Πράκτορες και κατάσκοποι την εποχή
της Ελληνικής Επανάστασης
του Σπύρου Χατζάρα
Η τύχη της ελληνικής επανάστασης άλλαξε την 1η Δεκεμβρίου 1825, με το «πραξικόπημα» των Δεκεμβριστών στο Ταγκανρόγκ, και την απομάκρυνση του Τσάρου Αλέξανδρου, που «κηδεύτηκε» βιαστικά και θάφτηκε επιτόπου, χωρίς να ανοίξουν ποτέ το φέρετρο του, για τον «ύστατο ασπασμό». Οι «Δεκεμβριστές», υποστήριξαν την άνοδο στον θρόνο του νόμιμου διαδόχου Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου, τον οποίο είχε αποκλείσει ο Αλέξανδρος, αλλάζοντας την σειρά της διαδοχής υπέρ του μικρότερου αδελφού Νικολάου. Η μεταβολή στην ρωσική πολιτική ήταν ουσιαστική καθώς στη ρωσική ηγεσία ανήλθε η «φιλοπόλεμη παράταξη», και ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος με πρόσχημα το ελληνικό ζήτημα φαινόταν αναπότρεπτος για την άνοιξη του 1826. Σε αυτό το κλίμα ο Κολοκοτρώνης, ο Δ.Υψηλάντης, ο Καραϊσκάκης , ο Νικηταράς, και άλλοι , υπέγραψαν μια έκκληση προς τη Ρωσία, που μέσω Γενεύης και Καποδίστρια, έφτασε, στο τέλος Δεκέμβριου του 1825, στην Πετρούπολη. Στις 29 Δεκεμβρίου 1825/ 10 Ίανουαρίου 1826, ο νέος άγγλος πρεσβευτής Στράτφορντ Κάννινγκ, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη, σταμάτησε στα ανοιχτά της Ύδρας και συνάντησε, τον τοπικό άγγλο πράκτορα Μαυροκορδάτο, και τον ενημέρωσε για τις «φιλελληνικές» προτάσεις που μετέφερε. Αυτονομία για την Πελοπόννησο με τουρκικές φρουρές σε ορισμένα «φρούρια κλειδιά». Ο Μαυροκορδάτος του είπε πώς ορισμένοι "Έλληνες, δε θα ήταν αντίθετοι, σε μια «λύση» πού θα έδινε στην Πύλη το δικαίωμα ενός ετήσιου φόρου, αλλά που θα προέβλεπε την αποχώρηση του τουρκικού πληθυσμού από την Ελλάδα Βρετανίας, και για να διευκολύνει την αγγλική πλευρά, ήταν έτοιμος να δεχτεί ως πολίτευμα του υποτελούς στο Σουλτάνο ελληνικού κράτους τη μοναρχία. Με αυτές τις συμφωνίες, ξεκίνησε ο Ουέλλιγκτον για την Αγία Πετρούπολη, για να ματαιώσει τον ενδεχόμενο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, γνωρίζοντας ότι οι «Μαυροκορδάτοι» είχαν δεχθεί ως λύση την «αυτονομία», ενός φόρου υποτελούς στο σουλτάνο Κράτους, στο οποίο οι Έλληνες θα απολάμβαναν «πλήρη αυτοδιοίκηση», και θα ήταν «ελεύθεροι να εκλέγουν τους κυβερνήτες τους», ενώ, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι των απελευθερωμένων επαρχιών, θα εγκατέλειπαν το ελληνικό έδαφος, λαμβάνοντας όμως αποζημίωση για την ακίνητη «περιουσία» τους. Εμπόδιο σε αυτή την πολιτική ήσαν ο Καποδίστριας και οι Καποδιστριακοί, που οργάνωναν από την Κέρκυρα , την αντίσταση κατά της αγγλικής πολιτικής, την οποία είχε παρουσιάσει ο Στράτφορντ Κάννινγκ στον Καποδίστρια τον Νοέμβριο του 1825 στη Γενεύη. Το Λονδίνο ήταν πολύ καλά πληροφορημένο σχετικά με τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, για τη δράση του Καποδίστρια και των φίλων του, τις δραστηριότητες και τους ανταγωνισμούς των ντόπιων πολιτικών και κυρίως την εξέλιξη των κινήσεων πού οργάνωναν οι γάλλοι πράκτορες. Οι βρετανικές αρχές, άνοιγαν όλα τα γράμματα που έφταναν στα Επτάνησα και στην Κέρκυρα συγκεντρώνονταν αντίγραφα, μεταφράσεις και περιλήψεις. Ο Άνταμ αποκτούσε και άλλα έγγραφα, χάρη στους πράκτορές του, οι οποίοι του υπέβαλλαν επιπλέον και γραπτές ή προφορικές εκθέσεις. Για να ακυρώσει τις προσπάθειες του Καποδίστρια και για να τον εξουδετερώσει το Λονδίνο προσπάθησε να τον εμφανίσει ως «δεκεμβριστή», που συνωμοτούσε μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον αδελφό του Βιάρο και άλλους, για να αποστατήσει ο Δούκας Κωνσταντίνος και να επιτεθεί στην Τουρκία. Αυτές οι «εμπιστευτικές πληροφορίες» των Άγγλων προς τον Τσάρο Νικόλαο, συνέβαλαν στην απόρριψη του αιτήματός του να επισκεφτεί την Αγία Πετρούπολη τον Ιούνιο του 1826 επειδή, «η άφιξη του στη Ρωσία θα έδινε αφορμή να δημιουργηθεί η εσφαλμένοι εντύπωση ότι ο αυτοκράτορας είχε την πρόθεση να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία». Για την εκπλήρωση της μυστικής αποστολής εξουδετέρωσης του καποδίστρια επιστρατεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1825 από τον Άνταμ, ο πράκτορας Σπύρος Μεταξάς, που τον έβλεπαν στην Ζάκυνθο να επισκέπτεται συχνά, τον κ. Παναγιώτη-Μαρίνο Στεφάνου ιατροχειρούργο και ανιδιοτελή Τραπεζίτη, (που μεσολάβησε με εντολή του Μέτλαντ για την απελευθέρωση του χαρεμιού του Χουρσίτ Πασά), και τον Ζακυνθινό «πατριώτη» και «Προέξαρχο των εν Zακύνθω Φραμασώνων», ιατρό Kωνσταντίνο Δραγώνα, της (αγγλόφιλης) Επιτροπής Ζακύνθου. Ο πράκτορας στάλθηκε πρώτα στον Κολοκοτρώνη, μετά πήγε στον Καποδίστρια και έδρασε για δύο σχεδόν χρόνια μέχρι την αποκάλυψη του. Η έκθεση των Ελλήνων της Αγκώνας, τονίζει ότι του είχαν εκδώσει διαβατήριο οι άγγλοι σαν έμπορο. Από τα πρόσωπα που αναφέρονται , ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, είναι ο εξ Οικονόμων (1780-1857), που μετά τις σφαγές της Κωνσταντινούπολης δραπέτευσε στην Οδησσό και από εκεί με τη βοήθεια του Καποδίστρια εκλέχτηκε μέλος της εκκλησιαστικής ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης και της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας. Ο γιος του λεγόταν Σοφοκλής. Ο Μεσθενεύς είναι ο Γεώργιος Μεσθενέας γιός του Δημήτριου Μεσθενέα που σκοτώθηκε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, το 1826. Ο Κωνσταντίνος Ασώπιος ήταν καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας. Ο Τουρτούρης (Γεώργιος) ήταν έμπορος και πρόκριτος των Καλαρρυτών, και μέλος της Ελληνικής κοινότητας της Βενετίας από το 1788, και μέλος της συντεχνίας των καποτάδων. Δούλεψε για την κάθοδο του Καποδίστρια στην Ελλάδα και ανέλαβε διοικητικές θέσεις στο ελεύθερο κράτος (1827-1831). Ο Χριστόφορος Ζαχαριάδης ήταν ο άνθρωπος ειδικών αποστολών του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα προς στην Ζάκυνθο. Εκείνος του μετέφερε προς υπογραφή την «αίτηση» προς την Αγγλία. Ο έμπορος Σάρτης ήταν Εβραίος. Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση του Νικολάου Σπηλιάδη για την υπόθεση Σπηλιάδου Μεσθενοπούλου.
Περί του τυχοδιώκτου Σπύρου Μεταξά,
ψευδωνυμουμένου ως Σπηλιάδου Μεσθενοπούλου.
ΣΠΗΛΙΑΔΟΥ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ (2007) τόμος Β' σελ. 606-612
Ένώ ήτοιμάζετο ν’ άπέλθη και ό Κολοκοτρώνης εις την συνέλευσιν της Επιδαύρου, έρχεται εις το Άργος Επτανήσιος τις, Σπύρος Μεταξάς ονομαζόμενος, καi μετονομασθείς Σπηλιάδης Μεσθενόπουλος, και τον εγχειρίζει επιστολήν ως εκ μέρους του Κωνσταντίνου Οικονόμου, από Πετρούπολιν, όστις τον συνίστη ως μαθητήν του τάχα, να τον διορίση εις υπηρεσίαν της πατρίδος.
Τον εγχειρίζει και μίαν γραμματικήν, ως δήθεν σταλείσαν από τον ειρημένον Οικονόμον προς τον υιόν του Κωνσταντίνον. Έπειτα ζητεί ιδιαιτέραν συνέντευξιν, και μένει μόνος με τον Κολοκοτρώνην ζητεί δε άνθρακα εξ ελάτης, τον κατασταίνει κόνιν, την χύνει εις το άγραφον μέρος της συστατικής επιστολής, και εφάνησαν άλλα γράμματα, γεγραμμένα τάχα από τον Βιάρον Καποδίστριαν, όστις έλεγε τον Κολοκοτρώνην δτι είχεν εις χείρας του σαράντα χιλιάδας δίστηλα, εξ ων μέρος είχε στείλει εις Μισολόγγι, και ήθελε μεταχειρισθη τα λοιπά διά την κοινήν σωτηρίαν ότι να δώση πίστιν εις οσα θα τον είπει ο επιφέρων ότι εις αυτόν απέκειτο να κάμη το καλόν της πατρίδος, αν ήθελεν, ειδεμή, ήθελε το κάμει άλλος εντός σαράντα ήμερών.
Μετά ταύτα τον επρόβαλε να τον ορκίση, διά να τον έκμυστηρευθη το καλόν περί ου ο λόγος, και επειδή ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να ορκισθή, τότε αυτός ανοίγει το χαρτοφυλάκιόν του, και παρουσιάζει τέσσαρα εφοδιαστικά ώσάν εταιριστικά, φέροντα κύκλον με πυροβόλα πέριξ και άλλα σημεία, και άγραφα εις το μέσον τον λέγει οτι το έν έξ αυτών ήτο διωρισμένον δι' αυτόν, τα δ' άλλα να δοθώσιν εις οποίους αν θελήση ό ίδιος. Έπειτα παρουσιάζει πρωτόκολλόν τι, χωρίς υπογραφών, διαλαμβάνον ότι, επειδή οι Τούρκοι κατεπάτησαν την αγίαν του Χριστού θρησκείαν εις την 'Ελλάδα, σκέψεως γενομένης μεταξύ του μεγάλου δουκός Κωνσταντίνου, του αρχιερέως Ίγνατίου, του Καποδίστρια, του Στούρζα και άλλων, απεφασίσθη ν' αποστατήση από την 'Ρωσίαν ό Κωνσταντίνος με σαράντα χιλιάδας Ρώσους, ν' άποστατήση και τις ναυαρχος εις την Μαύρην Θάλασσαν μέ τόν στόλον εκείνον, και νά μετακομισθη διά του στόλου αυτού ό στρατός εις τήν Χρυσούπολιν, αντίκρυ της Κωνσταντινουπόλεως, όπου ν' άποβιβασθη. Άφ' ετέρου δε νά κινηθώσιν οι Έλληνες πανταχόθεν είς τό Βυζάντιον, και νά τό κυριεύσωσι, μαχόμενοί όμου μέ τους 'Ρώσους, καί ν' αναγορεύσωσι τόν Κωνσταντίνον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως.
Τέλος παρουσιάζει αναφοράν πρός τόν αυτοκράτορα Άλέξανδρον, νά τήν υπογράψη τάχα ό Κολοκοτρώνης, όστις ικέτευε δι' αύτης ν' αναγνωρίσει τόν Κωνσταντίνον ώς αυτοκράτορα τών Έλλήνων, αναγορευθέντα παρ' αυτών, και νά κηρύξη την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν των. Παρουσιάζει έτέραν πρός τήν αυτοκρατόρισσαν, διά νά μεσιτεύση πρός την αυτού) αυτοκρατορικήν μεγαλειότητα, υπέρ των Ελλήνων.
Ακούσας ο Κολοκοτρώνης ταύτα πάντα, κρατεί όλα τα έγγραφα του Μεταξα, αναχωρεί εις Επίδαυρον, και τόν προσκαλεί και αύτόν νά μεταβη εκεί είς τήν συνέλευσιν. Ομού μέ τά ειρημένα έγγραφα έκράτησε καί συστατικόν γράμμα του Λονταρίτου, από Ζάκυνθον, πρός τόν ΠέτρονΜαυρομιχάλην, διά τόν φόβον μή ήθελεν υπάγει πρός τούτον ο Μεταξας και τόν απατήσει, επειδή τόν έθεώρει ήδη ώς αγύρτην ή ώς κατάσκοπον. Απελθόντα δέ μετ' όλίγον καί αύτόν εις Έπίδαυρον, τόν παρουσιάζει πρός τόν ΠαλαιώνΠατρών καί πρός τόν Ζαΐμην, και τόν υποχρεώνει, καί άκοντα, νά διακοινώση και πρός τούτους ο,τι έξεμυστηρεύθη είς τόν ίδιον και ώμολόγησε καί πρός αύτούς τά αύτά, πλήν, εδειξε πολλήν δυσαρέσκειαν καί κατεθορυβήθη. Ό Κολοκοτρώνης, υποπτεύσας έκ μέρους του και σκοπόν δολοφονίας, τον απέπεμψεν εις Πύργον, ύποσχεθείς νά τόν γράψη εκεί, μετά το τέλος της συνελεύσεως, περί τών άφορώντων τήν άποστολήν του.
Τόν εδωσε καί διαβατήριον, επειδή το εζήτησεν ο ίδιος, δι' ασφάλειάν του τάχα καθ' οδόν. Φεύγει λοιπόν ό Μεταξάς από τήν Επίδαυρον, εννοήσας ήδη ότι τον έγνώρισαν, και απέρχεται εις τήν Εύρώπην με συστατικά έγγραφα του Κολοκοτρώνη προς διαφόρους, πλαστογραφημένα από τον ίδιον, μιμηθέντα την υπογραφήν του και κατασκευάσαντα την σφραγίδα του.
Άφ' ου δ' έφυγεν άπό τήν Επίδαυρον, έρχεται ό Χριστόφορος Ζαχαριάδης σταλείς από την επιτροπήν της Ζακύνθου, και ερωτά τον Κολοκοτρώνην μη τυχόν έδωκε γράμματα προς εκείνον, διά νά ληφθώσι μέτρα, ώστε να τον άφαιρεθώσι, παραστήσας οτι ήτον κατάσκοπος. Αύτός δ' έφθασεν είς Πείσας, παρουσιάζεται ως Σπηλιάδης Μεσθενόπουλος, απεσταλμένος τάχα άπό τόν Κολοκοτρώνην πρός τόν Καραντσιάν καί τόν Ιγνάτιον, και λαμβάνει παρ' αυτών δώρα πρός τόν Κολοκοτρώνην, ταμπακιέρας λιθοκολλήτους, ώς και προς τον Καραϊσκάκην, του οποίου ελέγετο άνεψιός. Έπειτα απέρχεται προς τον Καποδίστριαν εις Γενεύαν, καί τον απατά, εις τρόπον ώστε τον δίδει και αρκετά χρήματα και επιστολήν πρός τόν Κολοκοτρώνην καί τόν Καραϊσκάκην διαλαμβάνουσαν:
Να μη δώσετε ακρόασιν, αν σάς προτείνωσν ύποταγην είς τον σουλτάνον, και ν' αποκριθήτε ότι με το σπαθίμας θά υπογράψωμεν την ελευθερίαν μας και ανεξαρτησίαν η τον θάνατόν μας. Να μη φοβηθήτε δε τίποτε, και να επιμείνετε εις την απόφασιν σας, επειδή δεν ΄μπορούσι να πράξωσι τίποτε εναντίον των δικαίων της Ελλάδος, αρκεί να μη ενδώσετε σεις οι ίδιοι εις την υποταγήν.
Μεταβάς είς Παρισίους, συνεπέφερε και το έγγραφον του Καποδίστρια. Παρουσιάζεται δε εις τον Κοραήν ώς ανεψιός του Καραϊσκάκη και εις τόν Τερνώ, πρόεδρον της φιλελληνικής εταιρείας, καί είς άλλους σημαντικούς. Έν τοσούτω οι εις Παρισίους διατρίβοντες Έλληνες τον επισκέπτονται και τον ύποπτεύουσιν, ως προδοθέντα από τας ιδίας ομιλίας του, έξ ών οί Ρουμελιώται έννόησαν οτι αύτός δέν έγνώριζε τούς Ρουμελιώτας, ώς τόν Καραϊσκάκην καί Ντσιαβέλλαν, περί των όποίων συνδιελέγετο. Έγνωρίσθη μάλιστα παρά τινος δτι ήτο Ζακύνθιος, άνθρωπος διεφθαρμένος.
Ό δέ Νικολός) Μαυρομμάτης, οστις είχε χρηματίσει πολύν καιρόν εις του Καποδίστρια, έπεσε κατόπι του νά τόν ανακαλύψη, καί εκείνος εννοήσας τόν σκοπόν του, τον δείχνει το έγγραφον του Καποδίστρια. Τότε ό Μαυρομμάτης έλαβεν άλλην υπόληψιν δι' αυτόν, καί συνετέλεσεν είς τό ν' άναχωρήση εντίμως από Παρισίων.
Άφ' ου δε μετέβη εις Λονδίνον καί επαρουσιάσθη είς τήν επιτροπήν του δανείου, και ό Γεώργιος Σπανιολάκης έζήτησε περί αυτού πληροφορίας από τόν Μαυρομμάτην, τον άπεκρίθη ουτος: Πίστευε και μη ερεύνα. Περί αυτού τούτου έγραφον από Άγκώνα, τήν 29 Ιουνίου του 1827, προς την Κυβέρνησιν, τα εκτιθέμενα έν συνόψει ενταύθα : Αρχάς Απριλίου ενεστώτος) ετους, Ζακύνθιος τις, Σπύρος Μεταξάς ονομαζόμενος, ήλθεν εδώ από τούς Παρισίους, διαβάς από τήν Έλβετίαν. Έφ' όσον διέτριψεν ενταύθα, ελέγετο Σπηλίάδης Μεσθενόπουλος και ανεψιός του Καραϊσκάκη. Τ' όνομά του, συγκείμενον ύπο δυο πατρωνυμίκών εκίνεί την περιέργειαν. Έλεγε δε ότι ήτον απεσταλμένος εις όλας τάς φιλελληνικάς εταιρείας διά τάς υποθέσεις τον έθνους και επέτρεφεν εις την πατρίδα. 'Έλεγε και ότι ήτον είς την καταστροφήν του Μισολογγίου και αυτός, και ότι μετά ταύτα έστάλη από την Κυβέρνησιν είς τάς είρημενας εταιρείας, να συνάξει και χρήματα δια λύτρα αιχμαλωτισμένων συγγενών του είχε μάλιστα διακηρύξει διά τών εφημερίδων εις τε τους Παρισίουν και εις την 'Ελβετίαν , υπό τ' όνομα Σπηλιάδης Μεσθενόπουλος, ότι ήτον ανεψιός του Καραϊσκάκη' έφερε δε και γράμματα συστατικά εκ μέρους του Μιαούλη, του Κανάρη, του Κολοκοτρώνη και άλλων, τά οποία εδημοσίευσε διά των εφημερίδων, και τα οποία πολλοί έξ ήμών άνέγνωμεν. Πολλοι όμως έκ τών ενταύθα Ελλήνων εγνώρίζον την οικογένειαν του Καραϊσκάκη, και όλοι συνελάβομεν υπονοίας ότι αυτός ήτον απατεών.
