Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Ο Διαφωτισμός και το Επαναστατικό Κέντρο.

Η μεγαλύτερη παρερμηνεία που έχει γίνει στην ελληνική ιστορία είναι η διαστρέβλωση της φράσης του Ι. Καποδίστρια «πρέπει πρώτα να μορφώσωμεν Έλληνας και έπειτα να κάμνωμεν Ελλάδα», την οποία κατέγραψε ο Φιλήμονας στο πρώτο του δοκίμιο. Πρώτα απ’ όλα, όταν έλεγε κανείς στα 1800, «να μορφώσωμεν», εφ’ όσον μιλούσε σωστά ελληνικά, δεν εννοούσε ότι καταλαβαίνουμε σήμερα. Εννοούσε να δώσουμε μορφή, αυτό που σήμερα λέμε «να διαμορφώσουμε». Αν ήθελε να μιλήσει για μόρφωση και όχι για μορφοποίηση το 1800, θα έλεγε να «παιδεύσομε», όπως ακριβώς το έλεγε ο Κοραής. Η φράση του Καποδίστρια δεν σήμαινε ότι έπρεπε να προηγηθεί «ο φωτισμός του γένους» και η αναμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας ώστε στη συνέχεια να προκύψει αντικειμενικά η εθνική χειραφέτηση με βίαιο ή ειρηνικό τρόπο, όπως πίστευαν ορισμένοι «νεωτεριστές λόγιοι».

Η φράση του Καποδίστρια εξέφραζε αυτό που σήμερα είναι αυτονόητο για τους φοιτητές των κοινωνικών επιστημών. Πρώτα διαμορφώνεται η εθνική συνείδηση επί της οποίας στηρίζεται η εθνική ιδεολογία και η συγκρότηση του έθνους, ώστε να καταλήξουμε στην ίδρυση εθνικού κράτους. «Τα αντικειμενικά αυτά κριτήρια πρέπει να ισχύουν στο έθνος και όχι να δημιουργηθούν μετά την ίδρυση του εθνικού κράτους». (1) Αυτός ήταν ο στόχος της πολιτικής, «πρώτα διαμορφώνουμε Έλληνες», γιατί ο στόχος δεν ήταν η ανατροπή της τουρκικής επικυριαρχίας αλλά δημιουργία εθνικού κράτους των Ελλήνων.

Το Έθνος είναι έννοια με την οποία αυτοπροσδιορίζεται το άτομο, γι’αυτό πρέπει πρώτα να διαμορφωθεί η εθνική συνείδηση ώστε μετά να προκύψει το Έθνος. Το καθήκον των μεγαλοιδεατών της Κέρκυρας επομένως ήταν να συμβάλουν πρώτα απ’ όλα στο να διαμορφωθεί η συνείδηση του Έλληνος.

Η διαδικασία σχηματισμού εθνικής συνείδησης μπορεί να ακολουθήσει διάφορους δρόμους, αλλά ο πιο σύντομος και αποτελεσματικός τρόπος, είναι το σχολείο, η εκπαιδευτική διαδικασία.
Μπορεί βέβαια, κανείς να ισχυριστεί ότι η διδασκαλία της «εθνικής ιδεολογίας» στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, και η σύσταση «νεωτεριστικών σχολείων», που φύτρωναν σαν μανιτάρια στον ελληνικό χώρο, ήταν αποτέλεσμα μεμονωμένων ενεργειών των «νεοελλήνων διαφωτιστών», αλλά το ίδιο πιθανό είναι να υπήρξε μια κεντρική πολιτική κατεύθυνση προς αυτόν το στόχο.

Επειδή όμως, η ιστορική έρευνα δεν έχει διακρίνει ένα διαφορετικό ελληνικό πολιτικό κέντρο, πέραν της εκκλησίας και των φαναριωτών», το ζήτημα επαφίεται από πολλούς στην επενέργεια των «φυσικών δυνάμεων» (βλ. Φιλήμων) και στην θεία βούληση. Ο Χ.Γ.Πατρινέλης (Φαναριώτες πριν από το 1821 ) αναφέρει ότι, « η ιδέα του έθνους εμφανίστηκε στην κάθ’ ημάς Ανατολή γύρω στο 1800 και βρήκε εντελώς αντίθετους και τους Φαναριώτες και την εκκλησία» .
Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί στην ανάγκη αναζήτησης ενός «κέντρου» από το οποίο ξεκίνησε δυναμική διάδοση της πολιτικής ιδέας ελληνικού εθνικισμού, του προσδιορισμού δηλαδή του «γένους» της εκκλησίας, ως Γένους των Ελλήνων .

