, τη Χίο , και τη Μυτιλήνη, που βρίσκονταν στην κατοχή των Μωαμεθανών, οι Τούρκοι έχουν επίσης πολυάριθμες περιουσίες. Στο υπόλοιπο των νησιών του Αρχιπελάγους, οι Τούρκοι δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ, και συνεπώς δεν υπήρχαν εκεί τουρκικές περιουσίες και η γη ανήκε απολύτως στους Έλληνες. Αλλά αυτά τα νησιά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των ακινήτων των πόλεων και των χωριών αποτελούσαν προίκα ορισμένων από τις Σουλτάνες, ή είχαν υποχρέωση να εφοδιάζουν την σεράι με ορισμένη ποσότητα από την παραγωγή τους, είτε από τα προϊόντα που κατασκεύαζαν». Θα ήταν, επομένως, αναγκαίο να ενσωματωθούν στον λογαριασμό αυτό μέρος των εσόδων του θησαυροφυλακίου του Σουλτάνου». 
Ο Μιντσιάκης υπέβαλε επίσης ένα κατά προσέγγιση σχέδιο του ποσοστού των τουρκικών περιουσιών στον Μοριά πριν την επανάσταση του 1821, και των περιουσιών που κατείχαν οι Έλληνες στις ίδιες Επαρχίες. "Κόρινθος, 80% Τούρκοι-20% Έλληνες , Άργος, 30% Τούρκοι-70% Έλληνες ,Napoli di Romania (Ναύπλιο) 100% Τούρκοι, Κρανίδι και Καστρί, 20% Τούρκοι-80% Έλληνες , Άστρος και Κυνουρία, 20% Τούρκοι-80% Έλληνες, «Malvoisia» (Μονεμβασιά) ,80% Τούρκοι-20% Έλληνες, Μυστράς, 60% Τούρκοι-40% Έλληνες, Καλαμάτα,30% Τούρκοι-70% Έλληνες, Μάνη 100% Έλληνες, Κορώνη 70% Τούρκοι-30% Έλληνες , Μεθώνη 70% Τούρκοι-30% Έλληνες, Ναβαρίνο, 70% Τούρκοι-30% Έλληνες, Γαργαλιάνοι και Φιλιατρά, 30% Τούρκοι-70% Έλληνες, Αρκαδία, 60% Τούρκοι-40% Έλληνες, Λεοντάρι, Λαγγάδια, 50% Τούρκοι-50% Έλληνες, Πύργος,50% Τούρκοι-50% Έλληνες, Γαστούνι, 70% Τούρκοι-30% Έλληνες, Φανάρι,70% Τούρκοι-30% Έλληνες, Μπαρδούνια 100% Τούρκοι, Τριπολιτσά, 80% Τούρκοι-20% Έλληνες, Καλάβρυτα, 30% Τούρκοι-70% Έλληνες, «Vostizza» (Αίγιο), 30% Τούρκοι-70% Έλληνες, Πάτρα, 30% Τούρκοι-70% Έλληνες".

 Όπως τόνιζε ο Καποδίστριας, «η αγορά του συνόλου των τουρκικών περιουσιών , οι οποίες αποτιμώνται στα δύο τρίτα των καλλιεργούμενων εκτάσεων, και για την αποζημίωση των εσόδων του Σαραγιού , "θα απαιτούντο τέτοια σημαντικά ποσά, που μπορεί κανείς να παραδεχθεί ότι στην κατάσταση της εξαθλίωσης και της ερήμωσης στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, το σύνολο των δημοσίων εσόδων θα ήταν ανεπαρκές για πολλά από τα επόμενα έτη, μόνον για την εξυπηρέτηση των τόκων του δανείου".

 Παρά τις ανθελληνικές θέσεις του ανθρώπου των Ρότσιλντ, Δούκα του Ουέλινγκτον, η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Αγίας Πετρούπολης, μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας αποτελούσε αποφασιστική καμπή. 

Η αγγλο-ρωσική συνεννόηση, που προσπαθούσε μάταια να επιτύχει τον χειμώνα του 1821 ο Καποδίστριας, ήταν πλέον γεγονός. Το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, έθαψε τις συμφωνίες της Βιέννης για τις σχέσεις με την Τουρκία, των Τσάρου Αλεξάνδρου- Μέτερνιχ- Ουέλινγκτον, που έριξαν ταφόπλακα στο «ελληνικό ζήτημα» , τον Σεπτέμβριο του 1822. Ο Μέτερνιχ, που κατέγραψε τη συντριβή του για το πρωτόκολλο στα ημερολόγιο του, και ο Ουέλινγκτον, είχαν ηττηθεί. Ο Καποδίστριας , που πέτυχε την καταρχήν δέσμευση της αγγλικής πολιτικής, απέρριψε και τον όρο του Ουέλινγκτον, για την υποτέλεια στον Σουλτάνο, και για αυτό έγραφε στον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη, «να μη δώσετε ακρόαση, αν σας προτείνουν υποταγή εις τον σουλτάνο, και να αποκριθείτε, ότι με το σπαθί μας θα υπογράψουμε την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας ή τον θάνατόν μας. Να μη φοβηθείτε τίποτε, και να επιμείνετε εις την απόφαση σας, επειδή δεν μπορούν να πράξουν τίποτα εναντίον των δικαίων της Ελλάδος, αρκεί να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγή». 