Άνεχώρησεν άπ' εδώ την 8 Απριλίου δια την Ζάκυνθον, και έφερε μεθ' εαυτού υπέρ τας τέσσαρας χιλιάδας ισπανικά δίστηλα, και διέδωκεν ότι διευθύνετο είς το Ναύττλιον. Την 17 του αυτού έφθασεν εις Ζάκυνθον και εκοινολόγησεν ότι εκληρονόμησε θείον του τινά πλούσιον, αποθανόντα εις Λονδίνον. Προ οκτώ δε ημερών (σσ. 21 Ιουνίου 1827) επανήλθε ενταύθα με το ιονικό ατμόπλοιον, με το οποίον ήλθον ο τε λόρδ Γκίλφορτ, ο Άσώπιος, ο εκ Θεσσαλονίκης Μεσθενεύς καί άλλοι. Είς προϋπάντησιν των όποίων αττήρχοντο ό Χρήστος Ράγκος και ό Ιωάννης Βιτάλης, και τούτον ιδών ό λεγόμενος Μεσθενόπουλος, τον προσκαλεί κατά μέρος και τον λέγει ότι ήτον απεσταλμένος από το έθνος ως ταχυδρόμος είς Πετρούπολιν, προς τον Καποδίστρια, προς ον είχε πολλά μυστικά να διακοινώση και ότι ό φίλος του Κωλέττης τον είπεν άμα φθάσει εις Αγκώνα, νά τόν δώση πάσαν οδηγίαν ττερί του σκοπουμένου. Ό Βιτάλης, έχων ιδέαν περί αυτού, τον ηρώτησεν οποίαν συγγένειαν είχε με τον Καραϊσκάκην, και τότε αυτός λέγει ότι είχε θείον τον Κατσικογιάννην. Τον ηρώτησε πώς ωνομάζετο και πόθεν ήτον , και αυτός απεκρίθη ότι τ' όνομα του ήτο Σπύρος Μεταξάς και πατρίς του ή Ζάκυνθος. Ότι ήρχετο κατ' ευθείαν από τον Πόρο, όθεν έλειπεν εικοσιτρείς ημέρας. Ήλλαξε δε ενδύματα είς την Ζάκυρθον, κάί επέβη εις το ατμόπλοιον. Ημείς όλοι τον εγνωρίζομεν, και τον ελέγομεν Σπηλιάδην Μεσθενόπουλον.
Απεφασίσαμεν λοιπόν να έξακριβώσωμεν το ττράγμα, επι σκοπώ να τον εμποδίσωμεν του να βλάπτη τό έθνος, απατών τούς φιλελληνας, προς τους οποίους οφείλομεν ευγνωμοσύνην. Ερωτώμεν τον Μεσθενέα (τυπογράφο των «Ελληνικών Χρονικών») αν είχε σχέσιν τινά συγγενείας με αυτόν ό λεγόμενος Μεσθενόπουλος, και μανθάνομεν ότι αυτός ήτο Ζακυνθιος εξ ουτιδανής οικογενείας, ότι είχε φθάσει προ τριών μηνών εις Ζάκυνθο έξ Άγκώνος, και εκείθεν δεν υττήγεν αλλού που ποτέ ότι είχε φέρει γράμματα και πράγματα διά τον ανεψιόν τον Τουρτούρη, καί είχε λάβει ούτος τα γράμματα, και ειδοποιείτο ότι έμελλε νά λάβη τα πράγματα από τον Μεσθενόπουλον ότι ό ανεψιός τον Τουρτούρη είχεν υπάγει προς τον Μεσθενέα, ώς φίλον του, διά νά πληροφορηθή άν ό Μεσθενόπουλος ήτο συγγενής του, και αν τον εγνώριζεν. Επειδή δε ό Μεσθενεύς δεν είχε κανένα Μεσθενόπουλον συγγενή, και μόνον είχεν ακούσει ατό την φήμην περι αυτού, ερευνώντες αμφότεροι, εύρον αντι Μεσθενοπουλου, τον Μεταξάν, έξ ον ελαβεν ό ανεψιός του Τουρτούρη τα πράγματά του, και τούτον ερωτήσαντες περί του Μεσθενόπουλου, ήκουσαν ότι άληθώς ό Μεσθενόπουλος ήτο μετ' αυτού συνοδοιπορών έως Αγκώνα, όπου και έμεινεν ασθενήσας, και ότι άντ’ εκείνου παραλαβών ούτος εκόμισε τα ττράγματα και τα γράμματα περί ων ό λόγος.
Κατά τύχην εύρομεν και εις του εμπόρου Μπαχαρά, Αρτινού, γράμματα της 5 Απριλίου, φέρορτα την υπογραφήν Σπηλιάδης Μεσθενόπουλος, δοθέντα τον Δημήτριον Παπαβασιλόπουλον, στελλόμερον από την Κυβέρνησιν εις την Ελβετίαν νά σπουδάση , δι' ών τον συνίστη ό Μεσθενόπουλος πρός τον Ίω. Χοϊδάν, πρός τον φιλέλληνα Φρανσοά Τερεμίν, και προς τον ποιμένα Λούτσχερ, μέλος τής φιλελληνικής εταιρείας και επειδή διελάμβανον ότι ό μαθητής εστέλλετο ατό το έθνος, φοβηθείς ούτος μή τον ακολουθήσωσι δυσκολίαι εις Τ’ αυστριακά σύνορα, δεν τα έλαβα μεθ' εαυτού, και έμειναν εις τον Μπαχαρά. Παρετηρήσαμεν δε ότι, εν οσω ητον εις τό λοιμοκαθαρτήριον, ό έμπορος Σάρτης και ό Θωμάς Πετρίνης τον επεσκέπτοντο καθ' ώραν, και τον περιεποιούντο. Και σήμερον (την 29 Ίουνίου), άφ' ου εξήλθον ο λόρδ Γκίλφορτ και οι λοιποί, και κατέλυσαν εις το ξενοδοχείο, και ό Ράγκος με τον Πιττακόν, Μυτιληναίον, απήλθον εις επίσκεψιν του, και εξελθόντες απήντησαν τον γραμματέα του Σάρτη, και αυτός τούς ηρώτησεν εάν κατώκει αυτόθι και ο Σπηλιάδης Μεσθενόπουλος, τότε απεφασίσαμεν νά υπάγωσιν εις επίσκεψιν του ρηθέντος Μεταξά, ό Βιτάλης, ό Ράγκος και ό Πιττακός, και να εξιχνιάσωσι την αλήθειαν. Αυτοί απήλθον και τον εύρον με τον Πετρίνην, όστις έφυγε τότε.
Τον ερωτώσι λοιπόν διά την πατρίδα, και τους είπεν ότι, ότε αυτός ανεχώρησεν από τον Πόρον, τα πράγματα ήσαν συγκεχυμένα, πλήν ηλπίζετο θεραπεία. Τους είπεν ότι έλειπε τριάντα ημέρας από τον Πόρον και ότι αλλάξας ενδύματα εις Ζάκυνθον (εν ώ τούτο ήτο προ πολλού εμποδισμένον), επέβη εις το ιονικόν ατμόπλοιον. Τους είπεν ότι είδε τον Ράγκον εις τον Κάλαμον, καθ' ον καιρόν επέρασε διά Μισολόγγι, ότε ήτο στενά πολιορκημένον και δεν ημπόρεσε να εισέλθη, και επομένως επεβιβάσθη είς τον ελληνικόν στόλον με τον Μιαούλην, και έφτασεν εις Ναύπλιον, και έπειτα υπέστρεψε πάλιν, ομού με τον Ανδρέαν 'Ίσκου, εις τον Κάλαμον, διά θαλάσσης. Και ότε τον είπον ότι ό Ανδρέας Ισκου υττήγεν εις τον Κάλαμον διά ξηράς, τότε συνομολογήσας είπεν ότι ο Άνδρεας 'Ίσκου, ως τον εφαίνετο, υπήγε διά ξηράς. και ότι αυτός υπήγε δια θαλάσσης, με ογδοήντα στρατιώτας. Τότε τον είπον «και, πότε λοιπόν επέρασες εις την Ευρώπην; Ημείς πληροφορούμεθα ότι προ τριών μηνών ήσο ενταύθα».
Και αυτός είπε: «Ναι»' και εξηκολούθησε λεγων ότι έπειτα υπήγεν είς Τριέστι, Φραγκφόρ, Λονδίνον, Παρίσιον και Ελβετίαν'. ψευδόμενος και καταφωρώμενος. Είχον ερωτήσει περί αυτου και τινα συνοδοιπόρον του Ζακύνθιον, Ζωΐτσην ονόματι, όστις είπεν ότι τον έλεγον Σπυρίδωνα Μεταξάν, και ότι τον είδεν εις την Ζάκυνθον πολλάκις εις του Δραγώνα και μάλιστα εις του Στεφάνου, με τον οποίον είχε πολλήν σχέσιν.
Μετά ταύτα ερωτώσι τον ίδιον, εάν εγνώριζε κάποιον Σπηλιάδην Μεσθενόπουλον διότι τούς έγραφον τάχα εκ Ναυπλίου δι' υπόθεσιν άφορώσαν τό υποκείμενόν του, και δεν ήξευρον που ευρίσκετο, και απεκρίθη, ότι δεν είχεν είδησιν περί αυτού. «Πως, επανέλαβον, ότε ήσο είς Γενεύαν, ήτο και εκείνος εκεί και είναι άπορον ότι δεν εγνώρισας τοιούτο σημαντικόν υποκείμενον απεσταλμένον διά μεγάλας υποθέσεις του έθνους» Τότε δή εγίνεν άλλος εξ άλλου, και τότε τον λεγουσι: «Σύ είσαι ό Μεσθενόπουλος και αυτά τα γράμματα είναι ίδικά σου». Άφ' ου δ' έλαβε και εκοίταξε τα γράμματά του, εξηγριώθη και έφώναξεν ότι είναι ο Σττύρος Μεταξάς, και ότι δεν ήξευρε μήτε να ομιλήση, μήτε να γράψη ιταλιστί. εν ω τα γράμματα ήσαν ιταλιστί γεγραμμένα, και αυτός ωμίλει όλην την ημέραν ιταλιστί με τον Σάρτην, όστις και τον υπερασπίσθη και τον ευκόλυνε να φύγει ευθύς εκείθεν, εν ω ή αστυνομία, λαβούσα οσμήν περί των διατρεχόντων, εδυσκολεύετο να τον δώση το διαβατήριον τον αυτός είχε λάβει διαβατήριον την 15 του Ιουνίου από Κέρκυραν, και ή εξουσία τον επέτρεπεν νά ταξεδεύση μονον διά το Λονδίνον, και εις εξ μηρών διάστημα να είναι υπόχρεως νά επιστρέψει εις την Επτάνησο. Εις αυτό ωνομάζετο Σπύρος Μεταξάς του Χρήστου, Ζακύνθιος, ηλικίας εικοσιπέντε ετών, και εχαρακτηρίζετο έμπορος, εν ω έμπορος δεν εχρημάτισε ττώποτε. ```````
Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013
Σάββατο 16 Μαρτίου 2013
O Αληθινός Πατριώτης Ιωάννης Καποδίστριας
Η Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, ο ζωντανός στύλος της Πατρίδος, το καύχημα ολοκλήρου του Γένους», ο νέος Μιλιτιάδης και Θεμιστοκλής.
Το 1817 κυκλοφόρησε στα Επτάνησα από τους Φιλογενείς Εθνικιστές,μια επαναστατική μπροσούρα κατα της αγγλοκρατίας, που είχε τίτλο «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» και απευθυνόταν προς τους κατοίκους των Ιονικών Επτά Νήσων.
Η μπροσούρα ήταν η απάντηση στα επιχειρήματα των αγγλοφρόνων του «Ιόνιου Λαού», και στην οποία τονιζόταν ότι , «η Πατρίς το Έθνος, η Ευρώπη ολόκληρος τρέφει χρηστάς ελπίδας εις τα υποκείμενα σας» , (τους Έλληνες της Επτανήσου), « και με ανυπομονησίαν περιμένει τους καρπούς του ευγενούς πατριωτισμού και των ενδόξων αγώνων σας».
Το ανυπόγραφο δοκίμιο γράφτηκε από τους ανθρώπους που ήταν κοντά στον Καποδίστρια και φέρει την υπογραφή Ε.Φ.(Εταιρεία των Φίλων;), ενώ στη δεύτερη σελίδα έχει το ακόλουθο απόσπασμα από επιστολή του Ι.Κ.(Ιωάννη Καποδίστρια) προς τον Α.Β. «Δι’ αυτής γαρ υπάρχομεν (της πατρίδος) , και υπέρ αυτής ζειν οφείλομεν».
Στο «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» του 1817, ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας , χαρακτηριζόταν «η Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, ο αληθής και ζων στύλος της Πατρίδος, και το καύχημα του Γένους ολοκλήρου», «νέος Μιλιτιάδης και Θεμιστοκλής»*.
Ο Ε.Φ. μάλιστα έψαλε «Πολυχρόνιο», προς τον «Γενναίο και ένδοξο Άνδρα», τον «Άγιο Ιωάννη του Φοίνικα», τονίζοντας τους λαμπρούς του αγώνες, «υπέρ του Γένους». «Το όνομα σου είναι χαραγμένο στις καρδιές όλων μας , και οι αληθινοί πατριώτες Βλέπουν στο πρόσωπο σου τον δεύτερο Μιλιτιάδη και τον νέο Θεμιστοκλή», έλεγε.
Αυτά, οι ιστορικοί των δολοφόνων τα ξέχασαν. Το 1847, το Δοκίμιον περί πατριωτισμού επανεκδόθηκε στην Αθήνα λογοκριμένο και πλαστογραφημένο από κάποιον Π. Πατρικίο, χωρίς την αναφορά στον Καποδίστρια. Αυτή την έκδοση έχει το Πανεπιστήμιο στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του.
Σπ.Χατζάρας
*(Υποσημείωση του Ε.Φ στη σελίδα 30).
"Αρκούμαι μεταξύ άλλων να αναφέρω την Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, τον αληθή και ζώντα στύλον της Πατρίδος σας, και το καύχημα του Γένους ολοκλήρου, τον εξοχώταον Κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν. Γενναίε και ένδοξε Άνερ! Οι υπέρ του Γένους σου λαμπροί αγώνες είναι πλέον παρά αξιώτεροι των ασθενών μου εγκωμίων. Δότι στεφανούνται καθ εκάστην με χρυσάς δάφνας από ολόκληρον τον εξευγενισμένον κόσμον, εις την ευδαιμονίαν του οποίου συνήργησας υπέρ άλλον τινά, και επί προσώπου όλης της οικούμενης εκύρωσας αυτήν δια της σφραγίδος σου. Το όνομά Σου, είναι εγκεχαραγμένον εις τας πλάκας των καρδιών μας, και οι αληθείς πατριώται δεν θεωρούσιν εις το πρόσωπόν Σου παρα δεύτερονΜιλιτιάδην ή άλλον Θεμιστοκλέα, οίτινες δια της απελευθερώσεως του Γένους και της Πατρίδος των απέκτησαν μνήμην αθάνατον εις τα ένδοξα χρονικά του ανθρωπίνου Γένους. Ας χαίρη η πατριωτική Σου καρδία, θερίζουζα τους δικαίους καρπούς των υπέρ του Γένους σου ενδόξων αγώνων , το οποίον ως εξ ενός στόματος Σοι εύχεται Ζωήν Πολυχρόνιον".
Το 1817 κυκλοφόρησε στα Επτάνησα από τους Φιλογενείς Εθνικιστές,μια επαναστατική μπροσούρα κατα της αγγλοκρατίας, που είχε τίτλο «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» και απευθυνόταν προς τους κατοίκους των Ιονικών Επτά Νήσων.
Η μπροσούρα ήταν η απάντηση στα επιχειρήματα των αγγλοφρόνων του «Ιόνιου Λαού», και στην οποία τονιζόταν ότι , «η Πατρίς το Έθνος, η Ευρώπη ολόκληρος τρέφει χρηστάς ελπίδας εις τα υποκείμενα σας» , (τους Έλληνες της Επτανήσου), « και με ανυπομονησίαν περιμένει τους καρπούς του ευγενούς πατριωτισμού και των ενδόξων αγώνων σας».
Το ανυπόγραφο δοκίμιο γράφτηκε από τους ανθρώπους που ήταν κοντά στον Καποδίστρια και φέρει την υπογραφή Ε.Φ.(Εταιρεία των Φίλων;), ενώ στη δεύτερη σελίδα έχει το ακόλουθο απόσπασμα από επιστολή του Ι.Κ.(Ιωάννη Καποδίστρια) προς τον Α.Β. «Δι’ αυτής γαρ υπάρχομεν (της πατρίδος) , και υπέρ αυτής ζειν οφείλομεν».
Στο «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού» του 1817, ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας , χαρακτηριζόταν «η Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, ο αληθής και ζων στύλος της Πατρίδος, και το καύχημα του Γένους ολοκλήρου», «νέος Μιλιτιάδης και Θεμιστοκλής»*.
Ο Ε.Φ. μάλιστα έψαλε «Πολυχρόνιο», προς τον «Γενναίο και ένδοξο Άνδρα», τον «Άγιο Ιωάννη του Φοίνικα», τονίζοντας τους λαμπρούς του αγώνες, «υπέρ του Γένους». «Το όνομα σου είναι χαραγμένο στις καρδιές όλων μας , και οι αληθινοί πατριώτες Βλέπουν στο πρόσωπο σου τον δεύτερο Μιλιτιάδη και τον νέο Θεμιστοκλή», έλεγε.
Αυτά, οι ιστορικοί των δολοφόνων τα ξέχασαν. Το 1847, το Δοκίμιον περί πατριωτισμού επανεκδόθηκε στην Αθήνα λογοκριμένο και πλαστογραφημένο από κάποιον Π. Πατρικίο, χωρίς την αναφορά στον Καποδίστρια. Αυτή την έκδοση έχει το Πανεπιστήμιο στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του.
Σπ.Χατζάρας
*(Υποσημείωση του Ε.Φ στη σελίδα 30).
"Αρκούμαι μεταξύ άλλων να αναφέρω την Κορωνίδα του Ελληνικού Γένους, τον αληθή και ζώντα στύλον της Πατρίδος σας, και το καύχημα του Γένους ολοκλήρου, τον εξοχώταον Κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν. Γενναίε και ένδοξε Άνερ! Οι υπέρ του Γένους σου λαμπροί αγώνες είναι πλέον παρά αξιώτεροι των ασθενών μου εγκωμίων. Δότι στεφανούνται καθ εκάστην με χρυσάς δάφνας από ολόκληρον τον εξευγενισμένον κόσμον, εις την ευδαιμονίαν του οποίου συνήργησας υπέρ άλλον τινά, και επί προσώπου όλης της οικούμενης εκύρωσας αυτήν δια της σφραγίδος σου. Το όνομά Σου, είναι εγκεχαραγμένον εις τας πλάκας των καρδιών μας, και οι αληθείς πατριώται δεν θεωρούσιν εις το πρόσωπόν Σου παρα δεύτερονΜιλιτιάδην ή άλλον Θεμιστοκλέα, οίτινες δια της απελευθερώσεως του Γένους και της Πατρίδος των απέκτησαν μνήμην αθάνατον εις τα ένδοξα χρονικά του ανθρωπίνου Γένους. Ας χαίρη η πατριωτική Σου καρδία, θερίζουζα τους δικαίους καρπούς των υπέρ του Γένους σου ενδόξων αγώνων , το οποίον ως εξ ενός στόματος Σοι εύχεται Ζωήν Πολυχρόνιον".
Τετάρτη 29 Απριλίου 2009
Η ελληνοσερβική κίνηση του Ρήγα
Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», με εκδότες, τους αδελφούς Μαρκίδες Πούλιου από τη Σιάτιστα Κοζάνης, κυκλοφόρησε...«Εν Βιέννη, Τρίτη τη 31η Δεκεμβρίου 1790». Ηταν η πρώτη εφημερίδα που εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα. Στόχος της, η αφύπνιση του Γένους και η υποστήριξη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.
73 μέρες μετά την έκδοση της "Εφημερίδος",κυκλοφόρησε η "Σερβική Εφημερίς" με τους ίδιους στόχους από τους αδελφούς Μαρκίδες Πούλιου.
Στη Βιέννη, εκδόθηκε στα ελληνικά,το 1811, από τον ίδιο κύκλο διανοουμένων, η εφημερίδα"Ειδήσεις διά τα Ανατολικά μέρη" , με εκδότες τον Ιωσήφ Φραγκίσκο Χαλλ και τον Κοζανίτη Ευφρόνιο Ραφαήλ Πόποβιτς,που ήταν φίλος του επίσης Κοζανίτη Γ. Σακελλάριου,και ειχε στενή σχέσημε τον Γεώργιο Ρουσιάδη, με τον οποίο συνεργάστηκε στην έκδοση εφημερίδας, της άλλης ελληνικής εφημερίδας ,"Τηλέγραφος", επίσης στη Βιέννη.
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Η ιστορία των Πρακτόρων.( των Πρακτόρων η σχολή είναι χρήσιμη πολύ)
Εκτός γραμμής βρέθηκαν τα φερέφωνα των Σόρος, που προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις των «άνωθεν δυνάμεων».Ο Μπαράκ δήλωσε ότι η ελληνική επανάσταση… εξήχθη από τις ΗΠΑ.
Τά ελληνικά «πρακτορεία έχουν χάσει, προφανώς …επεισόδια.
Ο κ.Τάσος Κωστόπουλος και ο «πανεπιστημιακός» Σπύρος Καράβας , του κυκλώματος, ανέλαβαν την «αποστολή» να μας παρουσιάσουν την εκδοχή του American Freedom House, της Rand Corporation, και άλλων ιδρυμάτων, για την καλή οθωμανική αυτοκρατορία των Ντονμέ, και τους κακούς και ιδιοτελείς , Έλληνες. Την διαφήμιση ανέλαβαν τα πρακτορεία «Μιχα-ελευθεριτυπίας» και andrianopoulos.gr.
Δεν έχει σημασία, να ανασκευάσουμε τώρα, τα «πρακτοριακά επιχειρήματα», και την αυθαίρετη και αντιεπιστημονική χρήση των ντοκουμέντων.
Το κείμενο του Μίχα τα λέει όλα.