Η απόφαση για την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης είτε προήλθε από έναν είτε από μια ομάδα , ήταν πολιτική ενεργεία. Το γεγονός ,ότι προωθήθηκε με συστηματικό τρόπο, δείχνει ήταν απόφαση ομάδας και όχι ατόμου.

Δεν εμφανίστηκαν άλλωστε τυχαία, ως μέλη της Εταιρίας των Φιλικών από πολύ νωρίς, το 1817, οι κορυφαίοι ριζοσπάστες δάσκαλοι του Έθνους. όπως ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Ιωάννης Μακρής, ο Θεόφιλος Καϊρης, ο Ανθμος Γαζής και οι νεότεροι Γ. Λασσάνης, Πέτρος Ηπίτης, Νικόλαος Πίκκολος κλπ. Οι δάσκαλοι αυτοί παρήγαγαν από τα σχολεία τους Έλληνες και δασκάλους Ελλήνων. Το γεγονός, ότι οι περισσότεροι πέρασαν από την Ακαδημία του Βουκουρεστίου δείχνει ότι εκεί στήθηκε το πρώτο «εργοστάσιο παραγωγής Ελλήνων».
Η πολιτική αυτή υιοθετήθηκε και στην Ιόνιο Πολιτεία όπως μας βεβαιώνει η απόφαση του Ι. Καποδίστρια να καταστεί υποχρεωτική η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

«Εργοστάσια» αλλά και «βιοτεχνίες» παραγωγής εθνικής συνείδησης, δημιουργήθηκαν τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και στην διασπορά. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Από τα πρωτόγονα εκκλησιαστικά σχολεία περάσαμε στη σχολή του Βουκουρεστίου, στα γυμνάσια της Χίου, της Σμύρνης, των Κυδωνιών, στα σχολεία των Αθηνών, των Ιωαννίνων, της Δημητσάνης κλπ.

Μέσα στα «ιδεολογικά εργοστάσια», άρχισε η διαδικασία «Ελληνοποιήσης» των Ρωμιών, και όσο πλησιάζουμε στην επανάσταση εμφανίζονται πολλαπλασιαστικά φαινόμενα στις ελληνικές κοινότητες ώστε οι νέοι Έλληνες να απορρίπτουν τα ιουδαϊκά (χριστιανικά) ονόματα και να μετονομάζονται μόνοι τους προσλαμβάνοντας ένδοξα ιστορικά ονόματα, όπως Αλέξανδρος, Επαμεινώνδας, Πελοπίδας, Πλάτων, Σωκράτης. Λυκούργος κλπ.


Έχει σωθεί ένα γράμμα του 1817 του δασκάλου στον Πύργο της Ηλείας που είχε ονομάσει τον εαυτό του, με αρχαιοελληνικό τρόπο, «Λυκούργος Κρεστενίτης», με την οποία παραπονιέται πρός άλλον μορφωμένο, για το ότι «ακούει τις, και τους αχθοφόρους Σωκράτας καλουμένους».

Η δυσφορία του διανοούμενου Λυκούργου , γιατί «χαραμιζόταν» το όνομα του Σωκράτη από τους αχθοφόρους , μας πληροφορεί για την έκταση και την ένταση της διάδοσης της εθνικής συνείδησης μέσα απ’ τα σχολεία στον υπόδουλο ελληνισμό .

Εις τις Κυδωνίες, το 1817, οι μαθητές του σχολείου έλαβαν την ακόλουθη απόφαση: «θα ομιλούμε πλέον αρχαία ελληνικά και έκαστος θα υπογράφη με δύο ονόματα: εκείνον που είχε πριν και εκείνον που λαμβάνει τώρα, π.χ. Τζάνος-Επαμεινώνδας».