Σε ότι αφορά στην αγγλική «μεσολάβηση», στο αυτοκρατορικό Συμβούλιο, («Divan-ı Hümayun»), δημιουργήθηκαν δυο τάσεις. 
Ο Μεγάλος Βεζύρης Μοχάμεντ Σελίμ Πασάς(1) εισηγήθηκε την αποδοχή της μεσολάβησης, ώστε να μη γίνει πόλεμος, διότι το οθωμανικό κράτος, μετά την εξόντωση των Γενιτσάρων, δεν διέθετε δυνάμεις για να νικήσει σε ενδεχόμενο πόλεμο με τη Ρωσία. Η άλλη πλευρά από το «Υπουργείο εξωτερικών» με επικεφαλής τον Ακίφ μπέη (2) , προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος της δυναστείας του. Ο Μαχμούτ προσχώρησε στην πλευρά των αδιάλλακτων και έδωσε στον Βρετανό πρεσβευτή την απάντηση ότι ήταν ο ίδιος και μόνον ήταν ο νόμιμος κυρίαρχος της Ελλάδας και ότι οι επαναστάτες θα συντρίβονταν. Επακολούθησε αποστολή οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων στην Ελλάδα και η ανακατάληψη της Αθήνας τον Ιούνιο του 1827. Το πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, το ακολούθησε η συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827 στην οποία μετείχε και η Γαλλία και η οποία επαναλάμβανε τους όρους του Πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως αλλά , η Αγγλία δέχτηκε, μυστικά , «τον εξαναγκασμό της Τουρκίας να δεχθεί τη μεσολάβηση των Δυνάμεων».
Η Αυστρία και η Πρωσία που προσκλήθηκαν, αρνήθηκαν να προσχωρήσουν.
Ο απών Καποδίστριας, ήταν παρών στο Λονδίνο. Τη συνθήκη από την πλευρά της Ρωσίας διαπραγματεύτηκε ο «δικός» του πρέσβης Λίβεν. Στις οδηγίες του Τσάρου προς τον Λίβεν, που υπαγόρευσε ο Στρόγκανωφ, και υπέγραψε ο Νέσελροντ τον Ιανουάριο του 1827, τονιζόταν ότι, «αν ο κύριος Κάνιγκ αρνηθεί μια συνθήκη σύμφωνη με τις δικές μας επιθυμίες... ο Λίβεν θα έπρεπε να υπενθυμίσει κατηγορηματικά στον Κάνιγκ, το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως , σύμφωνα με το οποίο, τα συμβαλλόμενα μέρη, διατηρούσαν το δικαίωμα να εκμεταλλευθούν κάθε ευνοϊκή ευκαιρία για να αναγκάσουν τη Τουρκία να δεχθεί τις αποφάσεις τους για την κατάπαυση του πολέμου στην Ελλάδα».

Προκειμένου να αποφύγει την μονομερή ρωσική στρατιωτική επέμβαση, ο Ουέλλιγκτον προσυπέγραψε την διακοίνωση της 24ης Ιουνίου 1827 με την οποία η Ρωσία η Γαλλία και η Αγγλία καλούσαν την Υψηλή Πύλη και τους ηγέτες της ελληνικής επανάστασης να παύσουν τις εχθροπραξίες και πρότεινε ξανά να αναγνωριστεί η Ελλάδα ως αυτοδιοικούμενη πολιτεία, φόρου υποτελής στο σουλτάνο.

[1] Μοχάμεντ  Σελίμ Πασάς, είχε γεννηθεί  το 1771 στην Μολδαβία. Ο πατέρας του ηταν Για ο Μπέντερλι Αλί Πασάς. Ήταν Μέγας Βεζύρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1824 έως τις 24 Οκτωβρίου 1828. Επί των ημερών του, έγινε το πραξικόπημα των γενιτσάρων, (1826) και η ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Το 1828-30 ήταν  κυβερνήτης  της επαρχίας της «Ρουμέλιας» και 1830-31 ήταν κυβερνήτης  της Δαμασκού Όταν οι πολίτες της Δαμασκού και η τοπική φρουρά των Γενιτσάρων επαναστάτησαν εναντίον του  οχυρώθηκε  στην Ακρόπολη της Δαμασκού, και μετά από μια πολιορκία διάρκειας 40 ημερών του υποσχέθηκαν ασφαλές πέρασμα αλλά δολοφονήθηκε πριν μπορέσει να φύγει από την πόλη.  


[2] Ο Ακίφ μπέης γεννήθηκε στο Γιοζγκάτ, το 1787, ήταν γιος Καδή. Εισήλθε στο ντιβάνι με την βοήθεια του θείου του, Μουσταφά Μαζάρ Εφέντι, που ήταν υπουργός εξωτερικών. (Ρείς Εφέντι).   Aytâbîzâde Κουάντι Μωάμεθ Εφέντι. Οι υπηρεσίες του εκτιμήθηκαν και το 1825 έγινε μπέης.