Αναδημοσιεύουμε το «πρακτοριακό» κείμενο, για να γνωρίζετε πώς σκέπτεται το Λάνγκλέι.
Σπύρος Χατζάρας.
ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΙ ΜΥΘΟΙ
http://www.andrianopoulos.gr
Ένα σημείωμα του Τάκη Μίχα ( στην Ελευθεροτυπία)
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση πρόσφατα για τους μύθους της εθνικής επετείου. με συμμετέχοντες τον δημοσιογράφο Τάσο Κωστόπουλο και τον πανεπιστημιακό Σπύρο Καράβα.
Επιστολές - ντοκουμέντα του Καποδίστρια, όπου ομολογούν ότι ούτε καν η νοτιότερη της θεσσαλικής γραμμής Ελλάδα υπήρξε ποτέ εθνικά συμπαγής, ανέγνωσε ο καθηγητής Καράβας.
Καταπέλτης όμως ήτανε βασικά ο Κωστόπουλος, με τεκμηριωμένη σε βιβλιογραφία επιχειρηματολογία για τον καθένα από τους εθνικούς μύθους ξεχωριστά.
Πρώτα κατέρριψε το μύθο της... "μακραίωνης αντίστασης", επισημαίνοντας όχι μόνο τη σποραδικότητα αλλά και τη ΜΗ εθνική συνειδητότητα των σκόρπιων τοπικών εξεγέρσεων που λάμβαναν χώρα ΠΡΙΝ από το 19ο αιώνα, ανατρέποντας έτσι την κυριαρχη αποψη που μιλάει "για επί αιώνες δοκιμαζόμενο και διαρκώς αγωνιζόμενο έθνος".
Υστερα μίλησε για τη ΜΙΚΤΗ εθνολογική σύνθεση των επαναστατών, επισημαίνοντας ότι ο ναύαρχος Κουντουριώτης συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις της εποχής... συνοδευμένος από τον επίσημο μεταφραστή του, αφού δεν ήξερε να μιλάει παρά μόνο αρβανίτικα (όπως και το 30% των επαναστατών). Η εξόντωση της αρβανίτικης γλώσσας ξεκίνησε ΑΜΕΣΩΣ μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με εγκυκλίους του υπουργείου Παιδείας από το 1830. Τα ελληνικά σώματα του οθωμανικού στρατού που τάχθηκαν με την αντεπανάσταση ήταν τα περίφημα "καπάκια", ενώ πολυάριθμοι μουσουλμάνοι με φιλελεύθερες ιδέες συντάσσονταν με τους επαναστάτες.
Η θρησκευτική ελευθερία ήταν απόλυτη στο οθωμανικό καθεστώς. Βεβαίως, διώξεις Ελλήνων από το οθωμανικό καθεστώς (και κρεμάλες) υπήρξαν πολλές, αλλά ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΕΣ ήταν ΚΑΤΟΠΙΝ ΥΠΟΔΕΙΞΕΩΝ των τοπικών ελληνικών αρχών, που έλυναν και έδεναν στις περιοχές τους.
Έλεγαν δηλαδή οι προύχοντες στους Οθωμανούς "πιάστε τον τάδε, διότι είναι επικίνδυνο ταραχοποιό στοιχείο και απειλεί την εξουσία". Πάντοτε δηλαδή υπήρχε ΕΓΚΡΙΣΗ και ΠΡΟΤΡΟΠΗ εκ μέρους Ελλήνων ιθυνόντων.
Ο Κωστόπουλος υποστήριξε οτι ΚΙΝΗΤΡΑ πολλών συμμετεχόντων στην εξέγερση του 21 ήταν ιδιοτελή, και έφερε ως παράδειγμα τους κλέφτες και αρματολούς . Οι κλέφτες συγκρούονταν για ίδιον όφελος με την εξουσία, έβγαιναν για ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ στο βουνό, και αμέσως διαπραγματεύονταν με τους Οθωμανούς το "αρματολίκι"(αστυνομία). Στόχος τους δηλαδή ήταν να διοριστούν από τους Οθωμανούς στα χωριά και να γίνουν αρματολοί. Αν δεν τους κάνανε το χατίρι, αυτοί συνεχίζανε το "αντάρτικο" έως ότου η οθωμανική εξουσία βαρεθεί και ...αποδεχτεί να τους διορίσει ως αστυνομικούς .
Τέτοιου είδους ιδιοτελή άτομα στρατολογήθηκαν ΚΑΤΑ ΚΟΡΟΝ από τους επαναστάτες (προφανώς και εξ ανάγκης, αφού ήξεραν τα όπλα, κλπ). Άλλη απόδειξη της ιδιοτέλειας (πέρα από τα λάφυρα και το πλιάτσικο στις μάχες) είναι και ο εντοπισμός, πειρατεία, σφαγή και ληστεία στο Κρητικό πέλαγος ενός πλοίου που μετέφερε κορυφαίο Αιγύπτιο μουσουλμάνο θρησκευτικό ηγέτη που πήγαινε στη Μέκκα με την οικογένεια του, φορτωμένος με πολύ πλούτο και χρυσά αφιερώματα. Οι επαναστάτες τους έσφαξαν όλους και άρπαξαν τη λεία, χωρίς να τους έχουν φταίξει σε τίποτε οι συγκεκριμένοι άνθρωποι.
Πάντως σε γενικές γραμμές οι επαναστάτες είχαν μια προτίμηση στο να σφάζουν κυρίως ΑΜΑΧΟΥΣ και ΦΤΩΧΟΥΣ Τούρκους, ενώ αντίθετα (απλώς) φυλάκιζαν και είχαν στα όπα - όπα τους ισχυρούς μπέηδες και προύχοντες, προκειμένου να τους ανταλλάξουν με αιχμαλώτους ή να ζητήσουν λύτρα από το σουλτάνο.
Εξήγησε με μεγάλη ΣΑΦΗΝΕΙΑ το γιατί ορίστηκε ως επέτειος η 25η Μαρτίου. Αυτό που ήθελε να αποφύγει ο ελληνικός εθνικισμός ήτανε το να βγει στο φως Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ εθνικής σύμπνοιας και συναντίληψης σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να υπάρξει επανάσταση. Δηλαδή ο περίφημος μύθος της εθνικής ενότητας. Τέτοια ενότητα δεν υπήρξε, και ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει, διότι απλούστατα οι διαφωνίες είχαν έντονο ταξικό στίγμα. Οι προεστοί των περισσότερων περιοχών ήταν αντίθετοι στην προοπτική της εξέγερσης, είτε για λόγους συμφέροντος είτε γιατί θεωρούσαν ότι είναι ανώριμες οι συνθήκες.
Αυτές τις απαντήσεις δίνανε στους Φιλικούς και στον απεσταλμένο τους τον παπα- Φλέσσα ήδη από το Γενάρη του 2009. Όταν όμως ξέσπασαν εξεγέρσεις σε Μολδοβλαχία το Φλεβάρη, κάποιοι έλληνες "από τα κάτω" ξεκίνησαν μόνοι τους τις αυθόρμητες επιθέσεις εναντια στις οθωμανικές αρχές, με πρωτεργάτη το σχετικά άγνωστο Παναγιώτη Καρατζά. Καλαμάτα και Καλάβρυτα έπεσαν στις 21 και 24 Μαρτίου. Κανένα λάβαρο ΔΕΝ υψώθηκε στις 25 Μαρτίου, όπως αποδεικνύεται και από τα απομνημονεύματα του Π.Π. Γερμανού. Απλώς ευλογήθηκε η εξέγερση, που ομως είχε ΗΔΗ ξεκινήσει πολλές εβδομάδες πριν (με επιθυμία των "απο κάτω" και με δισταγμό των "από πάνω").
Από άποψη ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΕΩΝ και παραβιάσεων κάθε ηθικής και κάθε άγραφου δικαίου πολέμου, συγκλονιστική (εκτός από την Τριπολιτσά) υπήρξε η σφαγή Εβραίων στο Αγρίνιο, καθώς και η τοποθέτηση εκατοντάδων γυναικοπαίδων μουσουλμάνων σε πλωτή εξέδρα στο Ναυαρίνο όπου δια του "παιχνιδιού" της σκοποβολής εξοντώθηκαν όλοι τους . Υπάρχουν και στοιχεία για το μεθοδικό πνιγμό 600 αμάχων μέσα σε ποτάμι.
Πολλές φορές οι επαναστάτες διέπρατταν και αναίτιες σφαγές, με αποκλειστικό στόχο να ΠΟΛΩΣΟΥΝ το κλίμα και να δημιουργησουν τετελεσμένα κι εμπόλεμη ατμόσφαιρα. Σκοτώνοντας κάποιους Τούρκους χωροφύλακες π.χ. κόβονταν οι γέφυρες συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων σε μια περιοχή, και έτσι εμπεδωνόταν το συγκρουσιακό κλίμα. Η τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει ο Κολοκοτρώνης στην ύπαιθρο της Πελοπονήσου ήταν άνευ προηγούμενου, και συναγωνιζόταν σε αγριότητα τον οθωμανικό στρατό.
Οι χιλιάδες δύσμοιροι και αγράμματοι χωριανοί πολλών περιοχών που δεν είχαν ακόμη ενημερωθεί πλήρως ώστε μετά λόγου γνώσεως να κατασταλάξουν στο αν θα συμμετάσχουν ή όχι στο εγχείρημα, δηλαδή ήταν ΟΥΔΕΤΕΡΟΙ και αναποφάσιστοι, απειλήθηκαν ΚΑΙ από τις δύο πλευρές με μαχαίρι, φωτιά και τσεκούρι. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. "Αν δεν έρθετε μαζί μας , θα σας σφάξουμε όλους και θα σας κάψουμε τα χωράφια", έλεγε ο σουλτάνος, και ΤΟΝ ΙΔΙΟ εκβιασμό έκανε και ο Κολοκοτρώνης.
Επίσης αναφέρθηκε και στην εθελοντική αποχώρηση (μετανάστευση) ΧΙΛΙΑΔΩΝ Ελλήνων αμέσως ΜΕΤΑ την ίδρυση ελληνικού κράτους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν συνηθισμένοι στον οθωμανικό τρόπο διαβίωσης, και αισθάνονταν άβολα με το να τεθούν ξαφνικά υπό μια διοικητική διάρθρωση Βαυαρών βασιλιάδων, με άλλη κουλτούρα, κλπ. Οπότε σηκώθηκαν κι έφυγαν και πήγαν στις οθωμανικές περιοχές.
Τέλος, αναφέρθηκε στην υπόθεση του Ζαλόγγου. Άλλος ένας εθνικός μύθος, κατασκευασμένος εκ των υστέρων. Ούτε χορός υπήρξε, ούτε αποκλειστική συμμετοχή γυναικών στο εγχείρημα. Ποιο ήταν το εγχείρημα ? Βασικά πέταξαν τα παιδιά στο γκρεμό για να μην τα πιάσουν οι διώκτες, και στη συνέχεια έδωσαν (άντρες και γυναίκες) απέλπιδα μάχη (χαμένη από χέρι) κανονικά "σώμα με σώμα".
-----
Ύστερα απ’όλα αυτά, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ζητήσουμε κι εμείς συγνώμη για το κακό που κάναμε στους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες, σ’εκείνα τα ευτυχισμένα χρόνια του 1941-44..
Και να στείλουμε αμέσως στο Ανώτατο Ακριβοδίκαιο Δικαστήριο εγκληματιών πολέμου το Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα, για τη βαρύτατη προσβολή του εθνικοσοσιαλιστικού συμβόλου..
Ένας μετανοημένος ΑρβανιτοΤουρκοΕλληνας ραγιάς..
Στέφανος Ληναίος
Οχι αγαπητέ Στέφανε,
Δεν πρέπει να ζητήσουμε συγνώμη,
Απλά έχω τη γνώμη οτι πολύ ασχολούμεθα με τα πνευματικά περιττώματα αυτών των λακέδων του Οθωμανισμού
Προφανέστατα ο Μίχας και ο διαφημιστής του Ανδριανόπουλος, θα προτιμούσαν να ζήσουν ως δούλοι των Οθωμανων.Δικαίωμα τους .
Εμάς ας μας αφίνουν στη "εθνικιστική" μας "υστερία" να προτιμούμε τον Κολοκοτρώνη που όπως λέει ο Φωτακος[και επαναλαμβανει διαφορετικα και επιτιμητικά ο Μιχας] έσφαξε πολλούς για να μην τουρκέψουν [και καλά έκανε με το "Φωτιά και Τσεκουρι στους προσκυνημενους"]
Προφανέστατα οι Μιχας και Ανδριανοπουλος αν ζούσαν τότε θα ήταν με τη μεριά των προσκυνημένων..
Δ.Αλευρομαγειρος
Τά ελληνικά «πρακτορεία έχουν χάσει, προφανώς …επεισόδια.
Ο κ.Τάσος Κωστόπουλος και ο «πανεπιστημιακός» Σπύρος Καράβας , του κυκλώματος, ανέλαβαν την «αποστολή» να μας παρουσιάσουν την εκδοχή του American Freedom House, της Rand Corporation, και άλλων ιδρυμάτων, για την καλή οθωμανική αυτοκρατορία των Ντονμέ, και τους κακούς και ιδιοτελείς , Έλληνες. Την διαφήμιση ανέλαβαν τα πρακτορεία «Μιχα-ελευθεριτυπίας» και andrianopoulos.gr.
Δεν έχει σημασία, να ανασκευάσουμε τώρα, τα «πρακτοριακά επιχειρήματα», και την αυθαίρετη και αντιεπιστημονική χρήση των ντοκουμέντων.
Το κείμενο του Μίχα τα λέει όλα.
Αναδημοσιεύουμε το «πρακτοριακό» κείμενο, για να γνωρίζετε πώς σκέπτεται το Λάνγκλέι.
Σπύρος Χατζάρας.
ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΙ ΜΥΘΟΙ
http://www.andrianopoulos.gr
Ένα σημείωμα του Τάκη Μίχα ( στην Ελευθεροτυπία)
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση πρόσφατα για τους μύθους της εθνικής επετείου. με συμμετέχοντες τον δημοσιογράφο Τάσο Κωστόπουλο και τον πανεπιστημιακό Σπύρο Καράβα.
Επιστολές - ντοκουμέντα του Καποδίστρια, όπου ομολογούν ότι ούτε καν η νοτιότερη της θεσσαλικής γραμμής Ελλάδα υπήρξε ποτέ εθνικά συμπαγής, ανέγνωσε ο καθηγητής Καράβας.
Καταπέλτης όμως ήτανε βασικά ο Κωστόπουλος, με τεκμηριωμένη σε βιβλιογραφία επιχειρηματολογία για τον καθένα από τους εθνικούς μύθους ξεχωριστά.
Πρώτα κατέρριψε το μύθο της... "μακραίωνης αντίστασης", επισημαίνοντας όχι μόνο τη σποραδικότητα αλλά και τη ΜΗ εθνική συνειδητότητα των σκόρπιων τοπικών εξεγέρσεων που λάμβαναν χώρα ΠΡΙΝ από το 19ο αιώνα, ανατρέποντας έτσι την κυριαρχη αποψη που μιλάει "για επί αιώνες δοκιμαζόμενο και διαρκώς αγωνιζόμενο έθνος".
Υστερα μίλησε για τη ΜΙΚΤΗ εθνολογική σύνθεση των επαναστατών, επισημαίνοντας ότι ο ναύαρχος Κουντουριώτης συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις της εποχής... συνοδευμένος από τον επίσημο μεταφραστή του, αφού δεν ήξερε να μιλάει παρά μόνο αρβανίτικα (όπως και το 30% των επαναστατών). Η εξόντωση της αρβανίτικης γλώσσας ξεκίνησε ΑΜΕΣΩΣ μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με εγκυκλίους του υπουργείου Παιδείας από το 1830. Τα ελληνικά σώματα του οθωμανικού στρατού που τάχθηκαν με την αντεπανάσταση ήταν τα περίφημα "καπάκια", ενώ πολυάριθμοι μουσουλμάνοι με φιλελεύθερες ιδέες συντάσσονταν με τους επαναστάτες.
Η θρησκευτική ελευθερία ήταν απόλυτη στο οθωμανικό καθεστώς. Βεβαίως, διώξεις Ελλήνων από το οθωμανικό καθεστώς (και κρεμάλες) υπήρξαν πολλές, αλλά ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΕΣ ήταν ΚΑΤΟΠΙΝ ΥΠΟΔΕΙΞΕΩΝ των τοπικών ελληνικών αρχών, που έλυναν και έδεναν στις περιοχές τους.
Έλεγαν δηλαδή οι προύχοντες στους Οθωμανούς "πιάστε τον τάδε, διότι είναι επικίνδυνο ταραχοποιό στοιχείο και απειλεί την εξουσία". Πάντοτε δηλαδή υπήρχε ΕΓΚΡΙΣΗ και ΠΡΟΤΡΟΠΗ εκ μέρους Ελλήνων ιθυνόντων.
Ο Κωστόπουλος υποστήριξε οτι ΚΙΝΗΤΡΑ πολλών συμμετεχόντων στην εξέγερση του 21 ήταν ιδιοτελή, και έφερε ως παράδειγμα τους κλέφτες και αρματολούς . Οι κλέφτες συγκρούονταν για ίδιον όφελος με την εξουσία, έβγαιναν για ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ στο βουνό, και αμέσως διαπραγματεύονταν με τους Οθωμανούς το "αρματολίκι"(αστυνομία). Στόχος τους δηλαδή ήταν να διοριστούν από τους Οθωμανούς στα χωριά και να γίνουν αρματολοί. Αν δεν τους κάνανε το χατίρι, αυτοί συνεχίζανε το "αντάρτικο" έως ότου η οθωμανική εξουσία βαρεθεί και ...αποδεχτεί να τους διορίσει ως αστυνομικούς .
Τέτοιου είδους ιδιοτελή άτομα στρατολογήθηκαν ΚΑΤΑ ΚΟΡΟΝ από τους επαναστάτες (προφανώς και εξ ανάγκης, αφού ήξεραν τα όπλα, κλπ). Άλλη απόδειξη της ιδιοτέλειας (πέρα από τα λάφυρα και το πλιάτσικο στις μάχες) είναι και ο εντοπισμός, πειρατεία, σφαγή και ληστεία στο Κρητικό πέλαγος ενός πλοίου που μετέφερε κορυφαίο Αιγύπτιο μουσουλμάνο θρησκευτικό ηγέτη που πήγαινε στη Μέκκα με την οικογένεια του, φορτωμένος με πολύ πλούτο και χρυσά αφιερώματα. Οι επαναστάτες τους έσφαξαν όλους και άρπαξαν τη λεία, χωρίς να τους έχουν φταίξει σε τίποτε οι συγκεκριμένοι άνθρωποι.
Πάντως σε γενικές γραμμές οι επαναστάτες είχαν μια προτίμηση στο να σφάζουν κυρίως ΑΜΑΧΟΥΣ και ΦΤΩΧΟΥΣ Τούρκους, ενώ αντίθετα (απλώς) φυλάκιζαν και είχαν στα όπα - όπα τους ισχυρούς μπέηδες και προύχοντες, προκειμένου να τους ανταλλάξουν με αιχμαλώτους ή να ζητήσουν λύτρα από το σουλτάνο.
Εξήγησε με μεγάλη ΣΑΦΗΝΕΙΑ το γιατί ορίστηκε ως επέτειος η 25η Μαρτίου. Αυτό που ήθελε να αποφύγει ο ελληνικός εθνικισμός ήτανε το να βγει στο φως Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ εθνικής σύμπνοιας και συναντίληψης σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να υπάρξει επανάσταση. Δηλαδή ο περίφημος μύθος της εθνικής ενότητας. Τέτοια ενότητα δεν υπήρξε, και ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει, διότι απλούστατα οι διαφωνίες είχαν έντονο ταξικό στίγμα. Οι προεστοί των περισσότερων περιοχών ήταν αντίθετοι στην προοπτική της εξέγερσης, είτε για λόγους συμφέροντος είτε γιατί θεωρούσαν ότι είναι ανώριμες οι συνθήκες.
Αυτές τις απαντήσεις δίνανε στους Φιλικούς και στον απεσταλμένο τους τον παπα- Φλέσσα ήδη από το Γενάρη του 2009. Όταν όμως ξέσπασαν εξεγέρσεις σε Μολδοβλαχία το Φλεβάρη, κάποιοι έλληνες "από τα κάτω" ξεκίνησαν μόνοι τους τις αυθόρμητες επιθέσεις εναντια στις οθωμανικές αρχές, με πρωτεργάτη το σχετικά άγνωστο Παναγιώτη Καρατζά. Καλαμάτα και Καλάβρυτα έπεσαν στις 21 και 24 Μαρτίου. Κανένα λάβαρο ΔΕΝ υψώθηκε στις 25 Μαρτίου, όπως αποδεικνύεται και από τα απομνημονεύματα του Π.Π. Γερμανού. Απλώς ευλογήθηκε η εξέγερση, που ομως είχε ΗΔΗ ξεκινήσει πολλές εβδομάδες πριν (με επιθυμία των "απο κάτω" και με δισταγμό των "από πάνω").
Από άποψη ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΕΩΝ και παραβιάσεων κάθε ηθικής και κάθε άγραφου δικαίου πολέμου, συγκλονιστική (εκτός από την Τριπολιτσά) υπήρξε η σφαγή Εβραίων στο Αγρίνιο, καθώς και η τοποθέτηση εκατοντάδων γυναικοπαίδων μουσουλμάνων σε πλωτή εξέδρα στο Ναυαρίνο όπου δια του "παιχνιδιού" της σκοποβολής εξοντώθηκαν όλοι τους . Υπάρχουν και στοιχεία για το μεθοδικό πνιγμό 600 αμάχων μέσα σε ποτάμι.
Πολλές φορές οι επαναστάτες διέπρατταν και αναίτιες σφαγές, με αποκλειστικό στόχο να ΠΟΛΩΣΟΥΝ το κλίμα και να δημιουργησουν τετελεσμένα κι εμπόλεμη ατμόσφαιρα. Σκοτώνοντας κάποιους Τούρκους χωροφύλακες π.χ. κόβονταν οι γέφυρες συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων σε μια περιοχή, και έτσι εμπεδωνόταν το συγκρουσιακό κλίμα. Η τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει ο Κολοκοτρώνης στην ύπαιθρο της Πελοπονήσου ήταν άνευ προηγούμενου, και συναγωνιζόταν σε αγριότητα τον οθωμανικό στρατό.
Οι χιλιάδες δύσμοιροι και αγράμματοι χωριανοί πολλών περιοχών που δεν είχαν ακόμη ενημερωθεί πλήρως ώστε μετά λόγου γνώσεως να κατασταλάξουν στο αν θα συμμετάσχουν ή όχι στο εγχείρημα, δηλαδή ήταν ΟΥΔΕΤΕΡΟΙ και αναποφάσιστοι, απειλήθηκαν ΚΑΙ από τις δύο πλευρές με μαχαίρι, φωτιά και τσεκούρι. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. "Αν δεν έρθετε μαζί μας , θα σας σφάξουμε όλους και θα σας κάψουμε τα χωράφια", έλεγε ο σουλτάνος, και ΤΟΝ ΙΔΙΟ εκβιασμό έκανε και ο Κολοκοτρώνης.
Επίσης αναφέρθηκε και στην εθελοντική αποχώρηση (μετανάστευση) ΧΙΛΙΑΔΩΝ Ελλήνων αμέσως ΜΕΤΑ την ίδρυση ελληνικού κράτους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν συνηθισμένοι στον οθωμανικό τρόπο διαβίωσης, και αισθάνονταν άβολα με το να τεθούν ξαφνικά υπό μια διοικητική διάρθρωση Βαυαρών βασιλιάδων, με άλλη κουλτούρα, κλπ. Οπότε σηκώθηκαν κι έφυγαν και πήγαν στις οθωμανικές περιοχές.
Τέλος, αναφέρθηκε στην υπόθεση του Ζαλόγγου. Άλλος ένας εθνικός μύθος, κατασκευασμένος εκ των υστέρων. Ούτε χορός υπήρξε, ούτε αποκλειστική συμμετοχή γυναικών στο εγχείρημα. Ποιο ήταν το εγχείρημα ? Βασικά πέταξαν τα παιδιά στο γκρεμό για να μην τα πιάσουν οι διώκτες, και στη συνέχεια έδωσαν (άντρες και γυναίκες) απέλπιδα μάχη (χαμένη από χέρι) κανονικά "σώμα με σώμα".
-----
Ύστερα απ’όλα αυτά, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ζητήσουμε κι εμείς συγνώμη για το κακό που κάναμε στους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες, σ’εκείνα τα ευτυχισμένα χρόνια του 1941-44..
Και να στείλουμε αμέσως στο Ανώτατο Ακριβοδίκαιο Δικαστήριο εγκληματιών πολέμου το Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα, για τη βαρύτατη προσβολή του εθνικοσοσιαλιστικού συμβόλου..
Ένας μετανοημένος ΑρβανιτοΤουρκοΕλληνας ραγιάς..
Στέφανος Ληναίος
Οχι αγαπητέ Στέφανε,
Δεν πρέπει να ζητήσουμε συγνώμη,
Απλά έχω τη γνώμη οτι πολύ ασχολούμεθα με τα πνευματικά περιττώματα αυτών των λακέδων του Οθωμανισμού
Προφανέστατα ο Μίχας και ο διαφημιστής του Ανδριανόπουλος, θα προτιμούσαν να ζήσουν ως δούλοι των Οθωμανων.Δικαίωμα τους .
Εμάς ας μας αφίνουν στη "εθνικιστική" μας "υστερία" να προτιμούμε τον Κολοκοτρώνη που όπως λέει ο Φωτακος[και επαναλαμβανει διαφορετικα και επιτιμητικά ο Μιχας] έσφαξε πολλούς για να μην τουρκέψουν [και καλά έκανε με το "Φωτιά και Τσεκουρι στους προσκυνημενους"]
Προφανέστατα οι Μιχας και Ανδριανοπουλος αν ζούσαν τότε θα ήταν με τη μεριά των προσκυνημένων..
Δ.Αλευρομαγειρος
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
O Ιωάννης Καποδίστριας.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ,γεννήθηκε στην Ενετοκρατούμενη Κέρκυρα , στις 31 Ιανουαρίου/ 11 Φεβρουαρίου του 1776, και ήταν το δευτερότοκο παιδί των γονιών του, που έκαναν συνολικά έξι παιδιά Δύο ακόμα αγόρια, τον πρωτότοκος Βιάρο, και τον μικρότερος, του Ιωάννη , Αυγουστίνο, και τρία κορίτσια. Πατέρας του ήταν, ο Κόμης Αντώνιος-Μαρία Καποδίστρια. που ήταν δικηγόρος και μητέρα του η Αδαμαντία, το γένος Γονέμη η Γουνέμη που καταγόταν από την Κύπρο.Η οικογένεια Gonemi , ήταν εγγεγραμμένοι στην Χρυσή Βίβλο (Libro d'Oro) από το 1606.Μετά την άλωση της Κύπρου (1570) από τους Τούρκους, οι Gonemi εγκαταστάθηκαν πρώτα στις Ενετικές κτήσεις στην Ήπειρο, και στην συνέχεια μετακινήθηκαν στην Κέρκυρα.Ο Πέτρος Γουνέμης, (διερμηνέας του πασά της Κύπρου), που έγραψε την επιστολή προς τον δούκα της Σαβοΐας (Οκτώβριος 1608) για βοήθεια για την απελευθέρωση της Κύπρου ήταν συγγενής τους.Η ορθόδοξη οικογένεια των Καποδίστρια , μετακινήθηκε στην Κέρκυρα ( εντός της Ενετικής επικράτειας) ,από το ακρωτήριο της Ιστρίας, (Capo d'Istria), της Αδριατικής, (στην σημερινή Σλοβενία), όπου όμως το όνομα τους ήταν Βιτόρι (Vittori), που ήταν οι λατινική εκδοχή του Βυζαντινού τους ονόματος Νικηφορόπουλοι .Όταν εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα δεν είχαν τίτλο ευγενείας .Ο τίτλος του Κόμη (Comte) τους απονεμήθηκε από τον Δούκα της Σαβοΐας , Κάρολο Εμμανουήλ (Carlo Emanuele II di Savoia),το1669 για ανταμοιβή των υπηρεσιών που προσέφερε στον Carlo Emanuele τον Α ,ο Αλεβίζος Καποδίστριας που ξεσήκωσε την επανάσταση των κατοίκων της Χιμάρας το 1577 με τη βοήθεια των Ενετών και της Σαβοίας , στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδίου του Καρόλου Εμμανουήλ για την ανακατάληψη της Κύπρου.Πάντως η απονομή του τίτλου έγινε με αφορμή την απελευθέρωση το 1669 με δαπάνες του Νικόλαου Καποδίστρια, πολλών αιχμαλώτων από την πτώση του Χάνδακα ( Ηράκλειο). Ο αριστοκρατικός τίτλος των Καποδίστρια εισήχθη στην Χρυσή Βίβλο (Libro d'Oro) της Κέρκυρας το 1679.Ο πατέρας του Καποδίστρια Αντώνιος σπούδασε στο Πατάβιον ( Πάντοβα) Πανεπιστημίο Νομικά. Σαν δικηγόρος ανέπτυξε έντονη πολιτική παρουσία στις υποθέσεις της Ιονίου Πολιτείας και διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη του νεοσύστατου κράτους, και παρέλαβε το φιρμάνι που αναγνώριζε την αυτονομία των νησιών.Ο Ιωάννης διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στην Κέρκυρα , από το 1781, στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης στο προάστειο της Γαρίτσας -σχολείο των αριστοκρατών της εποχής-, όπου έμαθε πολύ καλά Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά, και το 1794 πήγε και αυτός να σπουδάσει ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα .Αποφοιτά το στις 10 Ιουνίου1797 κι επιστρέφει αμέσως στη Κέρκυρα ,που βρισκόταν από υπό γαλλική κατοχή. Ο Αντόνιος Καποδίστριας μαζί με τον Ιωάννη αρχίζουν συνωμοτικές κινήσεις με σκοπό το διώξιμο των Γάλλων, γνωρίζοντας ότι Ρώσοι και οι Τούρκοι θα κηρύξουν τον πόλεμο στη Γαλλία Οι Γάλλοι αντιλαμβάνονται αυτές τις συνωμοτικές κινήσεις, και όταν Ρωσσοτουρκικός στόλος καταπλέει στη Κέρκυρα το 1798, συλλαμβάνουν πατέρα και γιο Καποδίστρια, τους βάζουν στη φυλακή, και καταδικάζουν τον Αντώνιο Καποδίστρια σε θάνατο. Ο Ιωάννης αποφυλακίζεται και η οικογένεια των Καποδίστρια καταφεύγει στη Κερκυραϊκή ύπαιθρο Το 1799 η γαλλική φρουρά παρέδωσε την πόλη στους Ρώσο-Τούρκους, ο Αντώνιος Καποδίστριας απελευθερώθηκε , και ο Ιωάννης διατέλεσε αρχίατρος του τουρκικού στρατιωτικού νοσοκομείου, που ιδρύθηκε τότε στην Κέρκυρα.Το 1800, δημιουργήθηκε το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος μετά την 'Αλωση της Κωνσταντινούπολης, η Δημοκρατία της Επτανήσου Πολιτείας. Πρώτος Πρόεδρος της Γερουσίας της Δημοκρατίας, που πήρε διασχίζοντας έφιππος την Κωνσταντινούπολη το 1801 το φιρμάνι της αυτονομίας, ήταν ο Αντώνιος Καποδίστριας, πατέρας του Ιωάννη. Η Μεγάλη Ιδέα της ανασύνταξης της Μεγάλης Ελλάδας γεννήθηκε εκείνη την εποχή στα Επτάνησα.Το ο Ιωάννης Καποδίστριας 1802 ήταν ανάμεσα στους ιδρυτές δυο σημαντικών επιστημονικών και κοινωνικών οργανώσεων: της « Εταιρείας Των Φίλων » και της «Εθνικής Ιατρικής Εταιρείας».Το 1806-1807 ο Αλή Πασάς ,σε συνεργασία με τους Γάλλους, εκστρατεύει στη Νότια Ελλάδα με σκοπό να περάσει απέναντι και να καταλάβει τη Λευκάδα. Οι Λευκάδιοι ζητούν τη βοήθεια της Πολιτείας, που στέλνει τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Ιωάννης είναι ο στρατηγός της άμυνας της Λευκάδας. Συγκεντρώνει Κερκυραίους και Κεφαλλονίτες στρατιώτες, εθελοντές από το Σούλι, οργανώνει αντιπερισπασμούς στα νώτα του Αλή, οργανώνει την κατασκοπία και πειρατικό ναυτικό, και οχυρώνει τη Λευκάδα, ενώ εργάζεται και ο ίδιος με την αξίνα στη διάνοιξη των τάφρων.
Ο Αλί Πασάς βλέποντας τις ετοιμασίες δεν διακινδύνεψε να κάνει απόβαση και επέστρεψε πίσω.
Τότε γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη τον Μπότσαρη και άλλους οπλαρχηγούς.Με τη συνθήκη του Τίλσιτ οι Γάλλοι επανέρχονται στη Κέρκυρα και ο Καποδίστριας αναγκάζεται να φύγει. Πάει στη Πετρούπολη.
Απόστολος της Επτανήσου και του Ελληνισμού.
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
O Φιραρής. (Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος)
του Σπύρου Χατζάρα.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος , γιος του Ιωάννη Μαυροκορδάτου και της Σουλτάνας Μάνου , βρέθηκε , σε ηλικία 14 ετών ,το 1768 ,στην αυλή του νεοδιορισμένου ηγεμόνα Βλαχίας Γρηγορίου Αλεξάνδρου Γκίκα.
Την ίδια χρονιά ξέσπασε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος και τον ‘Οκτώβριο του 1769 , τα ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στο Βουκουρέστι.
Ο ηγεμόνας παραδόθηκε ή συνελήφθη και στάλθηκε, «μετά των οικείων αυτού αρχόντων ρωμαίων»,στην Αγία Πετρούπολη , όπου έφτασαν τον Μάρτιο του 1770. Στη Ρωσσία αναγγέλθηκε ότι η αυτοκράτειρα Αικατερίνη έκανε δεκτούς με μεγάλες τιμές τον ηγεμόνα Γκίκα , και τον γιο του μακαρίτη ηγεμόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Μαυροκορδάτου .
Ο νεαρός Αλέξανδρος στην Αγία Πετρούπολη , φοίτησε στο πιο οργανωμένο σχολείο της τσαρικής Ρωσίας το «Kadetski Korpus» , (την Σχολή Ευελπιδων), που ετοίμαζε τα παιδιά των αριστοκρατών για να υπηρετήσουν στον κρατικό μηχανισμό
Ο Γκίκας αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή ,όμως ο Μαυροκορδατος έφυγε το 1777 σε ηλικία 23 πια ετών, και αφού παντρεύτηκε την κόρη, του δασκάλου του της γαλλικής .
Πρώτος σταθμός στο ταξίδι της επιστροφής ήταν το Χέρμανστατ (Hermannstadt) της Τρανσυλβανίας , το σημερινό Σίμπιου , που τότε ανήκε στην αυστριακή Αυτοκρατορία.
Εκεί μυήθηκε στην στοά της «Εστεμμένης Άγκυρας» , αλλά ήδη πρέπει να ήταν τέκτονας .
Στην ίδια στοά μυήθηκε τον Οκτώβριο του 1777 ο ιδρυτής της ομοιοπαθητικής Samuel Hahnemann .
Η Στοά του Hermannstadt ιδρύθηκε την ίδια χρονιά ,από τον , Εβραϊκής καταγωγής , βαρόνο Samuel von Brukenthal , ο οποίος κατάγονταν από το χωριό Nocrich, όπου ακόμα και σήμερα υπάρχει ισχυρή εβραϊκή κοινότητα .
Ο Brukenthal το 1777 αφού έκανε καριέρα στην αυλή της Βιέννης ως σύμβουλος της αυτοκράτειρας Μαρίας-Τερέζας κατάφερε να διορισθεί κυβερνήτης της Τρανσυλβανίας, όπου ήδη είχε αποκτήσει μεγάλα κτήματα.
Το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος. Ι. Μαυροκορδάτος φεύγοντας από την Αγία Πετρούπολη πήγε κατευθείαν στο Hermannstadt για να μυηθεί στην στοά του von Brukenthal , δείχνει ότι πήγε εκεί συστημένος από τη Ρωσία, αλλά και ταυτόχρονα το υψηλό επίπεδο των επαφών που ήδη διέθετε .
Θα ήταν εντελώς γελοίο να υποθέσουμε ότι ο von Brukenthal και η «Εστεμμένη Άγκυρα» έκαναν δεκτό έναν διερχόμενο.
Ο νεαρός Αλέξανδρος επομένως ταξίδεψε στο Hermannstadt ( Ερμανούπολη) όντας ήδη προετοιμασμένος .
Το ταξίδι στο Hermannstadt .
Εκεί έμαθε τα κακά νέα για τον αποκεφαλισμό του Γκίκα που συνέβη τον Οκτώβριο του 1777, και χρειάστηκε τη βοήθεια του «αδελφού» , Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ηγεμόνα τότε στο Βουκουρέστι, για να φτάσει στην Πόλη, όμως, κάθ΄ οδόν αρρώστησε και πέθανε η γυναίκα του .
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος βρέθηκε ξανά στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο 1778.
Όπως φαίνεται η τεκτονική του ιδιότητα, και η υποστήριξη των συγγενών αλλά και του μέλλοντος πεθερού του Νικόλαου Καρατζά, που ήταν την περίοδο 1777-1782 μέγας διερμηνέας, συνέβαλαν στο να βρει γρήγορα τη θέση του στο φαναριώτικο σύστημα «παρά –εξουσίας» .
Ο Καρατζάς , σαν μέλος της Οθωμανικής αντιπροσωπείας που συζητούσε με τους Ρώσσους την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων τής συνθήκης του 1774., βρέθηκε στην Μόσχα από τον Νοέμβριο τού 1775 ως τον ‘Ιανουάριο τού 1776 μετέχοντας στις διαπραγματεύσεις και εκεί γνώρισε τον μέλλοντα γαμπρό του.
Τον Ιανουάριο του 1782, όταν ο Καρατζάς έγινε ηγεμόνας τής Βλαχίας, ο Αλέξανδρος διορίστηκε επίσημα εκπρόσωπος του στην Πόλη, και την ίδια εποχή παντρεύτηκε την κόρη του .
Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1782 ο μέγας διερμηνέας Μιχαήλ Σούτζος, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε σαν γαλλόφιλος, και ο Αλέξανδρος Ιωάννη Μαυροκορδατος τον διαδέχθηκε , σε ηλικία 28 ετών .
Ο Βλάχικος Δεσμός
Στην μικρή κοινωνία των Φαναριωτών, ο διωγμός του Σούτζου θεωρήθηκε αποτέλεσμα των ενεργειών των δύο εκπροσώπων του Νικολάου Καρατζά στην Πόλη. Του Σπαθάρη Στέφανου Μίσογλου και του Αλέξανδρου Ι. Μαυροκορδάτου .
Ο Κωνσταντινοπολίτης Στέφανος Μίσογλου ήταν Βλάχος και καταγόταν από το Μονοδέντρι των Ζαγοροχωρίων και το όνομα του εκεί ήταν Μίσιος.
Ο πατέρας του ήταν πρόκριτος της περιοχής και σκοτώθηκε από τους Τούρκους το 1737.
Μνημεία της οικογένειας του είναι το γεφύρι του Μίσιου στήν Βίτσα και το μεγάλο μονότοξο γεφύρι που έκτισε το 1748 ο Αλέξης Μίσιος, στην Βοβούσα. Τον Νοέμβριο του 1757 Στέφανος , αναφέρεται σε έγγραφο του οικουμενικού πατριαρχείου, όπου υπογράφεται ως Στέφανος Μίσιου.
Το 1763 βρισκόταν στην υπηρεσία το Κωνσταντίνου Ρακοβίτσα και αργότερα μπήκε στην υπηρεσία του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι και την Κωνσταντινούπολη.
Το 1774, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Βλαχία και το 1778 αναφέρεται σε χρυσόβουλο του ηγεμόνα , με τον τίτλο του άρχοντα Σπαθάρη.
Είναι η εποχή που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πόλη. Τότε ο Μίσογλου πάντρεψε την αδελφή του με τον Χροστόδουλο Βλαχούτση (Βλάχο).
Το 1782 μπήκε στην υπηρεσία του υιού του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου ,Αλεξάνδρου, όταν αυτός έγινε ηγεμόνας της Μολδαβίας και τότε γνώρισε τον άλλο Αλέξανδρο , τον υιό του Ιωάννη.
Ο Μίσιος (Μίσογλου), ήταν ο κρίκος που συνέδεσε το Ρήγα Φεραίο με τόν Υψηλάντη και τον Μαυροκορδάτο.
Όταν ο Ρήγας έφθασε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 1777-1788, ήταν φυσικό να κατέφυγε στον Βλάχο παράγοντα για βοήθεια.
Ό θείος του Σπύρος Ζήρας, αρματωλός του Λιτόχωρου, στο σώμα του οποίου κατατάχθηκε ο Ρήγας μετά την φυγή του από το Βελεστίνο, είναι πολύ πιθανό να είχε επαφή με τον ισχυρό Βλάχο της Πόλης.
Ο Μίσιος, λοιπόν , «τακτοποίησε» τον Αντώνη Κυριαζή (Ζαγοραιο) στον «οίκο» τα Υψηλαντών όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1778.
Ο Δραγουμάνος
Από τα σχόλια των πρέσβεων στην Κωνσταντινούπολη έχουμε τις πρώτες αντικειμενικές κρίσεις, για τον Μεγα Δραγουμανο Αλέξανδρο Ιωάννη Μαυροκορδάτο
. Χαρακτηριστική είναι ή αναφορά τού Γάλλου πρεσβευτή στην Πόλη, με πληροφορίες για τις αλλαγές στην Τουρκική Ιεραρχία.
‘Ο πρεσβευτής, αφού διευκρίνιζε πώς δραγουμάνος έγινε ό γιος τού άλλοτε ηγεμόνα Μολδαβίας ‘Ιωάννη Μαυροκορδάτου και γαμβρός τού νυν ηγεμόνα Βλαχίας, κατέληγε σημειώνοντας :
«Είναι πολύ καλός φίλος μου, τόσο αυτός όσο και ό πεθερός του», «είναι ένας αξιαγάπητος νέος, πού στην διάρκεια του τελευταίου πολέμου έζησε μερικά χρόνια στην Ρωσία», «Έχει όλες τις απαιτούμενες γνώσεις για τη θέση πού κατέχει και κυρίως ομιλεί πολύ καλά γερμανικά και γαλλικά .
‘Ο ‘Αλέξανδρος είχε αγαθές σχέσεις με τις ξένες διπλωματικές αποστολές. Για τη ρωσική δεν χρειάζεται να γίνει λόγος. Η αυστριακή πολιτική, εκείνη την περίοδο, εναρμονιζόταν πλήρως με τα ρωσικά σχέδια, και οι σχέσεις τού αυτοκράτορα ‘Ιωσήφ με την Αικατερίνη ήταν άριστες. Κύριος αντίπαλος , της ρωσικής και της αυστριακής πολιτικής παρέμενε ό γαλλικός παράγων και το γεγονός ότι ό ‘Αλέξανδρος εξασφάλισε ευμενή μεταχείριση και από τούς Γάλλους διπλωμάτες, ήταν μια σημαντική προσωπική του επιτυχία, για την οποία προφανώς αξιοποίησε την τεκτονική του ιδιότητα .
Στο μέτωπο των ρωσοτουρκικών σχέσεων, μετά τό τέλος τού πολέμου, η κατάσταση έδειχνε επιφανειακά ομαλή. ‘Η τουρκική πλευρά προσπαθούσε να αναθεωρήσει τούς δυσμενείς γι’ αυτήν όρους τής συνθήκης τού 1774 και να αμβλύνει τις επιπτώσεις τους.
‘Η ρωσική πλευρά αντίθετα ήθελε να κατοχυρώσει και να επεκτείνει τις επιτυχίες της. “Έτσι από την αναγνώριση τής αυτονομίας τής Κριμαίας ό σουλτάνος μία ωραία πρωία βρέθηκε υποχρεωμένος να αναγνωρίσει την ντεφάκτο προσάρτηση της Χερσονήσου στην τσαρική αυτοκρατορία.
Στις σκληρές διαπραγματεύσεις για αυτά τα επίμαχα θέματα, τό Ι783 και τό 1784, ό μέγας δραγομάνος ‘Αλέξανδρος Ιωάννη Μαυροκορδάτος είχε ενεργό συμμετοχή .
“Όσο καλά προχωρούσε στον διπλωματικό στίβο ο ένας ‘Αλέξανδρος, άλλο τόσο πήγαινε άσχημα ο συνώνυμος και εξαδελφός του, ο ‘Αλέξανδρος Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτος , ό επονομαζόμενος Ντελήμπεης, που ήταν ηγεμόνας της Μολδαβίας και ήρθε σε ρήξη με τους Αυστριακούς.
Καθαιρέθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1785 και την ίδια ημέρα τοποθετήθηκε ηγεμών ο Αλέξανδρος του Ιωάννη, κερδίζοντας την «κούρσα» από τον αντίπαλο του, από το «κόμμα» των Σούτζων, Αλέξανδρο Καλλιμάχη, που έγινε όμως μέγας δραγουμάνος.
Ο Ηγεμόνας
Ο νεοδιορισμένος ηγεμόνας χαρακτηριζόταν στην αναφορά πρέσβη της Αυστρίας ως «άνθρωπός ήπιος, λογικός, εξευγενισμένος αυτό την μακρά παραμονή του στην Ρωσία, και έμπειρος των πραγμάτων». Στην αναφορά του πρέσβη της Βενετίας επισημαίνεται επίσης η παραμονή του στην αγία Πετρούπολη και το ότι είχε κερδίσει την εύνοια της αυτοκράτειρας. Θετική ήταν και η στάση τής γαλλικής αποστολής στην Πόλη, και ο Γάλλος πρεσβευτής τού παραχώρησε τον νεοφερμένο αποθηκάριο τής πρεσβείας d’Ηauterive για να υπηρετήσει ως γραμματικός τού ηγεμόνα.
Με αυτές τις ευνοϊκές προϋποθέσεις, με εξασφαλισμένη την υποστήριξη του βεζίρη Χαλίλ Χαμίντ ,με τό βαρόμετρο τής πολιτικής συγκυρίας γενικά σταθερό, ‚ένας ακόμα Μαυροκορδάτος με αναμφισβήτητα προσόντα έφτανε στο ύπατο φαναριώτικο αξίωμα με καλούς οιωνούς.
Επιπλέον, αυτός ό απόγονος των Μαυροκορδάτων φαίνεται να ‚είχε κατάκτηση μία θέση και ορισμένο κύρος στον κόσμο των γραμμάτων. Ήδη από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1780 κυκλοφορούσαν δικά του στιχουργήματα στις χειρόγραφες ανθολογίες τής εποχής.
Ο Αλ. Ιω. Μαυροκορδατος διορίστηκε ηγεμόνας στις 12 Ιανουάριου 1785 και στις 14 Φεβρουαρίου ξεκίνησε για το Ιάσιο, όπου έφθασε στο τέλος του μήνα.
Η συνοδεία του, 100 άμαξες με 300 άτομα μπήκε στο Ιάσιο στις 11 Μαρτίου.
Λίγο μετά, έφθασαν και τα «κακά μαντάτα» από την Κωνσταντινούπολη, για την καθαίρεση του Βεζίρη Χαλίλ Χαμίντ, που αρχικά εξορίστηκε, αλλά αποκεφαλίστηκε τον Απρίλιο στην Τένεδο, όπου τον πρόλαβε ο δήμιος .
Την έξωση τού βεζίρη ακολούθησαν πολλές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Αντικαταστάθηκε ό μουφτής και καθαιρέθηκε ό Ρεις έφέντης (υπουργός ‘Εξωτερικών) Ισμαήλ πασάς , που και αυτός καρατομήθηκε.
Στους διπλωματικούς κύκλους επικράτησε η εντύπωση πώς θα ακολουθήσουν εκκαθαρίσεις σε όλα τα παρακλάδια τού διοικητικού μηχανισμού, πού θα θίξουν και τις ηγεμονίες.
Ο Γάλλος πρέσβυς στην αναφορά του προς το Παρίσι, στις 13 Μαΐου 1785, έγραφε : «Οι εχθροί τού άτυχου Χαλίλ πασά θέλουν να εξοντώσουν όλους εκείνους πού ο πρώην βεζίρης ανέδειξε, και είναι πολύ αμφίβολο αν ό ηγεμόνας τής Μολδαβίας Μαυροκορδάτος θα μπορέσει να γλιτώσει» .
Η πτώση του Χαλίλ Πασά ήταν έργο μιας νέας ομάδας, με επικεφαλής τον αρχηγό τού στόλου Χασάν πασά, που είχε την γαλλική υποστήριξη, και που επεδίωκε τον ουσιαστικό αναπροσανατολισμό της τουρκικής πολιτικής, και κυρίως την «ρεβάνς», από τους Ρώσσους.
Τα πράγματα όμως, προχώρησαν με οθωμανικούς ρυθμούς και έτσι ο Μαυροκορδατος, πήρε παράταση ζωής ως τον Δεκέμβριο του 1786, αν και στην Κωνσταντινούπολη επιστρατεύθηκε και ο πατριάρχης, για να ζητήσει από την Πόρτα, την καθαίρεση του.
Σημαντική, υπέρ του Αλέξανδρου ήταν η προσπάθεια του Μίσογλου, που είχε χρήματα και ήξερε να βρίσκει και να επηρεάζει φίλους στην τουρκική αυλή.
Ο Μαυροκορδατος σαν ηγεμόνας ‘έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον, για την ‘Ακαδημία τού ‘Ιασίου, και για τα κοινωφελή , και τα σχολικά Ιδρύματα τής Κωνσταντινούπολης. Επί αυθεντίας τού ‘Α. Μαυροκορδάτου , εκπονήθηκε στην αυλή τού ‘Ιασίου, με πρωτοβουλία και με την «αυτό-επιστασία» τού βοεβόδα, τό «Λεξικόν τρίγλωσσον τής Γαλλικής, ‘Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου που τυπώθηκε, από τον Γ. Βεντότη στην Βιέννη τό 1790.
Για τη σημασία και τό εύρος τής προσπάθειας έγραψε ό Ι. Κοδρικάς: «‘Υπέρ τούς τριάκοντα μεταφρασταί οι μεν αυλικοί, οι δε εκ των εντοπίων ευγενών, και πολλοί μαθηταί τής έν ‘Ιασίω Αυθεντικής Σχολής συνήργησαν εις την σύνταξιν αυτού τού λεξικού. »
‘Η μεγάλη αυτή συμμετοχή εξηγεί, κατά τον Κοδρικά, τα λάθη, την γλωσσική ακαταστασία και τα αλλά ελαττώματα τής έκδοσης.
Το φθινόπωρο του 1786 στην Πόλη , ή φιλοπόλεμη μερίδα είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Στην εξωτερική πολιτική ή ομάδα υιοθετούσε όλο και πιο σκληρή γραμμή και ετοιμαζόταν για τον πόλεμο τού 1787.
Σε αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και συσκέψεις εξετάσθηκε ο κατάλογος των απαιτήσεων , για την Κριμαία, τον Καύκασο, και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, πού έχει φέρει από την αγία Πετρούπολη ό ειδικός απεσταλμένος τής τσαρίνας Λάσκαροφ.
Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε και την παραμικρή παραχώρηση.
‘Η ισορροπία, στο εσωτερικό και στην εξωτερική πολιτική, πού είχε ευνοήσει κάποτε την άνοδο τού ‘Α. Μαυροκορδάτου στα ανώτερα αξιώματα, τώρα είχε ανατραπεί αμετάκλητα.
Το κλίμα έντασης πού επικράτησε, επέτρεπε την αναθεώρηση προηγούμενων δεσμεύσεων και υποχρεώσεων και ευνοούσε κάθε είδους αυθαιρεσία.
‘Η έξωση, ή καθαίρεση τού Άλεξανδροβόδα άπό τήν αυθεντία τής Μολδαβίας ανακοινώθηκε στην Πόλη στις 3 (14)Δεκεμβρίου 1786 καί έφτασε Ιάσιο 9 μέρες μετά. ‘Αντικαταστάτης τού Μαυροκορδάτου διορίστηκε ό ‘Αλέξανδρος ‘Υψηλάντης.
‘Ο Μαυροκορδάτος δεν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
Την νύχτα τής 25ης προς την 26η ‘Ιανουαρίου τού 1787, μετά από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόξενο στο ‘Ιάσιο, έφυγε με κατεύθυνση προς τον Βορρά.Το βράδυ τής 27ης πέρασε τον Δνείστερο καί εισήλθε στο πολωνικό έδαφος. Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στις όχθες τού Δνείπερου, για νά ζητήσει προστασία της Αικατερίνης καί νά βρει καταφύγιο στην ρωσική επικράτεια .
Μαζί του ήταν 30 άτομα. Ανάμεσα τους ο Ανώνης Ζαγοραίος ο μετέπειτα Ρήγας Φεραίος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην τρίτη ιστορία του μυθιστορήματος του Μαυροκορδάτου, «Ερωτος Αποτελέσματα», που εκτιλύσσεται στην Πολτάβα τόπο της πρώτης εγκατάστασης του φυγάδα (Φιραρή) ηγεμόνα, στην ρωσική επικράτεια . Αργότερα ο «φυγάδας» εγκαταστάθηκε στο Ελισαβετογκράντ στην Χερσώνα , όπου είχε επαφές με τον Ευγένειο Βούλγαρη.
Στο πλαίσιο τής προετοιμαζόμενης σύρραξης, άπό τόν Μάρτιο ως τον Αυγουστο τού 1787 (οπότε ή Τουρκία κήρυξε τόν Πόλεμο κατά τής Ρωσίας), το ζήτημα του Μαυροκορδάτου περιελήφθη στις διακοινώσεις, και τα τελεσίγραφα των αντιπάλων .
Η τουρκική πλευρά ζητούσε να της παραδοθεί ο φυγάδας έκπτωτος ηγεμόνας, αλλά αντιμετώπισε την κατηγορηματική άρνηση της Τσαρίνας.
Στο πολεμικό «μανιφέστο» τής Αικατερίνης πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, γινόταν αναφορά στον φόνο τού ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (τό 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ό ‘Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη ,και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , ή οποία και τού έδωσε άσυλο, πως είχε υποχρέωση.
Με το κείμενο αυτό, λίγους μήνες μετά την εσπευσμένη φυγή από τό ‘Ιάσιο, ή υποθέσει «Μαυροκορδάτου» πήρε διεθνή διάσταση καί ό ίδιος ό ‘Αλέξανδρος αναγνωρίστηκε επισήμως ώς θύμα τού οθωμανικού δεσποτισμού.
Η παρατεταμένη παραμονή τού Ά. Μαυροκορδάτου στον ρωσικό Νότο συνδεόταν με τις εξελίξεις του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1788, ακολούθησε δύναμη του ρωσικού στρατού που συγκεντρώθηκε στα σύνορα. Τον χειμώνα τού 1791, κατά τις διαπραγματεύσεις πού οδήγησαν στην συνθήκη τού ‘Ιασίου, η ρωσική πλευρά «απαίτησε», χωρίς μεγάλη επιμονή, την επιστροφή στον ηγεμονικό Θρόνο της Μολδαβίας του πρώην «αυθέντη», πράγμα που δεν δέχθηκαν οι Τούρκοι ..
‘Ορισμένες ευρωπαϊκές διπλωματικές υπηρεσίες επέμεναν, ακόμα και πολύ
αργότερα να θεωρούν τον έκπτωτο αύθέντη κάτι σαν εφεδρεία της τσαρικής πολιτικής στην περιοχή.
Το 1795 σε μιά αναφορά του Γάλλου πρέσβη από την Πόλη προς την «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας» στό Παρίσι, αναφέρεται «συνωμοσία για εξέγερση στη Μολδαβία», με επικεφαλής, τον φυγάδα πρώην ηγεμονία.
Οι πληροφορίες αυτές πρέπει συνδέονταν με την δραστηριότητα του «Φοίνικα» που είχε δημιουργήσει στην Οδησσό ο Μαυροκορδατος, αλλά και τις δραστηριότητες του Ρήγα που συνδεόταν με τον Φοίνικα.
Στο μεταξύ, από τον Σεπτέμβριο τοϋ 1792 ο Φιραρής είχε μετοικήσει στή Μόσχα, έχοντας τήν εύνοια τής αυλής τής Πετρούπολης και ετήσιο εισόδημα 12000 ρούβλια
Το 1812, με την πυρκαγιά της Μόσχας καταστράφηκε το σπίτι του και μετά τον πόλεμο, ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ ικανοποίησε το αίτημα τού πρώην ηγεμόνα για αποζημίωση, αύξησε το επίδομα και του παραχώρησε μεγάλο κτήμα στο χωριό Βσεσβαστσκογιε στην περιφέρεια της Μόσχας.
Τ
ο 1816. ή έφημερίδα τής Βιέννης ‘Ελληνικός Τηλέγραφος δημοσίευσε την είδηση ότι «η θυγάτηρ τού πρώην αύθέντου της Μολδαυίας Μαυροκοριδάτου Αικατερίνη εχειροτονήθη αύλικόν κοράσιον πλησίον τής αύτοκρατορίσσης».
Η Αικατερίνη ήταν παιδί από τον τρίτο γάμο του με την ρωσίδα αριστοκράτισσα ‘Αλεξάνδρα Λβόβνα Σάντι που έγινε στο τέλος τού 1795 στην Μόσχα ,αφού πήρε επιτέλους με τη βοήθεια της ρωσικής διπλωματίας το διαζύγιο από τη Δόμνα Ζαφείρα Καρατζά.,
Η Αικατερίνη γεννήθηκε τούς Τελευταίους μήνες τού 1798
Ο Μαυροκορδάτος έπρεπε να φροντίζει όμως και για ένα άλλο παιδί του ,εξώγαμο ,προϊόν του δεσμού του με τη Ταρσή, ένα κορίτσι από την Κεα ,πού ήταν ερωμένη του από την Κωνσταντινούπολη. Το παιδί αυτό τού ‘Αλέξανδρου ήταν ο ‘Ιβάν Άλεξάντροβιτς Γκουλιάνοφ, πού προσελήφθει στο ρωσικό διπλωματικό σώμα, το 1805 ενώ παράλληλα αφιερώθηκε και στην επιστήμη τής γλωσσολογίας, πού ήταν το μεγάλο πάθος τής ζωής του.
Ο Ιβάν, πού πήρε το όνομα του παππού του, γεννήθηκε στην Μολδαβία τό 1786,λιγο πριν την πτώση του Αλέξανδρου, και ο ηγεμόνας διασφάλισε μητέρα και παιδί στέλνοντας τους προσωρινά στην Κέα. Μόλις τακτοποιήθηκε στην Ρωσία κανόνισε το ταξείδι τους στην Μόσχα.
‘Ο πρώην ηγεμόνας δεν θέλησε να αναγνωρίσει το εξώγαμο παιδί του με μία από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, αλλά προτίμησε ένα δικό του πρωτότυπο μέσο υίοθεσίας.
Στόν ύπηρεσιακό φάκελο το Γκουλιάνοφ σώζεται το επίσημο πιστοποιητικό του Μαυροκορδάτου σύμφωνα με το ‚οποίο ‘ό πρίγκιψ ‘Αλέξανδρος βεβαίωνε ‚ότι ο Γκουλιάνοφ καταγόταν από μολδαβούς ευγενείς, ‚ότι ‘έμεινε πολύ νωρίς ορφανός, και ότι τον πήρε υπό την προστασία του ,και τον έφερε μαζί του στη Ρωσσία.
Τό πιστοποιητικό υπογράφθηκε τον ‘Ιούλιο το 1805, τίς μέρες δηλαδή πού ‘ό γιος τής Ταρσής και του Αλέκου διοριζόταν στην υπηρεσία τού υπουργείου ‘Εξωτερικών.
Ο ‘Ιβάν Άλεξάντροβιτς Γκουλιάνοφ είχε πολύ καλές σχέσεις μέ τον Πατέρα του και την ομοπάτρια αδελφή του Αικατερίνη .
Στό υπουργείο ‘Εξωτερικών, μετά τό 1815, είχε προϊστάμενό του τον ‘Ιωάννη Καποδίστρια, μέ τόν ‚όποϊο συνδέθηκε στενά , παρακολούθησε τον έλληνικό άγώνα καί βοήθησε ‚όσο μπορούσε.
Σώζεται έπιστολή του προς τον Καποδίστρια, ‚όπου ‘ό Γκουλιάνοφ πληροφορεϊ τόν μόλις έκλεγμένο Κυβερνήτη γιά τά άποτελέσματα φιλελληνικού έράνου, πού διόργάνωσε ο ιδιος στήν αγία Πετρούπολη, καθώς καί για τις ανάλογες προσπάθειες τής αδελφής του στη Μόσχα.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Φιραρής πέθανε το 1819 στη Μόσχα. Την ίδια χρονιά στην Κέρκυρα απεβίωσε ο κόμης Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας. πέθανε το 1819 στη Μόσχα. Την ίδια χρονιά στην Κέρκυρα απεβίωσε ο κόμης Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος , γιος του Ιωάννη Μαυροκορδάτου και της Σουλτάνας Μάνου , βρέθηκε , σε ηλικία 14 ετών ,το 1768 ,στην αυλή του νεοδιορισμένου ηγεμόνα Βλαχίας Γρηγορίου Αλεξάνδρου Γκίκα.
Την ίδια χρονιά ξέσπασε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος και τον ‘Οκτώβριο του 1769 , τα ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στο Βουκουρέστι.
Ο ηγεμόνας παραδόθηκε ή συνελήφθη και στάλθηκε, «μετά των οικείων αυτού αρχόντων ρωμαίων»,στην Αγία Πετρούπολη , όπου έφτασαν τον Μάρτιο του 1770. Στη Ρωσσία αναγγέλθηκε ότι η αυτοκράτειρα Αικατερίνη έκανε δεκτούς με μεγάλες τιμές τον ηγεμόνα Γκίκα , και τον γιο του μακαρίτη ηγεμόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Μαυροκορδάτου .
Ο νεαρός Αλέξανδρος στην Αγία Πετρούπολη , φοίτησε στο πιο οργανωμένο σχολείο της τσαρικής Ρωσίας το «Kadetski Korpus» , (την Σχολή Ευελπιδων), που ετοίμαζε τα παιδιά των αριστοκρατών για να υπηρετήσουν στον κρατικό μηχανισμό
Ο Γκίκας αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή ,όμως ο Μαυροκορδατος έφυγε το 1777 σε ηλικία 23 πια ετών, και αφού παντρεύτηκε την κόρη, του δασκάλου του της γαλλικής .
Πρώτος σταθμός στο ταξίδι της επιστροφής ήταν το Χέρμανστατ (Hermannstadt) της Τρανσυλβανίας , το σημερινό Σίμπιου , που τότε ανήκε στην αυστριακή Αυτοκρατορία.
Εκεί μυήθηκε στην στοά της «Εστεμμένης Άγκυρας» , αλλά ήδη πρέπει να ήταν τέκτονας .
Στην ίδια στοά μυήθηκε τον Οκτώβριο του 1777 ο ιδρυτής της ομοιοπαθητικής Samuel Hahnemann .
Η Στοά του Hermannstadt ιδρύθηκε την ίδια χρονιά ,από τον , Εβραϊκής καταγωγής , βαρόνο Samuel von Brukenthal , ο οποίος κατάγονταν από το χωριό Nocrich, όπου ακόμα και σήμερα υπάρχει ισχυρή εβραϊκή κοινότητα .
Ο Brukenthal το 1777 αφού έκανε καριέρα στην αυλή της Βιέννης ως σύμβουλος της αυτοκράτειρας Μαρίας-Τερέζας κατάφερε να διορισθεί κυβερνήτης της Τρανσυλβανίας, όπου ήδη είχε αποκτήσει μεγάλα κτήματα.
Το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος. Ι. Μαυροκορδάτος φεύγοντας από την Αγία Πετρούπολη πήγε κατευθείαν στο Hermannstadt για να μυηθεί στην στοά του von Brukenthal , δείχνει ότι πήγε εκεί συστημένος από τη Ρωσία, αλλά και ταυτόχρονα το υψηλό επίπεδο των επαφών που ήδη διέθετε .
Θα ήταν εντελώς γελοίο να υποθέσουμε ότι ο von Brukenthal και η «Εστεμμένη Άγκυρα» έκαναν δεκτό έναν διερχόμενο.
Ο νεαρός Αλέξανδρος επομένως ταξίδεψε στο Hermannstadt ( Ερμανούπολη) όντας ήδη προετοιμασμένος .
Το ταξίδι στο Hermannstadt .
Εκεί έμαθε τα κακά νέα για τον αποκεφαλισμό του Γκίκα που συνέβη τον Οκτώβριο του 1777, και χρειάστηκε τη βοήθεια του «αδελφού» , Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ηγεμόνα τότε στο Βουκουρέστι, για να φτάσει στην Πόλη, όμως, κάθ΄ οδόν αρρώστησε και πέθανε η γυναίκα του .
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος βρέθηκε ξανά στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο 1778.
Όπως φαίνεται η τεκτονική του ιδιότητα, και η υποστήριξη των συγγενών αλλά και του μέλλοντος πεθερού του Νικόλαου Καρατζά, που ήταν την περίοδο 1777-1782 μέγας διερμηνέας, συνέβαλαν στο να βρει γρήγορα τη θέση του στο φαναριώτικο σύστημα «παρά –εξουσίας» .
Ο Καρατζάς , σαν μέλος της Οθωμανικής αντιπροσωπείας που συζητούσε με τους Ρώσσους την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων τής συνθήκης του 1774., βρέθηκε στην Μόσχα από τον Νοέμβριο τού 1775 ως τον ‘Ιανουάριο τού 1776 μετέχοντας στις διαπραγματεύσεις και εκεί γνώρισε τον μέλλοντα γαμπρό του.
Τον Ιανουάριο του 1782, όταν ο Καρατζάς έγινε ηγεμόνας τής Βλαχίας, ο Αλέξανδρος διορίστηκε επίσημα εκπρόσωπος του στην Πόλη, και την ίδια εποχή παντρεύτηκε την κόρη του .
Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1782 ο μέγας διερμηνέας Μιχαήλ Σούτζος, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε σαν γαλλόφιλος, και ο Αλέξανδρος Ιωάννη Μαυροκορδατος τον διαδέχθηκε , σε ηλικία 28 ετών .
Ο Βλάχικος Δεσμός
Στην μικρή κοινωνία των Φαναριωτών, ο διωγμός του Σούτζου θεωρήθηκε αποτέλεσμα των ενεργειών των δύο εκπροσώπων του Νικολάου Καρατζά στην Πόλη. Του Σπαθάρη Στέφανου Μίσογλου και του Αλέξανδρου Ι. Μαυροκορδάτου .
Ο Κωνσταντινοπολίτης Στέφανος Μίσογλου ήταν Βλάχος και καταγόταν από το Μονοδέντρι των Ζαγοροχωρίων και το όνομα του εκεί ήταν Μίσιος.
Ο πατέρας του ήταν πρόκριτος της περιοχής και σκοτώθηκε από τους Τούρκους το 1737.
Μνημεία της οικογένειας του είναι το γεφύρι του Μίσιου στήν Βίτσα και το μεγάλο μονότοξο γεφύρι που έκτισε το 1748 ο Αλέξης Μίσιος, στην Βοβούσα. Τον Νοέμβριο του 1757 Στέφανος , αναφέρεται σε έγγραφο του οικουμενικού πατριαρχείου, όπου υπογράφεται ως Στέφανος Μίσιου.
Το 1763 βρισκόταν στην υπηρεσία το Κωνσταντίνου Ρακοβίτσα και αργότερα μπήκε στην υπηρεσία του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι και την Κωνσταντινούπολη.
Το 1774, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Βλαχία και το 1778 αναφέρεται σε χρυσόβουλο του ηγεμόνα , με τον τίτλο του άρχοντα Σπαθάρη.
Είναι η εποχή που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πόλη. Τότε ο Μίσογλου πάντρεψε την αδελφή του με τον Χροστόδουλο Βλαχούτση (Βλάχο).
Το 1782 μπήκε στην υπηρεσία του υιού του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου ,Αλεξάνδρου, όταν αυτός έγινε ηγεμόνας της Μολδαβίας και τότε γνώρισε τον άλλο Αλέξανδρο , τον υιό του Ιωάννη.
Ο Μίσιος (Μίσογλου), ήταν ο κρίκος που συνέδεσε το Ρήγα Φεραίο με τόν Υψηλάντη και τον Μαυροκορδάτο.
Όταν ο Ρήγας έφθασε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 1777-1788, ήταν φυσικό να κατέφυγε στον Βλάχο παράγοντα για βοήθεια.
Ό θείος του Σπύρος Ζήρας, αρματωλός του Λιτόχωρου, στο σώμα του οποίου κατατάχθηκε ο Ρήγας μετά την φυγή του από το Βελεστίνο, είναι πολύ πιθανό να είχε επαφή με τον ισχυρό Βλάχο της Πόλης.
Ο Μίσιος, λοιπόν , «τακτοποίησε» τον Αντώνη Κυριαζή (Ζαγοραιο) στον «οίκο» τα Υψηλαντών όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1778.
Ο Δραγουμάνος
Από τα σχόλια των πρέσβεων στην Κωνσταντινούπολη έχουμε τις πρώτες αντικειμενικές κρίσεις, για τον Μεγα Δραγουμανο Αλέξανδρο Ιωάννη Μαυροκορδάτο
. Χαρακτηριστική είναι ή αναφορά τού Γάλλου πρεσβευτή στην Πόλη, με πληροφορίες για τις αλλαγές στην Τουρκική Ιεραρχία.
‘Ο πρεσβευτής, αφού διευκρίνιζε πώς δραγουμάνος έγινε ό γιος τού άλλοτε ηγεμόνα Μολδαβίας ‘Ιωάννη Μαυροκορδάτου και γαμβρός τού νυν ηγεμόνα Βλαχίας, κατέληγε σημειώνοντας :
«Είναι πολύ καλός φίλος μου, τόσο αυτός όσο και ό πεθερός του», «είναι ένας αξιαγάπητος νέος, πού στην διάρκεια του τελευταίου πολέμου έζησε μερικά χρόνια στην Ρωσία», «Έχει όλες τις απαιτούμενες γνώσεις για τη θέση πού κατέχει και κυρίως ομιλεί πολύ καλά γερμανικά και γαλλικά .
‘Ο ‘Αλέξανδρος είχε αγαθές σχέσεις με τις ξένες διπλωματικές αποστολές. Για τη ρωσική δεν χρειάζεται να γίνει λόγος. Η αυστριακή πολιτική, εκείνη την περίοδο, εναρμονιζόταν πλήρως με τα ρωσικά σχέδια, και οι σχέσεις τού αυτοκράτορα ‘Ιωσήφ με την Αικατερίνη ήταν άριστες. Κύριος αντίπαλος , της ρωσικής και της αυστριακής πολιτικής παρέμενε ό γαλλικός παράγων και το γεγονός ότι ό ‘Αλέξανδρος εξασφάλισε ευμενή μεταχείριση και από τούς Γάλλους διπλωμάτες, ήταν μια σημαντική προσωπική του επιτυχία, για την οποία προφανώς αξιοποίησε την τεκτονική του ιδιότητα .
Στο μέτωπο των ρωσοτουρκικών σχέσεων, μετά τό τέλος τού πολέμου, η κατάσταση έδειχνε επιφανειακά ομαλή. ‘Η τουρκική πλευρά προσπαθούσε να αναθεωρήσει τούς δυσμενείς γι’ αυτήν όρους τής συνθήκης τού 1774 και να αμβλύνει τις επιπτώσεις τους.
‘Η ρωσική πλευρά αντίθετα ήθελε να κατοχυρώσει και να επεκτείνει τις επιτυχίες της. “Έτσι από την αναγνώριση τής αυτονομίας τής Κριμαίας ό σουλτάνος μία ωραία πρωία βρέθηκε υποχρεωμένος να αναγνωρίσει την ντεφάκτο προσάρτηση της Χερσονήσου στην τσαρική αυτοκρατορία.
Στις σκληρές διαπραγματεύσεις για αυτά τα επίμαχα θέματα, τό Ι783 και τό 1784, ό μέγας δραγομάνος ‘Αλέξανδρος Ιωάννη Μαυροκορδάτος είχε ενεργό συμμετοχή .
“Όσο καλά προχωρούσε στον διπλωματικό στίβο ο ένας ‘Αλέξανδρος, άλλο τόσο πήγαινε άσχημα ο συνώνυμος και εξαδελφός του, ο ‘Αλέξανδρος Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτος , ό επονομαζόμενος Ντελήμπεης, που ήταν ηγεμόνας της Μολδαβίας και ήρθε σε ρήξη με τους Αυστριακούς.
Καθαιρέθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1785 και την ίδια ημέρα τοποθετήθηκε ηγεμών ο Αλέξανδρος του Ιωάννη, κερδίζοντας την «κούρσα» από τον αντίπαλο του, από το «κόμμα» των Σούτζων, Αλέξανδρο Καλλιμάχη, που έγινε όμως μέγας δραγουμάνος.
Ο Ηγεμόνας
Ο νεοδιορισμένος ηγεμόνας χαρακτηριζόταν στην αναφορά πρέσβη της Αυστρίας ως «άνθρωπός ήπιος, λογικός, εξευγενισμένος αυτό την μακρά παραμονή του στην Ρωσία, και έμπειρος των πραγμάτων». Στην αναφορά του πρέσβη της Βενετίας επισημαίνεται επίσης η παραμονή του στην αγία Πετρούπολη και το ότι είχε κερδίσει την εύνοια της αυτοκράτειρας. Θετική ήταν και η στάση τής γαλλικής αποστολής στην Πόλη, και ο Γάλλος πρεσβευτής τού παραχώρησε τον νεοφερμένο αποθηκάριο τής πρεσβείας d’Ηauterive για να υπηρετήσει ως γραμματικός τού ηγεμόνα.
Με αυτές τις ευνοϊκές προϋποθέσεις, με εξασφαλισμένη την υποστήριξη του βεζίρη Χαλίλ Χαμίντ ,με τό βαρόμετρο τής πολιτικής συγκυρίας γενικά σταθερό, ‚ένας ακόμα Μαυροκορδάτος με αναμφισβήτητα προσόντα έφτανε στο ύπατο φαναριώτικο αξίωμα με καλούς οιωνούς.
Επιπλέον, αυτός ό απόγονος των Μαυροκορδάτων φαίνεται να ‚είχε κατάκτηση μία θέση και ορισμένο κύρος στον κόσμο των γραμμάτων. Ήδη από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1780 κυκλοφορούσαν δικά του στιχουργήματα στις χειρόγραφες ανθολογίες τής εποχής.
Ο Αλ. Ιω. Μαυροκορδατος διορίστηκε ηγεμόνας στις 12 Ιανουάριου 1785 και στις 14 Φεβρουαρίου ξεκίνησε για το Ιάσιο, όπου έφθασε στο τέλος του μήνα.
Η συνοδεία του, 100 άμαξες με 300 άτομα μπήκε στο Ιάσιο στις 11 Μαρτίου.
Λίγο μετά, έφθασαν και τα «κακά μαντάτα» από την Κωνσταντινούπολη, για την καθαίρεση του Βεζίρη Χαλίλ Χαμίντ, που αρχικά εξορίστηκε, αλλά αποκεφαλίστηκε τον Απρίλιο στην Τένεδο, όπου τον πρόλαβε ο δήμιος .
Την έξωση τού βεζίρη ακολούθησαν πολλές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Αντικαταστάθηκε ό μουφτής και καθαιρέθηκε ό Ρεις έφέντης (υπουργός ‘Εξωτερικών) Ισμαήλ πασάς , που και αυτός καρατομήθηκε.
Στους διπλωματικούς κύκλους επικράτησε η εντύπωση πώς θα ακολουθήσουν εκκαθαρίσεις σε όλα τα παρακλάδια τού διοικητικού μηχανισμού, πού θα θίξουν και τις ηγεμονίες.
Ο Γάλλος πρέσβυς στην αναφορά του προς το Παρίσι, στις 13 Μαΐου 1785, έγραφε : «Οι εχθροί τού άτυχου Χαλίλ πασά θέλουν να εξοντώσουν όλους εκείνους πού ο πρώην βεζίρης ανέδειξε, και είναι πολύ αμφίβολο αν ό ηγεμόνας τής Μολδαβίας Μαυροκορδάτος θα μπορέσει να γλιτώσει» .
Η πτώση του Χαλίλ Πασά ήταν έργο μιας νέας ομάδας, με επικεφαλής τον αρχηγό τού στόλου Χασάν πασά, που είχε την γαλλική υποστήριξη, και που επεδίωκε τον ουσιαστικό αναπροσανατολισμό της τουρκικής πολιτικής, και κυρίως την «ρεβάνς», από τους Ρώσσους.
Τα πράγματα όμως, προχώρησαν με οθωμανικούς ρυθμούς και έτσι ο Μαυροκορδατος, πήρε παράταση ζωής ως τον Δεκέμβριο του 1786, αν και στην Κωνσταντινούπολη επιστρατεύθηκε και ο πατριάρχης, για να ζητήσει από την Πόρτα, την καθαίρεση του.
Σημαντική, υπέρ του Αλέξανδρου ήταν η προσπάθεια του Μίσογλου, που είχε χρήματα και ήξερε να βρίσκει και να επηρεάζει φίλους στην τουρκική αυλή.
Ο Μαυροκορδατος σαν ηγεμόνας ‘έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον, για την ‘Ακαδημία τού ‘Ιασίου, και για τα κοινωφελή , και τα σχολικά Ιδρύματα τής Κωνσταντινούπολης. Επί αυθεντίας τού ‘Α. Μαυροκορδάτου , εκπονήθηκε στην αυλή τού ‘Ιασίου, με πρωτοβουλία και με την «αυτό-επιστασία» τού βοεβόδα, τό «Λεξικόν τρίγλωσσον τής Γαλλικής, ‘Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου που τυπώθηκε, από τον Γ. Βεντότη στην Βιέννη τό 1790.
Για τη σημασία και τό εύρος τής προσπάθειας έγραψε ό Ι. Κοδρικάς: «‘Υπέρ τούς τριάκοντα μεταφρασταί οι μεν αυλικοί, οι δε εκ των εντοπίων ευγενών, και πολλοί μαθηταί τής έν ‘Ιασίω Αυθεντικής Σχολής συνήργησαν εις την σύνταξιν αυτού τού λεξικού. »
‘Η μεγάλη αυτή συμμετοχή εξηγεί, κατά τον Κοδρικά, τα λάθη, την γλωσσική ακαταστασία και τα αλλά ελαττώματα τής έκδοσης.
Το φθινόπωρο του 1786 στην Πόλη , ή φιλοπόλεμη μερίδα είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Στην εξωτερική πολιτική ή ομάδα υιοθετούσε όλο και πιο σκληρή γραμμή και ετοιμαζόταν για τον πόλεμο τού 1787.
Σε αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και συσκέψεις εξετάσθηκε ο κατάλογος των απαιτήσεων , για την Κριμαία, τον Καύκασο, και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, πού έχει φέρει από την αγία Πετρούπολη ό ειδικός απεσταλμένος τής τσαρίνας Λάσκαροφ.
Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε και την παραμικρή παραχώρηση.
‘Η ισορροπία, στο εσωτερικό και στην εξωτερική πολιτική, πού είχε ευνοήσει κάποτε την άνοδο τού ‘Α. Μαυροκορδάτου στα ανώτερα αξιώματα, τώρα είχε ανατραπεί αμετάκλητα.
Το κλίμα έντασης πού επικράτησε, επέτρεπε την αναθεώρηση προηγούμενων δεσμεύσεων και υποχρεώσεων και ευνοούσε κάθε είδους αυθαιρεσία.
‘Η έξωση, ή καθαίρεση τού Άλεξανδροβόδα άπό τήν αυθεντία τής Μολδαβίας ανακοινώθηκε στην Πόλη στις 3 (14)Δεκεμβρίου 1786 καί έφτασε Ιάσιο 9 μέρες μετά. ‘Αντικαταστάτης τού Μαυροκορδάτου διορίστηκε ό ‘Αλέξανδρος ‘Υψηλάντης.
‘Ο Μαυροκορδάτος δεν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
Την νύχτα τής 25ης προς την 26η ‘Ιανουαρίου τού 1787, μετά από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόξενο στο ‘Ιάσιο, έφυγε με κατεύθυνση προς τον Βορρά.Το βράδυ τής 27ης πέρασε τον Δνείστερο καί εισήλθε στο πολωνικό έδαφος. Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στις όχθες τού Δνείπερου, για νά ζητήσει προστασία της Αικατερίνης καί νά βρει καταφύγιο στην ρωσική επικράτεια .
Μαζί του ήταν 30 άτομα. Ανάμεσα τους ο Ανώνης Ζαγοραίος ο μετέπειτα Ρήγας Φεραίος, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην τρίτη ιστορία του μυθιστορήματος του Μαυροκορδάτου, «Ερωτος Αποτελέσματα», που εκτιλύσσεται στην Πολτάβα τόπο της πρώτης εγκατάστασης του φυγάδα (Φιραρή) ηγεμόνα, στην ρωσική επικράτεια . Αργότερα ο «φυγάδας» εγκαταστάθηκε στο Ελισαβετογκράντ στην Χερσώνα , όπου είχε επαφές με τον Ευγένειο Βούλγαρη.
Στο πλαίσιο τής προετοιμαζόμενης σύρραξης, άπό τόν Μάρτιο ως τον Αυγουστο τού 1787 (οπότε ή Τουρκία κήρυξε τόν Πόλεμο κατά τής Ρωσίας), το ζήτημα του Μαυροκορδάτου περιελήφθη στις διακοινώσεις, και τα τελεσίγραφα των αντιπάλων .
Η τουρκική πλευρά ζητούσε να της παραδοθεί ο φυγάδας έκπτωτος ηγεμόνας, αλλά αντιμετώπισε την κατηγορηματική άρνηση της Τσαρίνας.
Στο πολεμικό «μανιφέστο» τής Αικατερίνης πού δόθηκε στην δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο τού 1787, γινόταν αναφορά στον φόνο τού ηγεμόνα Γρηγορίου Γκίκα (τό 1777) και υπογραμμιζόταν πώς και ό ‘Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κινδύνευσε να έχει την ιδία τύχη ,και γι’ αυτό «ζήτησε προστασία στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας μας , ή οποία και τού έδωσε άσυλο, πως είχε υποχρέωση.
Με το κείμενο αυτό, λίγους μήνες μετά την εσπευσμένη φυγή από τό ‘Ιάσιο, ή υποθέσει «Μαυροκορδάτου» πήρε διεθνή διάσταση καί ό ίδιος ό ‘Αλέξανδρος αναγνωρίστηκε επισήμως ώς θύμα τού οθωμανικού δεσποτισμού.
Η παρατεταμένη παραμονή τού Ά. Μαυροκορδάτου στον ρωσικό Νότο συνδεόταν με τις εξελίξεις του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1788, ακολούθησε δύναμη του ρωσικού στρατού που συγκεντρώθηκε στα σύνορα. Τον χειμώνα τού 1791, κατά τις διαπραγματεύσεις πού οδήγησαν στην συνθήκη τού ‘Ιασίου, η ρωσική πλευρά «απαίτησε», χωρίς μεγάλη επιμονή, την επιστροφή στον ηγεμονικό Θρόνο της Μολδαβίας του πρώην «αυθέντη», πράγμα που δεν δέχθηκαν οι Τούρκοι ..
‘Ορισμένες ευρωπαϊκές διπλωματικές υπηρεσίες επέμεναν, ακόμα και πολύ
αργότερα να θεωρούν τον έκπτωτο αύθέντη κάτι σαν εφεδρεία της τσαρικής πολιτικής στην περιοχή.
Το 1795 σε μιά αναφορά του Γάλλου πρέσβη από την Πόλη προς την «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας» στό Παρίσι, αναφέρεται «συνωμοσία για εξέγερση στη Μολδαβία», με επικεφαλής, τον φυγάδα πρώην ηγεμονία.
Οι πληροφορίες αυτές πρέπει συνδέονταν με την δραστηριότητα του «Φοίνικα» που είχε δημιουργήσει στην Οδησσό ο Μαυροκορδατος, αλλά και τις δραστηριότητες του Ρήγα που συνδεόταν με τον Φοίνικα.
Στο μεταξύ, από τον Σεπτέμβριο τοϋ 1792 ο Φιραρής είχε μετοικήσει στή Μόσχα, έχοντας τήν εύνοια τής αυλής τής Πετρούπολης και ετήσιο εισόδημα 12000 ρούβλια
Το 1812, με την πυρκαγιά της Μόσχας καταστράφηκε το σπίτι του και μετά τον πόλεμο, ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ ικανοποίησε το αίτημα τού πρώην ηγεμόνα για αποζημίωση, αύξησε το επίδομα και του παραχώρησε μεγάλο κτήμα στο χωριό Βσεσβαστσκογιε στην περιφέρεια της Μόσχας.
Τ
ο 1816. ή έφημερίδα τής Βιέννης ‘Ελληνικός Τηλέγραφος δημοσίευσε την είδηση ότι «η θυγάτηρ τού πρώην αύθέντου της Μολδαυίας Μαυροκοριδάτου Αικατερίνη εχειροτονήθη αύλικόν κοράσιον πλησίον τής αύτοκρατορίσσης».
Η Αικατερίνη ήταν παιδί από τον τρίτο γάμο του με την ρωσίδα αριστοκράτισσα ‘Αλεξάνδρα Λβόβνα Σάντι που έγινε στο τέλος τού 1795 στην Μόσχα ,αφού πήρε επιτέλους με τη βοήθεια της ρωσικής διπλωματίας το διαζύγιο από τη Δόμνα Ζαφείρα Καρατζά.,
Η Αικατερίνη γεννήθηκε τούς Τελευταίους μήνες τού 1798
Ο Μαυροκορδάτος έπρεπε να φροντίζει όμως και για ένα άλλο παιδί του ,εξώγαμο ,προϊόν του δεσμού του με τη Ταρσή, ένα κορίτσι από την Κεα ,πού ήταν ερωμένη του από την Κωνσταντινούπολη. Το παιδί αυτό τού ‘Αλέξανδρου ήταν ο ‘Ιβάν Άλεξάντροβιτς Γκουλιάνοφ, πού προσελήφθει στο ρωσικό διπλωματικό σώμα, το 1805 ενώ παράλληλα αφιερώθηκε και στην επιστήμη τής γλωσσολογίας, πού ήταν το μεγάλο πάθος τής ζωής του.
Ο Ιβάν, πού πήρε το όνομα του παππού του, γεννήθηκε στην Μολδαβία τό 1786,λιγο πριν την πτώση του Αλέξανδρου, και ο ηγεμόνας διασφάλισε μητέρα και παιδί στέλνοντας τους προσωρινά στην Κέα. Μόλις τακτοποιήθηκε στην Ρωσία κανόνισε το ταξείδι τους στην Μόσχα.
‘Ο πρώην ηγεμόνας δεν θέλησε να αναγνωρίσει το εξώγαμο παιδί του με μία από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, αλλά προτίμησε ένα δικό του πρωτότυπο μέσο υίοθεσίας.
Στόν ύπηρεσιακό φάκελο το Γκουλιάνοφ σώζεται το επίσημο πιστοποιητικό του Μαυροκορδάτου σύμφωνα με το ‚οποίο ‘ό πρίγκιψ ‘Αλέξανδρος βεβαίωνε ‚ότι ο Γκουλιάνοφ καταγόταν από μολδαβούς ευγενείς, ‚ότι ‘έμεινε πολύ νωρίς ορφανός, και ότι τον πήρε υπό την προστασία του ,και τον έφερε μαζί του στη Ρωσσία.
Τό πιστοποιητικό υπογράφθηκε τον ‘Ιούλιο το 1805, τίς μέρες δηλαδή πού ‘ό γιος τής Ταρσής και του Αλέκου διοριζόταν στην υπηρεσία τού υπουργείου ‘Εξωτερικών.
Ο ‘Ιβάν Άλεξάντροβιτς Γκουλιάνοφ είχε πολύ καλές σχέσεις μέ τον Πατέρα του και την ομοπάτρια αδελφή του Αικατερίνη .
Στό υπουργείο ‘Εξωτερικών, μετά τό 1815, είχε προϊστάμενό του τον ‘Ιωάννη Καποδίστρια, μέ τόν ‚όποϊο συνδέθηκε στενά , παρακολούθησε τον έλληνικό άγώνα καί βοήθησε ‚όσο μπορούσε.
Σώζεται έπιστολή του προς τον Καποδίστρια, ‚όπου ‘ό Γκουλιάνοφ πληροφορεϊ τόν μόλις έκλεγμένο Κυβερνήτη γιά τά άποτελέσματα φιλελληνικού έράνου, πού διόργάνωσε ο ιδιος στήν αγία Πετρούπολη, καθώς καί για τις ανάλογες προσπάθειες τής αδελφής του στη Μόσχα.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Φιραρής πέθανε το 1819 στη Μόσχα. Την ίδια χρονιά στην Κέρκυρα απεβίωσε ο κόμης Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας. πέθανε το 1819 στη Μόσχα. Την ίδια χρονιά στην Κέρκυρα απεβίωσε ο κόμης Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2009
Η αφήγηση της Λούλου Τύρχαϊμ.
Μία απόλυτα αξιόπιστη μαρτυρία για τα παρασκήνια του κινήματος του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι αυτή της κόμισσας Λούλου Τύρχαϊμ η οποία περιέχεται εις στην αυτοβιογραφία της «Η ζωή μου – Αναμνήσεις από τον μεγάλον κόσμον της παλαιάς Αυστρίας 1788 – 1819».
Η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ μαζί με την μεγαλύτερη αδερφή της Κωνσταντία σύζυγο του πρεσβευτή της Ρωσσίας στη Βιέννη Αντρέι Ραζουμόφσκι γνωρίστηκαν με τον Υψηλάντη τον Αύγουστο του 1817 στα λουτρά του Κάρλσμπαντ. Μεταξύ της Κωνσταντίας και του Αλεξάνδρου αναπτύχθηκε ένα φλογερό αίσθημα. Οι δύο κυρίες συμπαραστάθηκαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη σε όλη τη διάρκεια της κράτησης του στην Αυστρία και ευρίσκοντο μαζί του κατά το θάνατο του τον Ιανουάριο του 1828.
Στο βιβλίο της η Λούλου Τύρχαϊμ προσπαθεί, ευλόγως, να εξυμνήσει την προσωπικότητα του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και παραθέτει ορισμένες από τις αφηγήσεις του προς αυτήν και την αδερφή της. Σημειώνω προκαταβολικά ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης όντας ασθενής πλέον και μη ελπίζων σε τίποτα αφηγείται ειλικρινώς τα περιστατικά που τον έκαναν να αισθάνεται αδικημένος. Το γεγονός ότι δεν ήθελε να κάνει «πολιτικά» σχόλια προκύπτει από το ότι τα απομνημονεύματα υπαγόρευε στον γραμματέα του Γ.Λασσάνη και τις σχετικές σημειώσεις του, τις κατέστρεψε, ενώ ήταν στη φυλακή Η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ όταν παραθέτει στο βιβλίο της τις αφηγήσεις του Υψηλάντου αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο και δεν αποβλέπει στον επηρεασμό των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα.
Ας δούμε τι αφηγείται η Λούλου Τύρχαϊμ: «Κάθε ημέρα – μετά τον Νοέμβριο του 1827- μας διηγόταν ο Υψηλάντης ένα μέρος της πικρής του μοίρας κατά τις συζητήσεις μας που είχαν την θέρμη και τη ζωντάνια αληθινών ανθρώπων. Μας μίλησε για τα γεγονότα του ’21, που του στοίχησαν τόσες παρεξηγήσεις, και για τις ενέργειές του.
Ε, λοιπόν ο Καποδίστριας δυστυχώς, δεν είναι εντελώς ανεύθυνος για τη μοίρα του Υψηλάντου. Κατά τα άλλα, οι συμβουλές του Καποδίστρια, στον οποίο ο Υψηλάντης είχε τυφλή εμπιστοσύνη, είχαν βέβαια ένα μόνο σκοπό: Πως να εξυπηρετήσει την πατρίδα του. Το 1821 όμως θυσίασε απλούστατα τον φίλο του.
Μετά την επιστροφή των ρωσσικών στρατευμάτων από τον πόλεμο το 1815 είχαν κάνει στον Αλέξανδρο Υψηλάντη αρκετές προτάσεις να γίνει μέλος μυστικών εταιρειών μεταξύ κι αυτών και μιας, της οποίας η «πατροκτόνος», (δηλ. η δολοφονία του τσάρου), συνωμοσία απεκαλύφθη κατά το θάνατο του τσάρου Αλεξάνδρου. Αν και ο Υψηλάντης δεν είχε ιδέα από τα μυστικά σχέδια των εταιρειών, είχε αρνηθεί να γίνει μέλος των, επικαλούμενος τον όρκο που είχε δώσει κατά την εισαγωγή του στο ρωσσικό στρατό.
Σχετικά με τις φιλελληνικές εταιρείες, που είχαν σκοπό της καθεαυτό πατρίδος του, περιοριζόταν να λέει ότι οι συμπατριώται μπορούσαν να στηρίζονται στη βοήθεια του όταν θα παρουσιαζόταν η περίπτωσις.
Το χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.
Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρείας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρεία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με του Έλληνες του Μοριά και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.
Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε κατεστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μοριά.
Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β΄.
Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι.
Με λίγα λόγια λοιπόν εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσων ενδόξου όσου και επικινδύνου εγχειρήματος.
Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και των βεβαιώσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης.
Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφτεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς επιφυλάξεις.
Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει τη ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του και του επανέλαβε αυτό που του είχε πει αρκετές φορές στους συμπατριώτες του, δηλαδή ότι ακόμη κι αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον τσάρο Αλέξανδρο να κυρηχτεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υποθέσεως η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με την Ελλάδα.
Παρ΄όλες τις διαβεβαιώσεις ο Υψηλάντης θέλησε να μιλήσει με τον τσάρο, αλλά ο Καποδίστριας τον απέτρεψε, ίσως γιατί φοβόταν ότι η αναποφασιστικότητα του τσάρου θα μπορούσε να περιπλέξει το κίνημα. Έπειτα από αυτό ο Υψηλάντης δέχτηκε να τεθεί επικεφαλής των Ελλήνων υπό τον όρο όμως ότι αυτός θα κατέστρωνε και θα διεύθυνε το σχέδιο των επιχειρήσεων.
Ο Υψηλάντης αφού τελείωσε το σχέδιο των επιχειρήσεων, το έδειξε στον Καποδίστρια, που έμεινε τόσο ικανοποιημένος ώστε πήδηξε από την χαρά του, αγκάλιασε τον Υψηλάντη και τον εγέμισε με εγκώμια.
Παρ΄όλα αυτά ο Υψηλάντης επέμενε να μιλήσει με τον τσάρο, ο Καποδίστριας όμως τον έπεισε να μην το κάνει. Ο Υψηλάντης ήθελε να ενημερώσει τον αυτοκράτορα ότι έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να παραιτηθεί από το ρωσσικό στρατό. Ο Καποδίστριας του είπε η αποχώρησή του θα απεθάρρυνε τους Έλληνας στην Πελοπόννησο που έβλεπαν στο αξίωμά του, ως Ρώσσου αξιωματικού μια απόδειξη της προστασίας του τσάρου. Ίσως ο Καποδίστριας εστήριζε τις ελπίδες του στην προσωπική επιρροή που ασκούσε με επιτυχία πάνω στον τσάρο.
Εν τω μεταξύ προχωρούσαν οι προπαρασκευές με επιτυχία. Κάθε στιγμή θα μπορούσε να γίνει η αναμενομένη έκρηξις. Στην Κωνσταντινούπολη ετοιμαζόταν μια συνωμοσία με πολλές διακλαδώσεις. Ο Μοριάς περίμενε να φτάσει ο Υψηλάντης για να ξεσηκωθεί. Ένα πλοίο περίμενε στην Τεργέστη για να πάρει τον Υψηλάντη μαζί με το ταμείο της επανάστασης και να τον φέρει στην πατρίδα. Είχε καθοριστεί η ίδια μέρα για την αποτίναξη του μουσουλμανικού ζυγού στην Κωνσταντινούπολη, στον Μοριά, και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Μόλις είχε στείλει ο Υψηλάντης τα γράμματα που θα άναβαν τη μεγάλη φωτιά όταν επληροφορήθη ότι ξέσπασε η επανάσταση στη Νεάπολη. Τότε βρισκόταν στην Βεσαραβία κοντά στη μητέρα του. Κατάλαβε ότι αυτό το γεγονός θα είχε ολέθριες επιπτώσεις για την ελληνική υπόθεση. Προέβλεψε ότι η Ιερά Συμμαχία θα έβαζε στην ίδια γραμμή την άνομο εξέγερση στη Νεάπολη με τα αγιασθέντα δίκαια ενός λαού που τον μεταχειρίζοντο ως είλωτα από αιώνα. Δεν είχε αμφιβολία ότι οι δυνάμεις θα έβλεπαν την ελληνική επανάσταση σαν προϊόν του φιλελεύθερου πνεύματος που απειλούσε όλη την Ευρώπη.
Ο Υψηλάντης έσπευσε αμέσως στην Οδησσό με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να ακυρώσει τις διαταγές του και να αναστείλει το όλο κίνημα. έφθασε όμως αργά. Το πλοίο που μετέφερε τις επιστολές του είχε ήδη αποπλεύσει μαζί με τις τύχες ενός ολόκληρου λαού.
Την συνέχεια την αφηγείται ο Κολοκοτρώνης (Απομνημονεύματα σελ.143). «Στα 1820 με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως. Οι Άγγλοι έμαθαν ότι έλαβα κάτι γράμματα, και ήλθε η αστυνομία δια να με εξετάσει τη νύχτα, αλλ΄εγώ τα γράμματα τα είχα φυλάξει. Εις τα τρεις Ιανουαρίου ανεχώρησα και εις τας έξι εβγήκα εις τη Μάνη εις του καπετάν Παναγιώτη του Μούρτζινου το σπίτι.»
Ένα ακόμα απροσδόκητο γεγονός επιτάχυνε την έκρηξη του κινήματος και ανάγκασε τον Υψηλάντη να αλλάξει τι σχέδιο των επιχειρήσεων δυσμενώς.
Πληροφορήθηκε ότι η Πύλη έμαθε από τον Άγγλο πρεσβευτή Στράγκφορντ ότι στην Κωνσταντινούπολη είχε αναπτυχθεί μια συνωμοτική εταιρεία. Αν και οι Τούρκοι δεν εγνώριζαν λεπτομέρειες ήσαν σε θέση να αναλάβουν εξοντωτικά μέτρα εναντίον της συνωμοσίας. Ευτυχώς όμως οι Έλληνες τους επρόλαβαν.
Σκέφτηκαν δηλαδή οι συνωμόται ότι θα μπορούσαν να φύγουν από την υποψία της Πύλης αν θα κατεύθυναν τα βλέμματά της μακριά από την κύρια εστία της συνωμοσίας.
Αποφάσισαν λοιπόν να μπει ο Υψηλάντης επικεφαλής ενόπλων δυνάμεων στις παραδουνάβιες ηγεμονίες για να δεσμεύσει στο σημείο εκείνο τις τουρκικές δυνάμεις και να δώσει έτσι καιρό στους Έλληνες του Μοριά και τους Φαναριώτες να ξεσηκωθούν συγχρόνως και με θάρρος.
Ο Υψηλάντης επεδοκίμασε το σχέδιο αυτό, ανέλαβε την αρχηγία του ριψοκίνδυνου αυτού εγχειρήματος και μπήκε στο έδαφος της Μολδαβίας.»
Η αφήγηση της Λούλου Τύρχαϊμ, για όσα ειπε σε αυτήν και την αδερφή της ο Υψηλάντης δεν είναι ιστοριογραφική και για αυτό δεν δίνει σημασία στα άγνωστα σε αυτήν ελληνικά ονόματα.
Μας λέγει όμως ότι, της επισκέψεως του Ξάνθου προηγήθησαν άλλες επαφές των συνωμοτών.
Ο Υψηλάντης μας λέει μέσω της αφήγησης της Τύρχαϊμ ότι πριν δεχτεί ρώτησε τον Καποδίστρια – που ήταν πληροφορημένος για όλα –, μας λέγει ακόμα ότι κατέστρωσε το σχέδιο των επιχειρήσεων το οποίο ο Καποδίστριας ενέκρινε πηδώντας από τη χαρά του. Το σχέδιο των επιχειρήσεων προέβλεπε ταυτόχρονη εκδήλωση του κινήματος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, την Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος ο Υψηλάντης θα κήρυτε την επανάσταση από την Πελοπόννησο.
Τα σχέδια άλλαξαν λόγω της επανάστασης στη Νεάπολη και λόγω της διαρροής προς τους Τούρκους από τους Άγγλους του μυστικού.
Ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του προς τον τσάρο Νικόλαο τον Α΄ (1826) λέγει ότι τον Σεπτέμβριο του 1820 ενώ βρισκόταν με τον τσάρο στην Πολτάβα έφερε ο ταχυδρόμος της ρωσσικής πρεσβείας στη Βιέννη την είδηση για την επανάσταση στη Νεάπολη. Ταυτοχρόνως μετέφερε και γράμμα του αυτοκράτορα της Αυστρίας προς τον τσάρο με την οποία ζητούσε συνάντηση για να καθοριστεί η κοινή στάση.
Ο Καποδίστριας γράφει επίσης ότι στην Πολτάβα προσήλθε ο πρέσβης της Ρωσσίας στην πόλη, βαρόνος Στρόγκανωφ για να λάβει νέες οδηγίες δια την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την Υψηλή Πύλη.
Εάν αντιπαραλάβουμε τα δύο κείμενα αντιλαμβανόμεθα ότι ο πρώτος που έμαθε τα νέα ήταν ο Καποδίστριας. Είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι ειδοποίησε τον Υψηλάντη.
Λίγες μέρες μετά, τον Οκτώβριο του 1820 στην Βαρσοβία, ο Καποδίστριας δέχθηκε τον Ι.Π., τον οποίο απέστειλαν οι προεστοί της Πελοποννήσου.
(Ο Σπηλιάδης ακόμα και στα 1851, όταν γράφει τα απομνημονεύματά του δεν επιθυμεί να αποκαλύψει το όνομα του μυστικού απεσταλμένου.). Ο Σπυρίδων Τρικούπης στην ιστορία του γράφει ότι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου αποφάσισαν να στείλουν στη Ρωσσία άντρα της εμπιστοσύνης των και διάλεξαν τον Ιωάννη Παπαρηγόπουλο, ο οποίος ήταν διερμηνέας στο ρωσσικό προξενείο της Πάτρας.
Ο Ι. Παπαρηγόπουλος ήταν γνωστός και με τον Αλή Πασά, από τον οποίο προσεκλήθη στην Πρέβεζα για να τον αποστείλει στην Ρωσσία με σκοπό να εξακριβώσει τις σκέψεις της ρωσσικής αυλής για αυτόν, ενόψει της επερχόμενης σύγκρουσής του με τον Σουλτάνο.
Ο Τρικούπης ισχυρίζεται ότι προηγήθηκε η επιλογή του Ι. Παπαρηγόπουλου από τους προκρίτους. Το πιο πιθανό όμως είναι να συνέβη το αντίθετο. Δηλαδή, αφού ανέλαβε την αποστολή του Αλή Πασά ο Ι. Παπαρηγόπουλος ενημέρωσε τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τους προκρίτους. Έτσι ο Ι. Π. ήταν κοινός απεσταλμένος του Αλή Πασά και των προκρίτων προς τη ρωσσική αυλή. Ο Παπαρηγόπουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολι, από εκεί κατευθύνθηκε στην Αγ. Πετρούπολη, μετά στη Βαρσοβία όπου βρισκόταν ο Τσάρος (αρχές Οκτωβρίου), εκεί συναντήθηκε με τον Καποδίστρια και ακολούθως μετέβη στο Κισινιέφ για να συναντήσει τον Υψηλάντη. Στη συνέχεια πέρασε από την Κωνσταντινούπολι όπου συναντήθηκε με τον εκεί εκπρόσωπο του Αλή προς τον οποίο παρέστησε ότι «ο ρωσσοτουρκικός πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι αν ο Αλής επιμείνει να αντιστέκεται στον Σουλτάνο μπορεί να ελπίζει στη ρωσσική βοήθεια». Ο Παπαρηγόπουλος έφτασε στην Πελοπόννησο στο τέλος του φθινοπώρου του 1820 και ήταν ο κομιστής της επιστολής Υψηλάντου με την οποία έδινε εντολή για την συγκρότηση Γενικής Εφορίας που θα ετοίμαζε τον ξεσηκωμό στην Πελοπόννησο.
«Αυτός, αφού εντάμωσε τον Καποδίστρια εις Βαρσοβίαν παριστάνη εις τον Υψηλάντη την ανάγκην του να κινηθεί εις τας δύο αυθεντείας, δια να αντιπερισπάσει τον Σουλτάνο και να δώση καιρόν εις τους Έλληνας να παρασκευασθώσι και να επιτύχωσιν εις τα πρώτα κινήματά των»
Η αποκάλυψη Σπηλιάδη για την διπλή επαφή του Ι.Π. με Καποδίστρια και Υψηλάντη μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι αυτός μετέφερε τη γνώμη του Καποδίστρια στον Υψηλάντη. Πάντως η αποστολή του Ι.Π. είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τη συνεργασία Καποδίστρια-Υψηλαντη. Η αποστολή του Ι.Π. και το «μήνυμα», που έφερε πίσω, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για να ακολουθήσουν και οι «συντηρητικοί», την επανάσταση.
Ο Ι.Π. σύμφωνα με τον Σπηλιάδη γύρισε στην Πελοπόννησο λίγο πριν τον Παπαφλέσσα με τα οποία διορίζοντο Γενικοί Έφοροι και ταμίαι, («ο αποσταλείς επιστρέφει ολίγον πρότερον του Αρχιμανδρίτου φέρων από τον Υψηλάντην έγγραφα της Αρχής…»). Ο Ι.Π. ,σύμφωνα με τον Σπηλιάδη, διέδωσε και ότι 60.000 Ρώσσοι ήταν έτοιμοι να εκστρατεύσουν μόλις κηρυχτεί ο πόλεμος κατά της Τουρκίας.
Η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ μαζί με την μεγαλύτερη αδερφή της Κωνσταντία σύζυγο του πρεσβευτή της Ρωσσίας στη Βιέννη Αντρέι Ραζουμόφσκι γνωρίστηκαν με τον Υψηλάντη τον Αύγουστο του 1817 στα λουτρά του Κάρλσμπαντ. Μεταξύ της Κωνσταντίας και του Αλεξάνδρου αναπτύχθηκε ένα φλογερό αίσθημα. Οι δύο κυρίες συμπαραστάθηκαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη σε όλη τη διάρκεια της κράτησης του στην Αυστρία και ευρίσκοντο μαζί του κατά το θάνατο του τον Ιανουάριο του 1828.
Στο βιβλίο της η Λούλου Τύρχαϊμ προσπαθεί, ευλόγως, να εξυμνήσει την προσωπικότητα του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και παραθέτει ορισμένες από τις αφηγήσεις του προς αυτήν και την αδερφή της. Σημειώνω προκαταβολικά ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης όντας ασθενής πλέον και μη ελπίζων σε τίποτα αφηγείται ειλικρινώς τα περιστατικά που τον έκαναν να αισθάνεται αδικημένος. Το γεγονός ότι δεν ήθελε να κάνει «πολιτικά» σχόλια προκύπτει από το ότι τα απομνημονεύματα υπαγόρευε στον γραμματέα του Γ.Λασσάνη και τις σχετικές σημειώσεις του, τις κατέστρεψε, ενώ ήταν στη φυλακή Η κόμισσα Λούλου Τύρχαϊμ όταν παραθέτει στο βιβλίο της τις αφηγήσεις του Υψηλάντου αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο και δεν αποβλέπει στον επηρεασμό των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα.
Ας δούμε τι αφηγείται η Λούλου Τύρχαϊμ: «Κάθε ημέρα – μετά τον Νοέμβριο του 1827- μας διηγόταν ο Υψηλάντης ένα μέρος της πικρής του μοίρας κατά τις συζητήσεις μας που είχαν την θέρμη και τη ζωντάνια αληθινών ανθρώπων. Μας μίλησε για τα γεγονότα του ’21, που του στοίχησαν τόσες παρεξηγήσεις, και για τις ενέργειές του.
Ε, λοιπόν ο Καποδίστριας δυστυχώς, δεν είναι εντελώς ανεύθυνος για τη μοίρα του Υψηλάντου. Κατά τα άλλα, οι συμβουλές του Καποδίστρια, στον οποίο ο Υψηλάντης είχε τυφλή εμπιστοσύνη, είχαν βέβαια ένα μόνο σκοπό: Πως να εξυπηρετήσει την πατρίδα του. Το 1821 όμως θυσίασε απλούστατα τον φίλο του.
Μετά την επιστροφή των ρωσσικών στρατευμάτων από τον πόλεμο το 1815 είχαν κάνει στον Αλέξανδρο Υψηλάντη αρκετές προτάσεις να γίνει μέλος μυστικών εταιρειών μεταξύ κι αυτών και μιας, της οποίας η «πατροκτόνος», (δηλ. η δολοφονία του τσάρου), συνωμοσία απεκαλύφθη κατά το θάνατο του τσάρου Αλεξάνδρου. Αν και ο Υψηλάντης δεν είχε ιδέα από τα μυστικά σχέδια των εταιρειών, είχε αρνηθεί να γίνει μέλος των, επικαλούμενος τον όρκο που είχε δώσει κατά την εισαγωγή του στο ρωσσικό στρατό.
Σχετικά με τις φιλελληνικές εταιρείες, που είχαν σκοπό της καθεαυτό πατρίδος του, περιοριζόταν να λέει ότι οι συμπατριώται μπορούσαν να στηρίζονται στη βοήθεια του όταν θα παρουσιαζόταν η περίπτωσις.
Το χειμώνα του 1819-20 όταν εμείς βρισκόμαστε στη Ρωσσία, ήρθε ο Υψηλάντης στην Πετρούπολη με μόνο σκοπό να μας δει. Αν δεν βρισκόμαστε τότε στη Ρωσσία, θα είχε ζητήσει άδεια για να κάνει ταξίδι στη Γερμανία και τη Γαλλία.
Στην Πετρούπολη ο Υψηλάντης ασθένησε για πολλές εβδομάδες. Τότε τον επισκέπτονταν συχνά ορισμένα επίσημα πρόσωπα της Εταιρείας, και του ανακοίνωσαν ότι στην Οδησσό είχαν συνενωθεί πολλοί Έλληνες έμποροι, καθώς και πολλοί στην Πελοπόννησο για να αγωνιστούν για την ανάσταση του έθνους των. Τα πρόσωπα αυτά μιλούσαν όλο και πιο ελεύθερα για τους πολιτικούς σκοπούς της οργανώσεως αυτής που, υπό το όνομα «Εταιρεία», γινόταν, έλεγαν, ισχυρότερη συνεχώς, και ότι συνδεόταν μυστικά με του Έλληνες του Μοριά και της Πόλης για να αποτινάξουν επιτέλους τον μισητό τουρκικό ζυγό.
Του έλεγαν ακόμα ότι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα ποσά, ότι ο Αλή Πασάς είχε κατεστεί ανεξάρτητος από την Πύλη κι ότι προσέφερε την σύμπραξη του στους Έλληνες του Μοριά.
Στις συνομιλίες αυτές πίστευαν ότι η Ρωσσία θα υπεστήριζε τις προσπάθειες των ομοδόξων της ή τουλάχιστον δε θα τους εμπόδιζε στις ενέργειές των. Οι πιθανότητες η υποδουλωμένη και πάσχουσα πατρίδα των να γίνει και πάλι ελευθέρα ήταν μεγαλύτερες από ότι στην εποχή της Αικατερίνης της Β΄.
Αυτές οι συζητήσεις ξυπνούσαν στην καρδιά του Υψηλάντη σιγά σιγά τη σκέψη να δώσει νέα ζωή στην πατρίδα του με την οποία τον συνέδεαν τα πιο ευγενικά του όνειρα από τα παιδικά του χρόνια. Είχε εγκαταλειφθεί στην διάθεση της πατρίδας του με όλο του το είναι.
Με λίγα λόγια λοιπόν εκείνοι που του ξύπνησαν τις ελπίδες αυτές για ένα αισιόδοξο μέλλον του ανέθεσαν χωρίς πολλές διατυπώσεις την αρχηγία του τόσων ενδόξου όσου και επικινδύνου εγχειρήματος.
Του έδειξαν τους καταλόγους με τα ονόματα των μεμυημένων και των βεβαιώσαν ότι σαν γόνος ενός Έλληνος που είχε αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην υπόθεση της Ελλάδος και σαν Ρώσσος αξιωματικός θα ήταν εγγύηση για το έθνος του και θέλγητρο για την υποστήριξη της επανάστασης.
Ο Υψηλάντης τους παρακάλεσε να του δώσουν τρεις μέρες καιρό για να σκεφτεί την υπόθεση και να μιλήσει με τον Καποδίστρια για να εξακριβώσει σε τι θα συμφωνούσε ο υπουργός χωρίς επιφυλάξεις.
Ο Καποδίστριας που ήταν πληροφορημένος για όλα, επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει τη ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του και του επανέλαβε αυτό που του είχε πει αρκετές φορές στους συμπατριώτες του, δηλαδή ότι ακόμη κι αν η ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα επέτρεπε στον τσάρο Αλέξανδρο να κυρηχτεί ανοιχτά υπέρ της ελληνικής υποθέσεως η καρδιά του θα ήταν πέρα ως πέρα με την Ελλάδα.
Παρ΄όλες τις διαβεβαιώσεις ο Υψηλάντης θέλησε να μιλήσει με τον τσάρο, αλλά ο Καποδίστριας τον απέτρεψε, ίσως γιατί φοβόταν ότι η αναποφασιστικότητα του τσάρου θα μπορούσε να περιπλέξει το κίνημα. Έπειτα από αυτό ο Υψηλάντης δέχτηκε να τεθεί επικεφαλής των Ελλήνων υπό τον όρο όμως ότι αυτός θα κατέστρωνε και θα διεύθυνε το σχέδιο των επιχειρήσεων.
Ο Υψηλάντης αφού τελείωσε το σχέδιο των επιχειρήσεων, το έδειξε στον Καποδίστρια, που έμεινε τόσο ικανοποιημένος ώστε πήδηξε από την χαρά του, αγκάλιασε τον Υψηλάντη και τον εγέμισε με εγκώμια.
Παρ΄όλα αυτά ο Υψηλάντης επέμενε να μιλήσει με τον τσάρο, ο Καποδίστριας όμως τον έπεισε να μην το κάνει. Ο Υψηλάντης ήθελε να ενημερώσει τον αυτοκράτορα ότι έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να παραιτηθεί από το ρωσσικό στρατό. Ο Καποδίστριας του είπε η αποχώρησή του θα απεθάρρυνε τους Έλληνας στην Πελοπόννησο που έβλεπαν στο αξίωμά του, ως Ρώσσου αξιωματικού μια απόδειξη της προστασίας του τσάρου. Ίσως ο Καποδίστριας εστήριζε τις ελπίδες του στην προσωπική επιρροή που ασκούσε με επιτυχία πάνω στον τσάρο.
Εν τω μεταξύ προχωρούσαν οι προπαρασκευές με επιτυχία. Κάθε στιγμή θα μπορούσε να γίνει η αναμενομένη έκρηξις. Στην Κωνσταντινούπολη ετοιμαζόταν μια συνωμοσία με πολλές διακλαδώσεις. Ο Μοριάς περίμενε να φτάσει ο Υψηλάντης για να ξεσηκωθεί. Ένα πλοίο περίμενε στην Τεργέστη για να πάρει τον Υψηλάντη μαζί με το ταμείο της επανάστασης και να τον φέρει στην πατρίδα. Είχε καθοριστεί η ίδια μέρα για την αποτίναξη του μουσουλμανικού ζυγού στην Κωνσταντινούπολη, στον Μοριά, και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Μόλις είχε στείλει ο Υψηλάντης τα γράμματα που θα άναβαν τη μεγάλη φωτιά όταν επληροφορήθη ότι ξέσπασε η επανάσταση στη Νεάπολη. Τότε βρισκόταν στην Βεσαραβία κοντά στη μητέρα του. Κατάλαβε ότι αυτό το γεγονός θα είχε ολέθριες επιπτώσεις για την ελληνική υπόθεση. Προέβλεψε ότι η Ιερά Συμμαχία θα έβαζε στην ίδια γραμμή την άνομο εξέγερση στη Νεάπολη με τα αγιασθέντα δίκαια ενός λαού που τον μεταχειρίζοντο ως είλωτα από αιώνα. Δεν είχε αμφιβολία ότι οι δυνάμεις θα έβλεπαν την ελληνική επανάσταση σαν προϊόν του φιλελεύθερου πνεύματος που απειλούσε όλη την Ευρώπη.
Ο Υψηλάντης έσπευσε αμέσως στην Οδησσό με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να ακυρώσει τις διαταγές του και να αναστείλει το όλο κίνημα. έφθασε όμως αργά. Το πλοίο που μετέφερε τις επιστολές του είχε ήδη αποπλεύσει μαζί με τις τύχες ενός ολόκληρου λαού.
Την συνέχεια την αφηγείται ο Κολοκοτρώνης (Απομνημονεύματα σελ.143). «Στα 1820 με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως. Οι Άγγλοι έμαθαν ότι έλαβα κάτι γράμματα, και ήλθε η αστυνομία δια να με εξετάσει τη νύχτα, αλλ΄εγώ τα γράμματα τα είχα φυλάξει. Εις τα τρεις Ιανουαρίου ανεχώρησα και εις τας έξι εβγήκα εις τη Μάνη εις του καπετάν Παναγιώτη του Μούρτζινου το σπίτι.»
Ένα ακόμα απροσδόκητο γεγονός επιτάχυνε την έκρηξη του κινήματος και ανάγκασε τον Υψηλάντη να αλλάξει τι σχέδιο των επιχειρήσεων δυσμενώς.
Πληροφορήθηκε ότι η Πύλη έμαθε από τον Άγγλο πρεσβευτή Στράγκφορντ ότι στην Κωνσταντινούπολη είχε αναπτυχθεί μια συνωμοτική εταιρεία. Αν και οι Τούρκοι δεν εγνώριζαν λεπτομέρειες ήσαν σε θέση να αναλάβουν εξοντωτικά μέτρα εναντίον της συνωμοσίας. Ευτυχώς όμως οι Έλληνες τους επρόλαβαν.
Σκέφτηκαν δηλαδή οι συνωμόται ότι θα μπορούσαν να φύγουν από την υποψία της Πύλης αν θα κατεύθυναν τα βλέμματά της μακριά από την κύρια εστία της συνωμοσίας.
Αποφάσισαν λοιπόν να μπει ο Υψηλάντης επικεφαλής ενόπλων δυνάμεων στις παραδουνάβιες ηγεμονίες για να δεσμεύσει στο σημείο εκείνο τις τουρκικές δυνάμεις και να δώσει έτσι καιρό στους Έλληνες του Μοριά και τους Φαναριώτες να ξεσηκωθούν συγχρόνως και με θάρρος.
Ο Υψηλάντης επεδοκίμασε το σχέδιο αυτό, ανέλαβε την αρχηγία του ριψοκίνδυνου αυτού εγχειρήματος και μπήκε στο έδαφος της Μολδαβίας.»
Η αφήγηση της Λούλου Τύρχαϊμ, για όσα ειπε σε αυτήν και την αδερφή της ο Υψηλάντης δεν είναι ιστοριογραφική και για αυτό δεν δίνει σημασία στα άγνωστα σε αυτήν ελληνικά ονόματα.
Μας λέγει όμως ότι, της επισκέψεως του Ξάνθου προηγήθησαν άλλες επαφές των συνωμοτών.
Ο Υψηλάντης μας λέει μέσω της αφήγησης της Τύρχαϊμ ότι πριν δεχτεί ρώτησε τον Καποδίστρια – που ήταν πληροφορημένος για όλα –, μας λέγει ακόμα ότι κατέστρωσε το σχέδιο των επιχειρήσεων το οποίο ο Καποδίστριας ενέκρινε πηδώντας από τη χαρά του. Το σχέδιο των επιχειρήσεων προέβλεπε ταυτόχρονη εκδήλωση του κινήματος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, την Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος ο Υψηλάντης θα κήρυτε την επανάσταση από την Πελοπόννησο.
Τα σχέδια άλλαξαν λόγω της επανάστασης στη Νεάπολη και λόγω της διαρροής προς τους Τούρκους από τους Άγγλους του μυστικού.
Ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του προς τον τσάρο Νικόλαο τον Α΄ (1826) λέγει ότι τον Σεπτέμβριο του 1820 ενώ βρισκόταν με τον τσάρο στην Πολτάβα έφερε ο ταχυδρόμος της ρωσσικής πρεσβείας στη Βιέννη την είδηση για την επανάσταση στη Νεάπολη. Ταυτοχρόνως μετέφερε και γράμμα του αυτοκράτορα της Αυστρίας προς τον τσάρο με την οποία ζητούσε συνάντηση για να καθοριστεί η κοινή στάση.
Ο Καποδίστριας γράφει επίσης ότι στην Πολτάβα προσήλθε ο πρέσβης της Ρωσσίας στην πόλη, βαρόνος Στρόγκανωφ για να λάβει νέες οδηγίες δια την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την Υψηλή Πύλη.
Εάν αντιπαραλάβουμε τα δύο κείμενα αντιλαμβανόμεθα ότι ο πρώτος που έμαθε τα νέα ήταν ο Καποδίστριας. Είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι ειδοποίησε τον Υψηλάντη.
Λίγες μέρες μετά, τον Οκτώβριο του 1820 στην Βαρσοβία, ο Καποδίστριας δέχθηκε τον Ι.Π., τον οποίο απέστειλαν οι προεστοί της Πελοποννήσου.
(Ο Σπηλιάδης ακόμα και στα 1851, όταν γράφει τα απομνημονεύματά του δεν επιθυμεί να αποκαλύψει το όνομα του μυστικού απεσταλμένου.). Ο Σπυρίδων Τρικούπης στην ιστορία του γράφει ότι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου αποφάσισαν να στείλουν στη Ρωσσία άντρα της εμπιστοσύνης των και διάλεξαν τον Ιωάννη Παπαρηγόπουλο, ο οποίος ήταν διερμηνέας στο ρωσσικό προξενείο της Πάτρας.
Ο Ι. Παπαρηγόπουλος ήταν γνωστός και με τον Αλή Πασά, από τον οποίο προσεκλήθη στην Πρέβεζα για να τον αποστείλει στην Ρωσσία με σκοπό να εξακριβώσει τις σκέψεις της ρωσσικής αυλής για αυτόν, ενόψει της επερχόμενης σύγκρουσής του με τον Σουλτάνο.
Ο Τρικούπης ισχυρίζεται ότι προηγήθηκε η επιλογή του Ι. Παπαρηγόπουλου από τους προκρίτους. Το πιο πιθανό όμως είναι να συνέβη το αντίθετο. Δηλαδή, αφού ανέλαβε την αποστολή του Αλή Πασά ο Ι. Παπαρηγόπουλος ενημέρωσε τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τους προκρίτους. Έτσι ο Ι. Π. ήταν κοινός απεσταλμένος του Αλή Πασά και των προκρίτων προς τη ρωσσική αυλή. Ο Παπαρηγόπουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολι, από εκεί κατευθύνθηκε στην Αγ. Πετρούπολη, μετά στη Βαρσοβία όπου βρισκόταν ο Τσάρος (αρχές Οκτωβρίου), εκεί συναντήθηκε με τον Καποδίστρια και ακολούθως μετέβη στο Κισινιέφ για να συναντήσει τον Υψηλάντη. Στη συνέχεια πέρασε από την Κωνσταντινούπολι όπου συναντήθηκε με τον εκεί εκπρόσωπο του Αλή προς τον οποίο παρέστησε ότι «ο ρωσσοτουρκικός πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι αν ο Αλής επιμείνει να αντιστέκεται στον Σουλτάνο μπορεί να ελπίζει στη ρωσσική βοήθεια». Ο Παπαρηγόπουλος έφτασε στην Πελοπόννησο στο τέλος του φθινοπώρου του 1820 και ήταν ο κομιστής της επιστολής Υψηλάντου με την οποία έδινε εντολή για την συγκρότηση Γενικής Εφορίας που θα ετοίμαζε τον ξεσηκωμό στην Πελοπόννησο.
«Αυτός, αφού εντάμωσε τον Καποδίστρια εις Βαρσοβίαν παριστάνη εις τον Υψηλάντη την ανάγκην του να κινηθεί εις τας δύο αυθεντείας, δια να αντιπερισπάσει τον Σουλτάνο και να δώση καιρόν εις τους Έλληνας να παρασκευασθώσι και να επιτύχωσιν εις τα πρώτα κινήματά των»
Η αποκάλυψη Σπηλιάδη για την διπλή επαφή του Ι.Π. με Καποδίστρια και Υψηλάντη μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι αυτός μετέφερε τη γνώμη του Καποδίστρια στον Υψηλάντη. Πάντως η αποστολή του Ι.Π. είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τη συνεργασία Καποδίστρια-Υψηλαντη. Η αποστολή του Ι.Π. και το «μήνυμα», που έφερε πίσω, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για να ακολουθήσουν και οι «συντηρητικοί», την επανάσταση.
Ο Ι.Π. σύμφωνα με τον Σπηλιάδη γύρισε στην Πελοπόννησο λίγο πριν τον Παπαφλέσσα με τα οποία διορίζοντο Γενικοί Έφοροι και ταμίαι, («ο αποσταλείς επιστρέφει ολίγον πρότερον του Αρχιμανδρίτου φέρων από τον Υψηλάντην έγγραφα της Αρχής…»). Ο Ι.Π. ,σύμφωνα με τον Σπηλιάδη, διέδωσε και ότι 60.000 Ρώσσοι ήταν έτοιμοι να εκστρατεύσουν μόλις κηρυχτεί ο πόλεμος κατά της Τουρκίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)