Η πρωταρχική πολιτική ιδέα αναγέννησης ενός ελληνικού εθνικού κράτους, θεμελιώθηκε πάνω σε αυτήν την αναγέννηση του ελληνικού πνεύματος που προσυπέγραψαν οι μαθητές του Γυμνασίου στις Κυδωνίες, και στους αγράμματους αχθοφόρους .

Στο πλαίσιο αυτού του επαναστατικού στόχου, όλοι οι δάσκαλοι ήταν χρήσιμοι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι δάσκαλοι ήσαν επαναστάτες. Και με αυτόν τον τρόπο πρέπει να κρίνουμε τους «δασκάλους του Γένους».

Οι επαναστάτες δάσκαλοι, συμμετείχαν πλήρως στον επαναστατικό – συνωμοτικό μηχανισμό και ήταν στελέχη του μηχανισμού διαφώτισης και προπαγάνδας.

Είναι απόλυτα αποδεικτική για την κατάσταση που περιγράφουμε η επιστολή (μήνυμα) ,που έγραψε από την Οδησσό ο δάσκαλος του Γένους, Ιωάννης Μακρής στις 24η Φεβρουαρίου 1821, στον σύντροφο φιλικό, Νικόλαο Πίκκολο που ήταν στο Παρίσι, με την οποία ανήγγελλε την έναρξη της επανάστασης. «Τη χαρούμενη είδηση που σας στέλνω πρέπει να τη γράψω και να τη φωνάξω σε πολλά μέρη. Χαρήτε. Η σημαία της λευτεριάς μας κυματίζει. Οι καλοί και ανδρείοι στρατηλάτες μας, ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, με τον αδερφό του, ο πρίγκιπας Κατακουζηνός και άλλοι δίνουν διαταγές πια στα ανδρεία στρατεύματά τους στη Μολδοβλαχία και θα περάσουν γρήγορα τον Δούναβη. Οι Σέρβοι βρίσκονται υπό τα όπλα. Η Πελοπόννησος ίσως αυτή τη στιγμή να μη λερώνεται πια από τα πόδια του τυράννου. Λοιπόν, αδέλφια μου και φίλοι μου, μη διστάζετε πια τρέξτε με ενθουσιασμό να πάρετε μέρος στη δόξα και να ονομαστείτε απελευθερωτές της πατρίδος. Τα σχέδιά μας έχουν γερή βάση και κανείς δεν πιστεύει ότι είναι μια παράτολμη επιχείρηση απερίσκεπτων ανθρώπων.»

Το ελληνικό έθνος και το Πατριαρχείο.

Η ιδέα της συνέχειας που ελληνικού έθνους, από την αρχαιότητα, εκφράστηκε πρώτα, από τον Πλήθωνα Γεμιστό, και ήταν προϊόν της πολιτικής λογικής που δημιουργήθηκε από τα ανεξάρτητα ελληνικά κράτη στον Μυστρά και την Αρτα. Ηταν δηλαδή αποτέλεσμα της διαδικασίας κατάρρευσης της « Βυζαντινης ιδεολογίας ».
Η κατάρρευσή του εν θεώ βασιλιά, και της θεοκρατούμενης αυτοκρατορίας κλόνιζε και τα δύο πόδια στα οποία στηρίζονταν το πολιτικό οικοδόμημα της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Το παλάτι και το πατριαρχείο. Τα ανεξάρτητα κράτη και ο Πλήθων ήσαν σκέλη τις ίδιας εξίσωσης. Το πατριαρχείο για να αποφύγει να το συμπαρασύρει στην πτώση του ο Ρωμαίος βασιλιάς συμμάχησε με τον Τούρκο σουλτάνο.
Οι φυγόπονοι, οι φυγόστρατοι, οι θηλυπρεπείς , οι «στρατιώτες» του θεού απέκτησαν έτσι νέα υψηλή προστασία. Αλήθεια πόσους παπάδες έσφαξαν στην άλωση;

Η θεοκρατία αντέδρασε αμέσως στην αναγέννηση του ελληνισμού και το 1819 το Πατριαρχείο κατεδίκασε, και απαγόρευσε να δίνουν οι γονείς και οι ιερείς αρχαιοελληνικά ονόματα στα παιδιά. Λίγο μετά το κίνημα του Υψηλάντη πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 1821 πατριαρχική σύνοδος «περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών µαθηµάτων ».
«Οι συντηρητικές δυνάμεις της Κωνσταντινούπολης βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν µε δριμύτητα εναντίον των προοδευτικών λογίων και να τους καταδικάσουν. Αυτή η επίθεση, βέβαια, δεν ήταν κάτι καινούριο, αλλά αποτελούσε συνέχεια των προεπαναστατικών ιδεολογικών συγκρούσεων, οι οποίες είχαν ιδιαίτερα οξυνθεί τα δύο τελευταία χρόνια. Το καινούριο στοιχείο ήταν η τεταμένη και επικίνδυνη συγκυρία για τους οπαδούς των προοδευτικών ιδεών. Επικίνδυνη συγκυρία για τον επιπλέον λόγο, ότι οι προοδευτικοί λόγιοι κατηγορούνταν ως βασικοί υπαίτιοι της αποστασίας.Η συζήτηση στην εν λόγω σύνοδο έγινε μέσα σε ένα εξαιρετικά οξύ κλίμα και η απόφαση που πάρθηκε ήταν να κλείσουν τα προοδευτικά σχολεία και να απομακρυνθούν οι δάσκαλοί τους.»(1)

Η «έκτακτη» σύνοδος είχε, ως στόχο την εξουδετέρωση των
εστιών εκείνων, που ήταν συνυπεύθυνες για το ξέσπασμα της Επανάστασης και ταυτόχρονα ήθελε να στείλει στους Οθωμανούς «αδελφούς» το μήνυμα ότι το πατριαρχείο δεν κάλυπτε κανέναν.

Το επαναστατικό μανιφέστο.

Η επαναστατική ιδεολογία αποτυπώθηκε σε δύο μανιφέστα, τα οποία εκδόθηκαν το 1806, και τα δύο ανώνυμα. Το ένα ήταν η Ελληνική Νομαρχία, το εγκόλπιο των Φιλικών, όπως αναφέρει ο Τάσος Ζουρνάς, και οι «Ρωσσογάλλοι» με το οποίο γινόταν κριτική στα δύο κύρια πολιτικά ρεύματα στην Επτάνησο, τους οπαδούς της Γαλλικής Επανάστασης και της ρωσσικής προστασίας.

Ο όρος Γένος στην αρχαιότητα σήμαινε την καταγωγή, τη γραμμή του αίματος. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από το Πατριαρχείο για να εκφράσει το «γένος των ορθοδόξων», των γνήσιων παιδιών δηλαδή του Θεού. Η Μεγάλη του Γένους Σχολή δεν σήμαινε την σχολή του γένους των Ελλήνων αλλά των ορθοδόξων.

Η ελληνική Αναγέννηση κράτησε τον ίδιο όρο και δε χρησιμοποίησε τους όρους έθνος ή λαός, και τον διεύρυνε ή τον στένεψε, εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει κανείς, δίνοντας του τη σημασία το Γένος των Ελλήνων που ήταν ορθόδοξα αδέλφια εν Χριστώ.
Έτσι στο δεσμό της πίστης προστέθηκε «το αίμα» δηλαδή η κοινή καταγωγή από τους λαμπρούς αρχαίους Έλληνες, και η κοινή γλώσσα που δεν ήταν πια η γλώσσα της Εκκλησίας αλλά η γλώσσα των Ελλήνων.

Η επανάσταση του 1821 ήταν κίνημα των Ελλήνων. Βέβαια οι «Έλληνες» ήσαν υποσύνολο του ορθόδοξου πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μετριόταν σε εκατομμύρια.

Η άρχουσα «υπόδουλη» τάξη του Γένους, απέρριψε την εθνικιστή ιδεολογία γιατί καταργούσε το Γένος των Ρωμαίων/χριστιανών, καταργούσε την ενότητα εντός της Εκκλησίας και ματαίωνε την πιθανότητα ανασύστασης της χριστιανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή.
Αυτό όμως ήταν εντελώς λάθος γιατί σκοπός της εθνικής-επαναστατικής κίνησης ήταν η αφαίρεση της εξουσίας εντός της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους και η ανάληψή από τους Έλληνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: